Πόλεμοι και δασμοί ξαναγράφουν τον χάρτη των εξαγωγών – Ευκαιρία με αστερίσκους για την Ελλάδα

Η Ελλάδα καλείται να προσαρμοστεί στη γεωπολιτική αστάθεια, στις ανακατατάξεις στο εμπόριο και στις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα - Από το αυξημένο «war risk» έως τους δασμούς των ΗΠΑ και τη συμφωνία με τη Mercosur - Πού κερδίζει και πού δοκιμάζεται το ελληνικό επιχειρείν

Πόλεμοι και δασμοί ξαναγράφουν τον χάρτη των εξαγωγών – Ευκαιρία με αστερίσκους για την Ελλάδα

Σε μια περίοδο όπου η αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας επανασχεδιάζεται, οι ελληνικές εξαγωγές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό στοίχημα: να διατηρήσουν τη δυναμική που κατέγραψαν την τελευταία δεκαετία και ταυτόχρονα να προσαρμοστούν σε ένα πιο σύνθετο και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον.

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, με αιχμή τη νέα εστία αστάθειας στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία και η επανεμφάνιση προστατευτικών πολιτικών με επίκεντρο τους δασμούς Τραμπ σε συνδυασμό με την αναδιάταξη των εμπορικών συμμαχιών δημιουργούν ένα σκηνικό αυξημένης αβεβαιότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, «η Ελλάδα καλείται να επανασχεδιάσει την εξαγωγική της στρατηγική, όχι ως μια συγκυριακή προσαρμογή αλλά ως μια δομική μετατόπιση». Η μετατόπιση αυτή αφορά όχι μόνο το πού κατευθύνονται τα ελληνικά προϊόντα, αλλά και το πώς φτάνουν εκεί, με την εφοδιαστική αλυσίδα να μετατρέπεται σε κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η διπλή εικόνα

Τα στοιχεία του 2025 αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη διττή εικόνα. Σε επίπεδο συνολικών μεγεθών, οι ελληνικές εξαγωγές υποχώρησαν κατά 2,8% και διαμορφώθηκαν στα 48,6 δισ. ευρώ από 50 δισ. ευρώ το 2024. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή: οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2%, φτάνοντας τα 36,92 δισ. ευρώ.

Η διάκριση αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη σταδιακή μετατόπιση της ελληνικής εξαγωγικής βάσης προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και μεγαλύτερης σταθερότητας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αποτυπώνει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε κρίσιμους κλάδους, από τα τρόφιμα και τα δομικά υλικά έως τα βιομηχανικά προϊόντα.

Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 4,1%, οδηγώντας σε περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος κατά 5,9%, στα 33,52 δισ. ευρώ. Ωστόσο, χωρίς τα πετρελαιοειδή, το έλλειμμα αυξάνεται κατά 2,9%, υπογραμμίζοντας την εξάρτηση της οικονομίας από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά.

Αυτό το στοιχείο, σύμφωνα με οικονομικές αναλυτές, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου προστατευτισμού, όπου η πρόσβαση σε κρίσιμες εισροές μπορεί να καταστεί ακριβότερη ή και πιο αβέβαιη, επηρεάζοντας συνολικά την παραγωγική βάση.

Το «ασφαλές λιμάνι»

Η γεωγραφική κατανομή των εξαγωγών επιβεβαιώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ελληνικής εξωστρέφειας. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι εξαγωγές προς τις χώρες της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 11,8%, ενώ προς τις τρίτες χώρες κατέγραψαν πτώση 11,5%. Ακόμη και χωρίς τα πετρελαιοειδή, η εικόνα παραμένει ίδια: άνοδος 5,4% προς την ΕΕ και μείωση 8% προς τις τρίτες χώρες. Το μήνυμα είναι σαφές. Σε περιόδους αβεβαιότητας, οι επιχειρήσεις στρέφονται σε αγορές με χαμηλότερο ρίσκο και υψηλότερη προβλεψιμότητα.

Ωστόσο, αυτή η «εστίαση στην Ευρώπη» έχει όρια. Η Γηραιά Ηπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και έντονο ανταγωνισμό, γεγονός που περιορίζει τις προοπτικές ταχείας επέκτασης. Επιπλέον, η ενίσχυση του ενδοευρωπαϊκού ανταγωνισμού – ιδίως σε τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα – αυξάνει την πίεση στις τιμές, ενώ οι κανονιστικές απαιτήσεις (π.χ. ESG, περιβαλλοντικά πρότυπα) ανεβάζουν το κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις.

Ο νέος πονοκέφαλος

Σε αυτό το ήδη σύνθετο περιβάλλον, η επανεμφάνιση προστατευτικών πολιτικών από τις Ηνωμένες Πολιτείες προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Οι δασμοί που επανέρχονται στο τραπέζι επηρεάζουν άμεσα βασικούς εξαγωγικούς κλάδους, δημιουργώντας συνθήκες αστάθειας σε μια από τις σημαντικότερες αγορές εκτός Ευρώπης.

Η ελληνική εμπειρία δεν είναι θεωρητική. Για παράδειγμα ο κλάδος της επιτραπέζιας ελιάς βίωσε ήδη τις επιπτώσεις των δασμολογικών μέτρων, με τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ να υποχωρούν το 2025 κατά περίπου 6,5%. Οι νέες επιβαρύνσεις, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ) Κώστα Ζούκας ροκανίζουν την ανταγωνιστικότητα, ιδίως απέναντι σε χώρες που απολαμβάνουν ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης. Οι δασμοί λειτουργούν και ως καταλύτης ανακατανομής των παγκόσμιων εμπορικών ροών. Επιχειρήσεις που μέχρι πρότινος είχαν ισχυρή παρουσία στις ΗΠΑ, εξετάζουν πλέον εναλλακτικές αγορές, εντείνοντας τον ανταγωνισμό σε άλλες περιοχές. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο κατακερματισμένη και λιγότερο προβλέψιμη παγκόσμια αγορά.

Ευκαιρία με αστερίσκους

Στον αντίποδα, οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης δημιουργούν νέες προοπτικές. Η συμφωνία με τη Mercosur ανοίγει μια τεράστια αγορά, προσφέροντας δυνατότητες διείσδυσης για ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας.

Οπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, η μείωση των δασμών μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής, ιδιαίτερα για τον αγροδιατροφικό τομέα και τα δομικά υλικά. Ωστόσο, η συμφωνία ενισχύει και τον ανταγωνισμό, καθώς προϊόντα από τη Λατινική Αμερική αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ενώ κάποια ευρωπαϊκά προϊόντα όπως η επιτραπέζια ελιά συνεχίζουν να επιβαρύνονται με υψηλούς δασμούς. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ενισχύσουν περαιτέρω την ποιότητα, το branding και την πιστοποίηση των προϊόντων τους.

Παράλληλα, δημιουργούνται και έμμεσες ευκαιρίες: η ενίσχυση των εμπορικών ροών μεταξύ Ευρώπης και Νότιας Αμερικής μπορεί να οδηγήσει σε νέες συνεργασίες, επενδύσεις και συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρύτερες αλυσίδες αξίας.

Αν κάτι διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία, αυτό είναι η πίεση που υφίσταται το κόστος παραγωγής και λειτουργίας. Η εφοδιαστική αλυσίδα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο. Οι αυξήσεις στα ναύλα (10%-15%) και η εκτίναξη του κόστους ασφάλισης (war risk) λόγω της πολεμικής σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο επηρεάζουν το σύνολο των εξαγωγών. Το πρόβλημα είναι οριζόντιο και πλήττει τη συνολική ανταγωνιστικότητα, ανεξαρτήτως αγοράς-στόχου.

Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με στελέχη των εξαγωγικών επιχειρήσεων, φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της ναυτιλίας και των logistics. «Η δυνατότητα διασφάλισης σταθερών και ανταγωνιστικών μεταφορικών διαδρομών», όπως λένε, «μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση εξαγωγικών μεριδίων».

Νέες αγορές και ισορροπίες

Ποια κατεύθυνση ωστόσο πρέπει να ακολουθήσουν οι ελληνικές εξαγωγές; Προς ποιο σημείο πρέπει να στοχεύσει η εξαγωγική πυξίδα της χώρας; Οι έλληνες εξαγωγείς θεωρούν πως η γεωγραφική διαφοροποίηση πρέπει να καταστεί στρατηγική επιλογή. Αγορές όπως η Ινδία, η Νοτιοανατολική Ασία και η Αφρική προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες, αλλά απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και αντοχές.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις, όπως λένε παράγοντες της αγοράς, καλούνται να κινηθούν πιο επιθετικά, επενδύοντας σε τοπική παρουσία, συνεργασίες και προσαρμογή προϊόντων. Η ψηφιοποίηση των εμπορικών διαδικασιών και η καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντές αυτής της μετάβασης, σημειώνουν, προσθέτοντας πως η νέα πραγματικότητα επιβάλλει επανεξέταση των στρατηγικών στόχων. «Η Ελλάδα», λένε κλείνοντας, «διαθέτει τα πλεονεκτήματα, ωστόσο το ζητούμενο είναι η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα στην προσαρμογή. Σε ένα περιβάλλον διαρκών ανατροπών, η εξωστρέφεια δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version