Ο Τζεφ Κουνς θέλει να δημιουργεί εμπειρίες «οπτικής μέθης». Αν κρίνει κανείς από την υποδοχή που είχε το έργο του «Balloon Venis Lespugue (Orange)» στο πλαίσιο της έκθεσης στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης που το φέρνει σε διάλογο με το παλαιολιθικό ειδώλιο που το ενέπνευσε και άλλα εννέα αγαλματίδια, πέτυχε και αυτή τη φορά τον στόχο του.
Η μετάβαση από τη σκοτεινή αίθουσα του Μεγάρου Σταθάτου που φιλοξενεί τα μικροσκοπικά ειδώλια-πιστοποιημένα αντίγραφα στο ολόφωτο δωμάτιο όπου δεσπόζει η γιγαντιαία, συγκριτικά, Αφροδίτη του Κουνς, είναι σύντομη σε απόσταση αλλά μεγάλη σε σημασία. Είναι μια μετατόπιση κλίμακας και εποχής που λέει πολλά, μεταξύ άλλων, για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα την εικόνα, για τη σχέση μας με το θέαμα και, αναπόφευκτα, για τη λογική του instagramability.
Ταυτόχρονα, όμως, ανοίγει ένα πεδίο για την έννοια της αποδοχής, όπως ο ίδιος ο Κουνς επιμένει να την ορίζει. «Θέλω να κάνω έργα που αγκαλιάζουν τους πάντες». Αυτό είναι ίσως το βασικό που κρατώ από τη μαραθώνια Τζεφ Κουνς-ιάδα και από τη συναναστροφή με έναν δημιουργό ευγενή, συγκροτημένο και με λόγο λίγο πιο σύνθετο απ’ όσο θα περίμεναν ακόμη και οι ορκισμένοι επικριτές του. Σε κάθε του εμφάνιση – στη συζήτηση με τον επιστημονικό διευθυντή του μουσείου Παναγιώτη Ιωσήφ, στη συνέντευξη Τύπου, στο στρογγυλό τραπέζι με δημοσιογράφους – επανερχόταν στην ιδέα ενός έργου «που υποδέχεται τον θεατή, που τον περιλαμβάνει κυριολεκτικά μέσω της ανακλαστικής του επιφάνειας, χωρίς καμία επικριτική διάθεση».
Η αποδοχή, έννοια που θα περίμενε κανείς να είναι αυτονόητη στη σύγχρονη εποχή, βρίσκεται στον πυρήνα της δουλειάς του από νωρίς. Στη σειρά «Banality» (’80s) αφορούσε την αποδοχή του ίδιου του εαυτού και της πολιτισμικής του καταγωγής. Στη «Made in Heaven» (’90s) μετατοπίστηκε στη σεξουαλικότητα και στην ανάγκη απελευθέρωσης από την ενοχή, την ντροπή και την κρίση που τη συνοδεύουν – παρτενέρ του στα έργα ήταν η τότε σύντροφός του και πορνοστάρ, Ιλόνα Στάλερ. «Δεν την παρουσίαζα ως πρότυπο σωματικής τελειότητας. Ελεγα ότι μπορώ να αποδεχτώ το παρελθόν της, ότι το καθετί είναι τέλειο μέσα στην ίδια του την ύπαρξη».
Ισως τελικά και ο ίδιος ο δημιουργός είναι σαν τα δημιουργήματά του. «Κάτι που φαίνεται αλλά δεν είναι, ένα παιχνίδι ανάμεσα στην επιφάνεια και την προέλευση του υλικού». Αλλο ένα μαγικό πράγμα με το έργο του, αυτή η αίσθηση «τεχνητής πολυτέλειας» που αποπνέουν τα δημιουργήματά του.
Κι αυτό χάρη στο εξωπραγματικά αψεγάδιαστο, λαμπερό φινίρισμα ενός ευτελούς υλικού, του ανοξείδωτου ατσαλιού, «ενός βιομηχανικού υλικού που συνδέεται με καθημερινά, λαϊκά αντικείμενα (κουτάλια, πιρούνια), άρα με κάτι χρηστικό και όχι με την πραγματική πολυτέλεια». Μια ιδέα που του πρωτοήρθε όταν είδε ένα φορτηγό με μπουκάλια ουίσκι Jim Beam και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να «λειτουργήσει ως ένα ενδιαφέρον ready-made», στα πρότυπα του προτύπου του και πρώτου διδάξαντα Μαρσέλ Ντισάν. Τελικά το «Jim Beam Box Car» (1986) που προέκυψε ήταν από το υλικό που έμελλε να χαρακτηρίσει τη δουλειά του. «Νιώθω ότι με αυτόν τον τρόπο απελευθερώνεται η ψυχή του αντικειμένου, ότι η ουσία του και η εσωτερική του ενέργεια μεταφέρονται και ανασυντίθενται στη νέα του μορφή, δίνοντας στο έργο μια ζωή που υπερβαίνει το υλικό και καθρεφτίζει την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας».
