Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η κλασική αρχαιότητα στον 19ο αιώνα

Από τα εγκαίνια του Ιδρύματος το βάρος έπεσε στην ανάδειξη της σχέσης του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού με τον αρχαίο, κάτι που έγινε εμφανές στην αρχιτεκτονική, στη γλώσσα και στο πρόγραμμα σπουδών του

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η κλασική αρχαιότητα στον 19ο αιώνα

Στις 3 Μαΐου 1837 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Πανεπιστημίου Αθηνών με μια δημόσια τελετή στην Αθήνα. Στους πανηγυρικούς της ημέρας, κοινή ήταν η αναφορά στη σχέση του νεότευκτου ιδρύματος με την αρχαιότητα. Η αγαπημένη κατοικία των αρχαίων Μουσών, όπως ονόμαζαν οι ομιλητές το Πανεπιστήμιο, θα επαναγκαθιστούσε τον πολιτισμό μετά από την εκδίωξή του, στην αρχαία πατρίδα του και από εκεί σε όλη την Ανατολή. Η κλασική αρχαιότητα, όπως είχε μελετηθεί στην Ευρώπη, την πνευματική μητέρα των πανεπιστημιακών καθηγητών, αναγορευόταν ως η κοινή γέφυρα ανάμεσα στο νεότευκτο ίδρυμα και στους προγενέστερους αδελφούς του, τα αντίστοιχα δυτικά ιδρύματα.

Η έμφαση στη σύνδεση του Πανεπιστημίου με την αρχαιότητα ήταν μια πολιτική επιλογή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Όθωνα. Ο πατέρας του, Λουδοβίκος της Βαυαρίας, ήταν γνωστός φιλέλληνας και λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η βαυαρική διακυβέρνηση έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ανάδειξη της σχέσης του σύγχρονου ελληνικού με τον αρχαίο, όπως αποτυπώθηκε, λ.χ., στην επιλογή της Αθήνας, κέντρου του κλασικού πολιτισμού, ως πρωτεύουσας του νέου βασιλείου. Συνολικά, η αρχαία Ελλάδα και ο κλασικισμός υπήρξαν βασικά σημεία αναφοράς για την εκπαίδευση στο ελληνικό βασίλειο. Στην περίπτωση του Πανεπιστημίου, η αρχιτεκτονική των κτιρίων, τα σύμβολα, η ορολογία, οι τελετές ορίστηκαν από τη σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Λ.χ., η κεντρική σφραγίδα του Πανεπιστημίου έφερε στο κέντρο της μια κουκουβάγια, σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Το 1837, εκτός από τη σφραγίδα της Θεολογικής, η οποία έφερε μονόγραμμα των πρώτων χριστιανών, οι σφραγίδες των άλλων σχολών έφεραν ως εμβλήματα αρχαία ελληνικά θέματα: της Νομικής τη Θέμιδα, της Ιατρικής τον Ασκληπιό, της Φιλοσοφικής τον Αριστοτέλη. Το 1887, για τις γιορτές της 50ετηρίδας του Πανεπιστημίου, η Σύγκλητος παρήγγειλε στον ζωγράφο Νικόλαο Γύζη να ζωγραφίσει το λάβαρο του Ιδρύματος, στο οποίο απεικονίστηκε η θεά Αθηνά με το δόρυ και την ασπίδα της.

Στο κεντρικό κτίριο των Προπυλαίων ο εξωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος είχε θέμα τις επιστήμες προσωποποιημένες, ενώ στην αίθουσα τελετών οι απεικονίσεις των αρχαίων διασήμων ανδρών εμπλέκονταν με τους έλληνες λογίους που διέδωσαν το έργο τους. Σε αυτή την κατεύθυνση, είναι χαρακτηριστική η τοιχογραφία στην εσωτερική πρόσοψη των Προπυλαίων. Το σχέδιό της είχε ανατεθεί στον ζωγράφο Karl Rahl από τον Σίνα το 1861. Η τοιχογραφία ολοκληρώθηκε το 1888 (περισσότερα από 25 χρόνια από την έξωση του Όθωνα), μετά τον θάνατο του Rahl, από τον ζωγράφο Eduard Lebiedski. Στην τοιχογραφία παριστάνεται ο Όθωνας, καθιστός σε θρόνο, περιστοιχισμένος από τις αναγεννημένες στο νεοσύστατο κράτος επιστήμες. Οι Επιστήμες είναι προσωποποιημένες με γυναικείες μορφές κατά τα πρότυπα της Αναγέννησης. Αριστερά και δεξιά της σκηνής αποτυπώνεται η εξιστόρηση του αρχαίου κόσμου, που ξεκινάει με τον Προμηθέα. Ακολουθεί μια σειρά προσωπικοτήτων του αρχαίου ελληνικού κόσμου, φιλόσοφοι, πολεμιστές, πολιτικοί, ποιητές κ.ά. Η διαδρομή ολοκληρώνεται με τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος συμβολίζει τη μετάβαση από την ειδωλολατρία στον χριστιανισμό.

Η «ιερή» γλώσσα

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του Ιδρύματος τα αρχαία ελληνικά αναδείχθηκαν στην «ιερή» γλώσσα του. Οι πτυχιακές εργασίες των φοιτητών έπρεπε, ανεξάρτητα ειδικότητας, να είναι γραμμένες στα αρχαία, στην πραγματικότητα στην καθαρεύουσα. Η επιλογή των ονομάτων για τις πανεπιστημιακές αρχές και όργανα (πρύτανης, κοσμήτορας, σύγκλητος) είχαν επίσης αναφορά στην αρχαία Ελλάδα. Στους ποιητικούς διαγωνισμούς που διοργάνωνε το Ίδρυμα, η επίσημη γλώσσα συμμετοχής για την πρώτη δεκαετία διεξαγωγής τους (1851-1861) ήταν μόνο η αρχαία ελληνική ή η καθαρεύουσα. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν απαγορευμένη. Η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, η ανωτερότητα, η πληρότητα, το κύρος και η καθαρότητα από βαρβαρισμούς και ξένες προσμείξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αποτέλεσε ένα από τα κύρια επιχειρήματα βάσει των οποίων οι καθηγητές του Πανεπιστημίου πρωτοστάτησαν στον εξαρχαϊσμό της γλώσσας, στα μέσα του 19ου αιώνα.

H ελληνική αρχαιότητα αποτέλεσε το κύριο νομιμοποιητικό στοιχείο κάθε επιστήμης που καλλιεργήθηκε στο Πανεπιστήμιο, όπως αποτυπώθηκε άλλωστε και στα εισαγωγικά δημοσιευμένα μαθήματα πολλών καθηγητών, όπου και οι αναφορές στους αρχαίους έλληνες προγόνους, θεμελιωτές συνήθως του αντίστοιχου γνωστικού κλάδου. Η επικέντρωση στην αρχαιότητα αποτυπώθηκε και στο πρόγραμμα σπουδών της κατεξοχήν ασχολούμενης με το παρελθόν Σχολής, της Φιλοσοφικής. Σε όλο τον 19ο αιώνα τα σημαντικότερα γνωστικά αντικείμενα στο Τμήμα Φιλολογίας, όπως η φιλολογία, η ιστορία, η αρχαιολογία και σημαντικό τμήμα της φιλοσοφίας, εστίαζαν στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Το μεγαλύτερο τμήμα της διδασκαλίας της φιλολογίας αφορούσε την κλασική Ελλάδα και τους μεγάλους δημιουργούς (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Πίνδαρος κ.ά.). Αντίστοιχα, στην αρχαιολογία η διδασκαλία επικεντρωνόταν στην κλασική αρχαιότητα, και μάλιστα στις πιο σημαντικές στιγμές της: η ιστορία της καλλιτεχνίας, της τέχνης, της πλαστικής και της αρχιτεκτονικής με χώρο επίσκεψης και άσκησης τις αρχαιότητες από την Ακρόπολη και από τη δεκαετία του 1880 το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στο τέλος του 19ου αιώνα ξεκίνησαν και οι αρχαιολογικές εκδρομές σε τόπους συνδεδεμένους με το αρχαίο ελληνικό παρελθόν (Μαραθώνας, Σαλαμίνα, Μυκήνες, Ολυμπία κ.ά.), οι οποίες θεσμοθετήθηκαν το 1906 με βασιλικό διάταγμα.

Από τη μια, ο αρχαιοκεντρικός προσανατολισμός ήταν σε αντιστοιχία με τις ευρύτερες κατευθύνσεις των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Από την άλλη, η έμφαση στην αρχαιότητα στο πρόγραμμα της Φιλοσοφικής Σχολής συνδεόταν με τον σημαίνοντα ρόλο που το Πανεπιστήμιο διαδραμάτισε στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Η Φιλοσοφική είχε κατ’ αρχάς τον κύριο ρόλο στην εκπαίδευση των καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ σε όλο τον 19ο αιώνα ήλεγχε και την εκπαίδευση των δασκάλων. Στο Φιλολογικό Φροντιστήριο (ίδρυση 1884), στο πρώτο και μόνο φροντιστήριο του Πανεπιστημίου έως και τη δεκαετία του 1880, όλοι όσοι ήθελαν να διδάξουν στη Μέση Εκπαίδευση, διδάσκονταν κατ’ αποκλειστικότητα αρχαία και λατινικά.

Η νέα προσέγγιση

Η αντίληψη για την αρχαιότητα και τις προσεγγίσεις της δεν υπήρξε ούτε ενιαία ούτε ομοιογενής ακόμη και στους κύκλους των πανεπιστημιακών υποστηρικτών της. Η είσοδος λ.χ. του Κωνσταντίνου Κόντου στο Πανεπιστήμιο το 1868 σηματοδοτούσε μια νέα αντίληψη για τη φιλολογία, μακράν της αρχαιογνωστικής συγκρότησης των προηγουμένων, με έμφαση στη γραμματολογία και στην κριτική των κειμένων, με λεπτομερή έρευνα σε γραμματικά ζητήματα. Η επιλογή των κειμένων, που γινόταν με κριτήρια όπως η γλωσσική καθαρότητα ή η συντακτική ορθότητα, υποβάθμιζε την ιστορική διάστασή τους, στοιχείο το οποίο είχε τονίσει η προηγούμενη γενιά διδασκόντων, η οποία είχε αντιμετωπίσει τον αρχαίο κλασικό κόσμο ως έναν κόσμο δημοκρατίας και ελευθερίας. Για τους νεότερους καθηγητές της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, κεντρικό θέμα ήταν η καθαρότητα της γλώσσας και η επιμονή στη σωστή χρήση της. Στο τέλος του 19ου αιώνα ιδιαίτερα η Φιλοσοφική Σχολή αποτέλεσε το προπύργιο της κινητοποίησης για τη χρήση της καθαρεύουσας στη σχολική εκπαίδευση και της αναγνώρισής της ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Το αρχαιόπληκτο όπως κατηγορήθηκε από τους δημοτικιστές Πανεπιστήμιο πρωτοστάτησε στο γλωσσικό ζήτημα αναδεικνύοντας στην επιχειρηματολογία του τη γλώσσα ως κύριο αποδεικτικό στοιχείο της σχέσης με τους αρχαίους και απαραίτητο διαβατήριο για την αναγνώριση της σύνδεσης από τους Ευρωπαίους.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version