Γενόσημα στην Ελλάδα, όταν η προκατάληψη υπερισχύει της επιστήμης

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, με δεκάδες παραγωγικές μονάδες και χιλιάδες εργαζομένους, παράγει κυρίως γενόσημα, καλύπτοντας πάνω από το 10% της ευρωπαϊκής παραγωγής και συμβάλλοντας ουσιαστικά στις εξαγωγές της χώρας

Γενόσημα στην Ελλάδα, όταν η προκατάληψη υπερισχύει της επιστήμης

Τα γενόσημα φάρμακα είναι θεραπευτικά ισοδύναμα των πρωτοτύπων, με σημαντικά χαμηλότερο κόστος. Στη χώρα μας, ωστόσο, τα συνοδεύει μια επίμονη και διαδεδομένη προκατάληψη, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και σε τμήμα της ιατρικής κοινότητας, ότι αποτελούν προϊόντα δεύτερης κατηγορίας, απομιμήσεις των «αυθεντικών», κατάλληλα μόνο για όσους δεν έχουν οικονομική άνεση. Η αντίληψη αυτή δεν έχει επιστημονική βάση και είναι επιζήμια για πολλούς λόγους.

Τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν είναι απλά καταναλωτικά αγαθά. Για να κυκλοφορήσει ένα φάρμακο απαιτούνται εκτεταμένοι και αυστηροί έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων. Η έγκρισή του βασίζεται σε πλήρη τεκμηρίωση της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του. Κάθε φαρμακευτικό προϊόν περιέχει τη δραστική ουσία και τα απαραίτητα έκδοχα για τη μορφοποίησή του και συνοδεύεται από αναλυτικό φάκελο ελέγχων, παραγωγής, καθώς και στοιχείων που αφορούν την άδεια κυκλοφορίας και τα πνευματικά δικαιώματα.

Ενα γενόσημο μπορεί να λάβει άδεια κυκλοφορίας μετά τη λήξη του 20ετούς διπλώματος ευρεσιτεχνίας της δραστικής ουσίας, πρακτικά περίπου 10 χρόνια μετά την πρώτη διάθεση του πρωτοτύπου, καθώς η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου διαρκεί τουλάχιστον μία δεκαετία. Το γενόσημο περιέχει την ίδια δραστική ουσία, στην ίδια δοσολογία με το πρωτότυπο και διαφέρει μόνο στα έκδοχα και σε επιμέρους διαδικασίες παραγωγής. Οι διαφορές αυτές γεφυρώνονται μέσω κλινικής μελέτης βιοϊσοδυναμίας, κατά την οποία συγκρίνονται, με κατάλληλη στατιστική ανάλυση, τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα υγιών εθελοντών που λαμβάνουν διαδοχικά και τα δύο σκευάσματα, εξασφαλίζοντας ότι η κλινική τους απόδοση είναι ισοδύναμη.

Διεθνώς, τα γενόσημα αποτελούν βασικό πυλώνα των συστημάτων υγείας, καθώς εξοικονομούν πόρους τόσο λόγω χαμηλότερης τιμής όσο και επειδή η παρουσία τους στην αγορά συμπιέζει το κόστος και των πρωτοτύπων. Στην Ευρώπη καλύπτουν περίπου το 70% του όγκου των φαρμάκων και στις ΗΠΑ το 90%. Στην Ελλάδα, όμως, το ποσοστό τους παραμένει γύρω στο 35%. Παρότι η διαφορά τιμής μετακυλίεται σε σημαντικό βαθμό στον ασθενή μέσω της συμμετοχής ασφαλισμένου, πολλοί εξακολουθούν να προτιμούν τα πρωτότυπα, επηρεασμένοι από την εσφαλμένη αντίληψη περί ανώτερης θεραπευτικής αξίας.

Η ενίσχυση της χρήσης γενοσήμων έχει επίσης μεγάλη σημασία στην εθνική οικονομία. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, με δεκάδες παραγωγικές μονάδες και χιλιάδες εργαζομένους, παράγει κυρίως γενόσημα, καλύπτοντας πάνω από το 10% της ευρωπαϊκής παραγωγής και συμβάλλοντας ουσιαστικά στις εξαγωγές της χώρας. Παρατηρείται έτσι μια οξύμωρη αντίφαση: ένα από τα ισχυρότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Ελλάδας παραμένει στο εσωτερικό της υποτιμημένο, εξαιτίας αντιεπιστημονικών στερεοτύπων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Συμπερασματικά, τα γενόσημα είναι ασφαλή, αποτελεσματικά και θεραπευτικά ισοδύναμα με τα πρωτότυπα. Η ευρύτερη αποδοχή τους ενισχύει τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας, μειώνει τη φαρμακευτική δαπάνη και στηρίζει την εθνική οικονομία.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version