Υπάρχουν κληρονόμοι που γεννιούνται μέσα στον πλούτο κι άλλοι που αποφασίζουν να τον μετατρέψουν σε αφήγηση. Το βλέμμα στρέφεται στη Doris Duke, την ανυπότακτη κληρονόμο που μετέτρεψε μια αμύθητη περιουσία σε τέχνη, πολιτισμό και κοσμήματα που άφησαν εποχή. Έχουμε ξαναγράψει για τη ζωή της Duke, η οποία στα 12 έγινε δισεκατομμυριούχος κι αργότερα φιλάνθρωπος, ευεργέτιδα των τεχνών και...ατιμώρητη δολοφόνος. Σε κάθε περίπτωση, υπήρξε μια μορφή που κινήθηκε ανάμεσα στην αμερικανική αριστοκρατία του 20ού αιώνα με τρόπο απρόβλεπτο και συχνά προκλητικό. Αυτή τη φορά, θα επικεντρωθούμε στη συλλογή με τα κοσμήματά της.
Γεννημένη το 1912 στο Μανχάταν, με διαφορά μόλις λίγων ημερών από την επίσης διάσημη κληρονόμο Barbara Hutton, μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον πλούτου και δημοσιότητας. Ο Τύπος τις αντιμετώπιζε ως δίδυμο φαινόμενο, αποκαλώντας τες «The Gold Dust Twins» και παρακολουθώντας κάθε τους εμφάνιση, κάθε χορό, κάθε κόσμημα που στόλιζε τον λαιμό τους. Υπήρξαν σταθερά παρούσες στις λίστες των πιο καλοντυμένων γυναικών της εποχής, προκάλεσαν αντιδράσεις με τις επιλογές τους και τελικά αποκλείστηκαν από το Social Register Association, μια συμβολική ρήξη με τους άκαμπτους κανόνες της υψηλής κοινωνίας. Ο αποκλεισμός τους συνδέθηκε με διαζύγια, γάμους και δημόσιες επιλογές που κρίθηκαν «ακατάλληλες» για γυναίκες της τάξης τους, αλλά και με τη γενικότερη δυσπιστία της παλιάς ελίτ απέναντι στο βιομηχανικό «νέο χρήμα», από το οποίο προέρχονταν αμφότερες.
Η Doris Duke, ωστόσο, διαμόρφωσε μια διαφορετική δημόσια εικόνα. Ήταν η μοναχοκόρη του James Buchanan Duke, ιδρυτή της American Tobacco Company, και σε ηλικία δώδεκα ετών χαρακτηρίστηκε «το πλουσιότερο μικρό κορίτσι στον κόσμο». Η κληρονομιά της ήταν τεράστια, σχεδόν αδιανόητη για τα δεδομένα της εποχής. Εκείνη, όμως, δεν επέλεξε να περιοριστεί στον ρόλο της κληρονόμου.
Ανέπτυξε έντονη δράση ως φιλάνθρωπος και προστάτιδα των τεχνών, επένδυσε σε πολιτιστικά εγχειρήματα, ασχολήθηκε συστηματικά με την κηποτεχνία και ταξίδεψε εκτενώς, καλλιεργώντας βαθύ ενδιαφέρον για διαφορετικούς πολιτισμούς. Οι κατοικίες της γέμισαν με έργα ισλαμικής τέχνης, αντίκες, σπάνια έπιπλα και πολύτιμους λίθους. Τα σπίτια της λειτουργούσαν έτσι ως επιμελημένα περιβάλλοντα πολιτισμικού διαλόγου.
Στον πυρήνα αυτής της κοσμοπολίτικης ταυτότητας βρισκόταν και η σχέση της με το κόσμημα. Διότι πιο κοσμοπολίτικη συλλογή από εκείνη της Duke δεν πρέπει να έχει υπάρξει ξανά στη σύγχρονη ιστορία. Ένα πάντρεμα ισλαμικής, ινδικής και χαβανέζικης τέχνης, Art Deco, Belle Époque κλπ. Παρότι δεν μιλούσε δημόσια για τη συλλογή της, το σύνολο των κοσμημάτων της θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνο βασιλικών οίκων. Μεγαλοπρεπή διαμάντια, σπάνιοι πολύτιμοι λίθοι, εντυπωσιακά περιδέραια και ιστορικά κομμάτια συνέθεταν μια συλλογή που ξεπερνούσε τη λογική της απλής επίδειξης πλούτου. Τα κοσμήματά της δεν ζούσαν σε θυρίδες. Ήταν μέρος της καθημερινότητάς της, της αισθητικής της, του τρόπου που κινούνταν στον κόσμο. Τα φορούσε με φυσικότητα, τα ενέτασσε στη ρουτίνα της, ταξίδευε μαζί τους. Κάθε κόσμημα λειτουργούσε ως φορέας μνήμης - μιας διαδρομής, ενός τόπου, μιας επιλογής.
Το πιο εμβληματικό κομμάτι που συνδέθηκε με το όνομά της ήταν ένα εντυπωσιακό διαμάντι άνω των 45 καρατίων, σε σχήμα αχλαδιού, που αργότερα έγινε γνωστό ως “Duke Diamond”. Το πετράδι αυτό, συνδεδεμένο με τον οίκο Harry Winston, αποτυπώνει την κλίμακα στην οποία κινούνταν: λίθοι μουσειακής αξίας, κοσμήματα που δεν λειτουργούσαν απλώς ως αξεσουάρ αλλά ως αυτόνομα αντικείμενα τέχνης.
Η Duke συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους οίκους υψηλής κοσμηματοποιίας του 20ού αιώνα. Ο Cartier υπήρξε ένας από τους σταθερούς της συνομιλητές, ιδιαίτερα σε κομμάτια με έντονο διακοσμητικό χαρακτήρα και ιστορικές αναφορές. Παράλληλα, η σχέση της με τον Verdura αντανακλούσε την αγάπη της για πιο τολμηρά, γλυπτικά σχέδια, με κοσμήματα που είχαν αρχιτεκτονική δομή, όγκο και ένταση.
Παρακάτω, βλέπουμε ένα από τα πιο ξεχωριστά κομμάτια της συλλογής της. Πρόκειται για ένα Cartier περιδέραιο, που ενώνει το Art Deco με την ινδική αισθητική. Το κόσμημα συγκροτείται από δώδεκα διαμάντια κοπής table-cut, με επένδυση φύλλου στο πίσω μέρος, μια τεχνική που ενισχύει τη φωτεινότητά τους. Κάθε λίθος πλαισιώνεται από διαμάντια κυκλικής κοπής και περιβάλλεται από λεπτοδουλεμένα μοτίβα, που προσδίδουν ρυθμό και διακοσμητική χάρη στη σύνθεση. Το περιδέραιο έκανε comeback, όταν το φόρεσε η Monica Bellucci στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2005. Την επόμενη χρονιά, το επέλεξε η Bridget Moynahan για το Met Gala της Νέας Υόρκης, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για κόσμημα που υπερβαίνει εποχές και περιστάσεις.
Η αισθητική της δεν περιοριζόταν στο δυτικό ύφος. Εξάλλου, η ίδια είχε μελετήσει όσο λίγες δυτικές γυναίκες την ισλαμική τέχνη. Είχε «χτίσει» τόσες και τόσες συλλογές μουσείων, δωρίζοντάς τους ακριβά έργα τέχνης της Ανατολής και η διακόσμηση των σπιτιών της έφερε πάντα το ανατολίτικο στοιχείο. Το βαθύ ενδιαφέρον της για την ισλαμική τέχνη επηρέασε και τις επιλογές της στα κοσμήματα: περίτεχνες πέτρες, έμφαση στο χρώμα, συμμετρίες που παρέπεμπαν σε γεωμετρικά μοτίβα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα κοσμήματά της συνομιλούσαν με τα αντικείμενα που κοσμούσαν τις κατοικίες της - τα υφάσματα, τα κεραμικά, τις διακοσμητικές επιφάνειες από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Τα περιδέραιά της συχνά είχαν χαρακτήρα statement, όχι όμως με τη λογική της υπερβολής, αλλά με εκείνη της βεβαιότητας. Μεγάλα διαμάντια σε αυστηρές γραμμές, σπάνιοι πολύτιμοι λίθοι τοποθετημένοι έτσι ώστε να αναδεικνύεται η καθαρότητά τους, βραχιόλια με καθαρές, γεωμετρικές γραμμές που υπογράμμιζαν τη δυναμική τους παρουσία. Φορούσε τα κομμάτια της με φυσικότητα και αυτοπεποίθηση, απογυμνώνοντάς τα από την αμηχανία που συχνά συνοδεύει το υπερβολικά πολύτιμο. Πάνω της, το κόσμημα δεν έμοιαζε εύθραυστο ή μουσειακό αλλά ζωντανό, ενταγμένο οργανικά στην κίνησή της και στην καθημερινότητά της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι δεν αντιμετώπιζε τα κοσμήματα ως στατικό κεφάλαιο. Αγόραζε, αντάλλασσε, αναδιαμόρφωνε. Κάποια κομμάτια επανασχεδιάστηκαν μέσα στα χρόνια, ακολουθώντας την εξέλιξη του προσωπικού της ύφους. Η ιδέα της κληρονομιάς, για εκείνη, δεν ταυτιζόταν με την ακινησία· τα αντικείμενα μπορούσαν να αλλάζουν, να μετασχηματίζονται.
Σε αντίθεση με άλλες κληρονόμους της εποχής, που επένδυαν στη δραματικότητα του «πολύτιμου» ως κοινωνικού όπλου, η Doris Duke ενσωμάτωνε τα κοσμήματα σε μια ευρύτερη πολιτισμική αφήγηση. Ήταν μέρος ενός τρόπου ζωής που περιλάμβανε άπλετη τέχνη και ταξίδια. Έτσι, το κόσμημα πάνω της γινόταν σύμβολο επιμέλειας, επιλογής και προσωπικής ματιάς. Το αποτέλεσμα; Μια παρακαταθήκη που ξεπερνά την οικονομική της αξία.

