Το ημερολόγιο γράφει 8 Φεβρουαρίου 1980. Ο Νίκος Ξυλούρης αφήνει την τελευταία του πνοή, μόλις στα 43 του χρόνια, μετά από μια σιωπηλή και επίμονη μάχη με τον καρκίνο, που ξεκίνησε στους πνεύμονες και απλώθηκε στον εγκέφαλο. Η Ελλάδα βυθίζεται σε πένθος· η φωνή του, που συντρόφευε τις αντιστάσεις, τις διαδηλώσεις και τις μνήμες μιας ολόκληρης γενιάς, σβήνει από τη ζωή, αλλά μένει αθάνατη στον χρόνο και στη συλλογική μνήμη του τόπου.
Η μορφή του Νίκου Ξυλούρη επιστρέφει φέτος στο θέατρο σε μια περίοδο όπου η συζήτηση γύρω από τις βιογραφικές αφηγήσεις και τα όρια της ιστορικής αναπαράστασης στο θέατρο, τη νοσταλγία και τη θέση του πολιτισμού στο παρόν είναι πιο ζωντανή από ποτέ. Στη σκηνή του Θεάτρου ΗΒΗ, η παράσταση «Ο Αρχάγγελος της Κρήτης», σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη και κείμενο της Ζαχαρένιας Πετράκη, ζωντανεύει την πορεία του Ψαρονίκου από τα Ανώγεια και την Κρήτη της Κατοχής, μέχρι τις αθηναϊκές μπουάτ και τα τραγούδια που σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά. Μια φωνή που σμίγει τον κόσμο και που μέσα από τη λύρα και τη μουσική του, στέκεται απέναντι στη σιωπή, στην αδικία και τη λήθη. Τον ρόλο του σπουδαίου Κρητικού ερμηνευτή αναλαμβάνει ο Αιμιλιανός Σταματάκης, ένας ηθοποιός που τα τελευταία χρόνια επιλέγει μεθοδικά τις δουλειές του και αποφεύγει την εύκολη έκθεση, ακόμη κι όταν αυτή μοιάζει αυτονόητη.
Με αφορμή την παράσταση, η κουβέντα ανοίγει γρήγορα πέρα από τα όρια της σκηνής: στην ευθύνη που φέρει η ενσάρκωση ενός υπαρκτού προσώπου, στη σχέση του σύγχρονου θεάτρου με την κοινωνία, στη νοσταλγία ως κυρίαρχο σύμπτωμα της εποχής, αλλά και στις προσωπικές επιλογές που διαμορφώνουν μια καλλιτεχνική διαδρομή. Ο Αιμιλιανός Σταματάκης μιλά καθάρια και χωρίς εξιδανικεύσεις για τη δουλειά, τις αμφιβολίες, τις μετατοπίσεις του μέσα στον χρόνο και όσα, τελικά, μένουν όταν σβήνουν τα φώτα.
Ποιο ήταν το πρώτο συναίσθημα που ένιωσες όταν σου προτάθηκε να παίξεις τον Νίκο Ξυλούρη;
Τιμή! Εντυπωσιάστηκα κι ένιωσα χαρά και ενθουσιασμό που αυτή η πρόταση έγινε σε μένα. Είναι σαν ένα δώρο.
Δεν ένιωσες καθόλου φόβο;
Σε μεγάλο βαθμό, έχω πάψει εδώ και αρκετά χρόνια να νιώθω φόβο, εμπειρικά. Έχει γίνει τόσες φορές πλέον κάτι αντίστοιχο, που πλέον το βλέπω ως θέμα δουλειάς. Οφείλω πολλά και στους δασκάλους μου αλλά κι εγώ ο ίδιος έχω βρει τη δική μου μέθοδο όταν δουλεύω σε έναν ρόλο, οπότε νιώθω σίγουρος για το πώς θα προχωρήσω. Αυτό δε σημαίνει ότι γνωρίζω εκ των προτέρων ότι κάτι θα πετύχει. Η αποτυχία είναι ένα ενδεχόμενο. Παρ' όλα αυτά, είμαι σίγουρος για την προσπάθειά μου και για τη διαδικασία που ακολουθώ.

Είχες αναφέρει ότι στόχος σου δεν ήταν να τον μιμηθείς. Τι κράτησες από τον χαρακτήρα του Ξυλούρη και τι επέλεξες συνειδητά να μην κρατήσεις;
Πράγματι, δεν είναι ο στόχος μου να μιμηθώ. Εννοείται προσπάθησα να κρατήσω κινησιολογικά, φωνητικά κι εκφραστικά κάποια στοιχεία. Όμως, αυτό που ήθελα, περισσότερο, δεν ήταν να γίνω ο τέλειος μίμος του Ξυλούρη, αλλά να μεταδώσω την ιδέα του, την αίσθηση που είχε ο κόσμος για εκείνον. Όσοι τον γνώρισαν, περιγράφουν έναν άνθρωπο όμορφο, ζεστό, φιλικό, γλυκομίλητο. Μιλάμε για πραγματική καλοσύνη κι όχι για απλή ευγένεια. Πολλοί έφτασαν να λένε ότι είχε κάποιου είδους «ιερότητα». Τόσο πράος και μακριά από κάθε μνησικακία ήταν. Φαντάζεσαι για τι άνθρωπο μιλάμε, όταν κανένας δεν είχε να πει κακό λόγο γι’αυτόν, πριν και μετά τον θάνατό του; Τι άνθρωπος μπορεί να είναι αυτός που να μην έχει προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα σε κανέναν; Είτε κάποιος που παίζει πολύ καλό θέατρο, είτε κάποιος που είναι πραγματικά πράος. Κι εγώ πιστεύω ότι είναι το δεύτερο, γι’ αυτό και τον είπαν «Αρχάγγελο».
Είναι πιο εύκολο να ερμηνεύεις έναν φανταστικό χαρακτήρα ή ένα υπαρκτό πρόσωπο; Φαντάζομαι στον υπαρκτό χαρακτήρα, έχεις περισσότερο υλικό για να στηριχτείς αλλά υπάρχει και το βάρος της ιστορικής ακρίβειας;
Πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ένας φανταστικός ρόλος είναι πολύ πιο εύκολος. Ο πραγματικός άνθρωπος σού θέτει όρια, τα οποία πρέπει να σεβαστείς. Και μάλιστα, όταν μιλάμε για κάποιον σαν τον Νίκο Ξυλούρη, το εγχείρημα γίνεται πιο δύσκολο, εφόσον είναι ένας άνθρωπος της σύγχρονης εποχής, που έχει θαυμαστές και δικούς του ανθρώπους εν ζωή, που τον έχουν βιώσει. Δεν είναι το ίδιο με το να παίξεις, ας πούμε, τον Μέγα Αλέξανδρο. Οι φανταστικοί και οι πραγματικοί χαρακτήρες απαιτούν μια διαφορετική προσέγγιση. Όταν υποδύεσαι ένα υπαρκτό πρόσωπο, λειτουργείς και λίγο μιμητικά για να είσαι κοντά στον ρεαλισμό του ατόμου, όπως τον βίωσαν οι γύρω του. Ενώ, όταν παίζεις έναν φανταστικό χαρακτήρα λειτουργείς σε ένα φαντασιακό επίπεδο και μπορείς να τον ερμηνεύσεις πιο ελεύθερα κι εξπρεσιονιστικά.
Φαντάζεσαι για τι άνθρωπο μιλάμε, που κανένας δεν είχε να πει κακό λόγο γι’αυτόν; Τι άνθρωπος μπορεί να είναι αυτός που δεν έχει προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα σε κανέναν; Είτε κάποιος που παίζει πολύ καλό θέατρο, είτε κάποιος που είναι πραγματικά πράος. Κι εγώ πιστεύω το δεύτερο, γι’ αυτό και τον είπαν «Αρχάγγελο».
Το επώνυμό σου μαρτυρά μια κρητική καταγωγή. Ποια είναι η επαφή σου με την κρητική ταυτότητα και παράδοση;
Έχω απλώς κρητικές ρίζες. Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Από όσο γνωρίζω, η ρίζα μου είναι από τα Χανιά. Για λόγους βεντέτας, οι πρόγονοί μου έφυγαν από την Κρήτη και μεταφέρθηκαν στην Εύβοια. Οπότε, είμαι Αθηναίος αλλά το «χωριό» μου, όπως λέμε οι Έλληνες, είναι η Εύβοια. Όταν δέχτηκα να παίξω τον Ξυλούρη, δε με φόβισε το γεγονός ότι δεν ήμουν κρητικής καταγωγής. Μπορεί να είχα ανησυχίες, αλλά όχι φόβο. Γι’ αυτό και έψαξα να βρω ανθρώπους που θα με έφερναν πιο κοντά στην παράδοση, που θα με μάθαιναν τους ιδιωματισμούς και θα με βοηθούσαν να δουλέψω την προφορά μου. Ούτως ή άλλως, το να μεταμορφώνομαι είναι αυτό που αγαπώ περισσότερο.
Ας μιλήσουμε για έναν άλλο Κρητικό. Πώς είναι να δουλεύεις με τον Νικορέστη Χανιωτάκη, που σκηνοθετεί την παράσταση;
Είναι πολύ «αδελφικά» τα πράγματα. Είμαστε πολύ κοντά, καθότι ανήκουμε στην ίδια γενιά. Έχουμε κοινούς παρανομαστές, πολλούς κοινούς γνωστούς, δεν είχε τύχει μέχρι στιγμής να συνεργαστούμε, αλλά ευτυχώς τα καταφέραμε. Υπήρξε μια σύμπνοια και μια απόλυτη συνεννόηση σε αυτή τη συνεργασία. Ακόμη κι αν υπάρξει διαφορά απόψεων -γιατί διαφωνίες δεν έχουμε- θα λυθεί στο άψε- σβήσε. Υπάρχει μια πολύ όμορφη σύνδεση γιατί ανήκουμε στην ίδια κουλτούρα και γενιά. Μπορώ να πω ότι αυτό μου συμβαίνει πρώτη φορά. Συνήθως δούλευα με μεγαλύτερους ηλικιακά. Οπότε είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι δε δουλεύω μόνο με έναν συνάδελφο αλλά με έναν αδελφό.
Αν υπάρχει θέατρο στην ύψιστη μορφή του, αυτό βρίσκεται στην Ελλάδα, αδιαμφισβήτητα.
Θεωρείς ότι το ελληνικό θέατρο το 2026 συνομιλεί πραγματικά με την κοινωνία ή απλώς ανακυκλώνει φόρμες που θεωρούνται ασφαλείς; Μπορεί το θέατρο να «ενοχλήσει» και να προκαλέσει, όπως έκανε στην εποχή του Ξυλούρη, για παράδειγμα, με «Το μεγάλο μας τσίρκο»;
Υπάρχουν διαφορετικά είδη θεάτρου στην Ελλάδα. Το θέατρο που αναφέρεις, εκείνο που προσπαθεί να ξεσηκώσει, να δυσκολέψει, να ρίξει γροθιά στο σύστημα, υπάρχει ακόμη. Για την ακρίβεια, έχουμε κάθε είδους θέατρο, ειδικά στην Αθήνα. Μιλάμε για μια πόλη με ρεκόρ παραστάσεων, με τουλάχιστον χίλιες παραγωγές κάθε σεζόν. Αυτό που δεν έχουμε είναι συνοχή. Έχουμε τα πάντα, εκτός από συνοχή! Η προσωπική μου άποψη είναι ότι έχουμε πολύ θόρυβο αλλά, μέσα σε αυτόν, ζει και το θέατρο το στοχευμένο, το πολιτικό και στοχαστικό. Αυτό το «λίγο» που έχουμε είναι το καλύτερο θέατρο του κόσμου. Αν υπάρχει θέατρο στην ύψιστη μορφή του, αυτό βρίσκεται στην Ελλάδα, αδιαμφισβήτητα. Οι ηθοποιοί και οι δημιουργοί έχουν κάτι το μοναδικό. Σαφώς, υπάρχουν ελλείψεις. Όλοι γνωρίζουν ότι στο παραγωγικό κομμάτι, σε γενικές γραμμές, είμαστε πολύ πίσω. Οικονομικά πάσχουμε και δε δίνεται στον πολιτισμό αυτό που θα έπρεπε, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Επίσης, από μερίδα της κοινωνίας δεν εκτιμάται το επάγγελμα του πολιτισμού έτσι όπως θα έπρεπε. Όπως και να έχει, τα στοιχεία που αναφέρεις τα έχουμε. Απλά, ο θεατής πρέπει να σκάψει για να τα βρει.

Υπάρχει χώρος για πολιτικό θέατρο, χωρίς να γίνεται διδακτικό; Χωρίς, δηλαδή, να κουνάει το δάχτυλο στο κοινό για το πώς θα «πρέπει να γίνονται τα πράγματα»;
Αυτό είναι άλλο ένα σημείο στο οποίο πάσχουμε. Στην Ελλάδα δεν έχουμε δραματολόγους γιατί δεν το επιτρέπουν οι πολύ ταπεινές παραγωγές που έχουμε. Η δουλειά ενός δραματολόγου, μεταξύ άλλων, είναι να εξυψώσει το πολιτικό στοιχείο, χωρίς να σε προσβάλλει, αλλά παίρνοντάς σε μαζί του. Ακόμη κι όσοι λένε ότι κάνουν δραματουργική επεξεργασία, δεν το έχουν σπουδάσει και συχνά το αναφέρουν χωρίς να γνωρίζουν τι είναι. Αν έπρεπε πολύ επιγραμματικά να εξηγήσω τι είναι η δραματουργική επεξεργασία, θα έλεγα ότι είναι το πώς ο θεατής θα εισπράξει απόλυτα το όραμα του σκηνοθέτη, μέσα από την επεξεργασία του κειμένου. Ορίζει, έτσι, τον τρόπο που θα παίξουν και οι ηθοποιοί, ώστε ο θεατής να αισθανθεί αυτό που οραματίζεται ο δημιουργός. Τα πολιτικά μηνύματα δεν πρέπει να μεταφέρονται «εξυπνακίστικα». Υπάρχουν μέθοδοι, φόρμες και συμβολισμοί. Συχνά αυτό το ξεχνάμε και λέμε «Έλα μωρέ, παίξτο αυτό λίγο πιο κωμικά κι αυτό λίγο δραματικά». Η γέφυρα που ενώνει το κείμενο, τους ηθοποιούς, τον σκηνοθέτη και το κοινό, είναι ο δραματουργός. Αν θες να μιλήσεις για τον Άμλετ πολιτικά, αν θες να τον διαβάσεις μέσα από το πρίσμα της εξουσίας, το κείμενο του Σαίξπηρ από μόνο του δεν αρκεί. Εκεί χρειάζεται ο δραματουργός για να «στρίψει» το κείμενο σε αυτήν την κατεύθυνση.
[Με τον Νικορέστη Χανιωτάκη] Είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι δε δουλεύω μόνο με έναν συνάδελφο αλλά με έναν αδελφό.
Στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια ελληνικές παραγωγές που βασίζονται στις βιογραφίες σημαντικών ανθρώπων. Θεωρείς ότι αυτό είναι απλώς μια μόδα ή καλύπτει κάποια άλλη ανάγκη στον Έλληνα;
Ο κυριότερος λόγος είναι η νοσταλγία, η οποία έχει γίνει σημείο των καιρών μας. Βλέπεις, για παράδειγμα, ότι τα τελευταία χρόνια νοσταλγούμε τη δεκαετία του ‘80 ή του ‘90. Υπήρξαν άνθρωποι που ήταν σταρ. Πλέον, η εποχή μας δε βγάζει αστέρια. Ο λόγος, κατ’ εμέ, είναι ότι υπάρχει υπερκορεσμός στην τέχνη. Βγαίνει τόσο πολύ περιεχόμενο, που δεν ξέρεις τι να δεις και τι να ακούσεις. Έτσι, σταματάς να ξεχωρίζεις πρόσωπα. Υπήρχαν εποχές που ο κόσμος ξεχώριζε τα «αστέρια», γιατί έλαμπαν στο πλήθος. Οι άνθρωποι αυτοί γίνονταν ζωντανοί θρύλοι, ο κόσμος αγόραζε τους δίσκους τους, πήγαινε στις μπουάτ και στα θέατρα για να τους δει. Ξαφνικά, επειδή έχουμε απομακρυνθεί πολύ από αυτήν την εποχή, το να αναβιώσει κάτι τέτοιο μέσω της τέχνης, μας γοητεύει.
Τα πολιτικά μηνύματα δεν πρέπει να μεταφέρονται «εξυπνακίστικα».
Είναι πολύ οξύμωρο όλο αυτό. Ενώ η τέχνη είναι πιο προσβάσιμη από ποτέ, αυτό κάνει τη φήμη λιγότερο προσβάσιμη.
Έχει γίνει προσβάσιμη η εικόνα και η πληροφορία. Η φήμη εξακολουθεί να χτίζεται δύσκολα. Νομίζω σήμερα, ακριβώς λόγω του ίντερνετ και των social media, είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνει κάποιος γνωστός. Κάποτε, αν συμμετείχες σε κάτι σπουδαίο, θα σε έβλεπε όλος ο πλανήτης. Τώρα, τους πάντες μπορεί να μας δει όλος ο πλανήτης, θεωρητικά. Είσαι τόσο κρυμμένος από τα μάτια του κόσμου λόγω της υπερέκθεσης, που είναι πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις.

Ίσως κάποια στιγμή αυτό κάνει τον κύκλο του και πλέον ο κόσμος θα ξεκινήσει και πάλι να κάνει τέχνη από αγάπη κι όχι με απώτερο σκοπό τη φήμη.
Αυτό θα ήταν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Μακάρι!
Είχες εργαστεί στην Αγγλία ως ηθοποιός. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Ήταν όλα αυτά που φανταζόσουν;
Ήταν η απομυθοποίηση όλων αυτών που φανταζόμουν (γέλια). Έζησα δύο χρόνια στην Αγγλία. Μου έλεγαν όλοι να το δοκιμάσω και πήγα κι εγώ με πολύ ενθουσιασμό. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου ως προετοιμασία για να πατήσω γερά στα πόδια μου, πήρα όλες τις οικονομίες μου και πήγα. Αυτό που αντίκρισα στο αγγλικό θέατρο είναι μια απίστευτη οργάνωση σε όλα. Απίστευτη τιμιότητα και δικαιοσύνη. Εκεί δεν έχει «έβαλα το φιλαράκι μου στη δουλειά, να παίξει κι αυτός λίγο». Εκεί ή τα λες ή δεν τα λες. Είναι πολύ σκληρά τα πράγματα. Σε αυτό διαφέρει από το ελληνικό θέατρο. Από την άλλη, είδα επίσης ότι στο καλλιτεχνικό και αισθητικό κομμάτι δεν μας λείπει κάτι. Αυτό που με ώθησε να γυρίσω στην Ελλάδα, ήταν πως ο στόχος που έγινα ηθοποιός είναι για να μιλώ με ανθρώπους που έχουν τη δική μου κουλτούρα, τις δικές μου ανησυχίες και προβληματισμούς. Όταν παίζεις στην Αγγλία -όπου σε βλέπουν άνθρωποι από όλο τον πλανήτη- το κοινό έχει άλλες ανησυχίες. Ήταν και θέμα φιλοσοφικό το πού θα κάνω θέατρο. Ο ξένος κινηματογράφος ή τηλεόραση είναι άλλο κεφάλαιο, αλλά αν ήθελα να κάνω θέατρο, θα έπρεπε να ζω μόνιμα εκεί. Κι αυτό δεν το ήθελα. Οπότε, με το που μου έγινε μια πρόταση από το Εθνικό Θέατρο για να παίξω στην Επίδαυρο, είπα κατευθείαν «ναι».
Στην Αγγλία δεν έχει «έβαλα το φιλαράκι μου στη δουλειά, να παίξει κι αυτός λίγο». Εκεί ή τα λες ή δεν τα λες. Σε αυτό διαφέρει από το ελληνικό θέατρο.
Η Επίδαυρος είναι το «πικ» ενός ηθοποιού ή αυτό είναι περισσότερο μύθος;
Σίγουρα, είναι μια ευλογημένη και πανέμορφη εμπειρία. Το «πικ» το θέτεις εσύ στον εαυτό σου. Μπορεί να παίξεις τρία χρόνια στην Επίδαυρο και να μην ξαναπαίξεις ποτέ ξανά στη ζωή σου. Είναι, πάντως, μια εμπειρία που εύχομαι σε όλους να τη ζήσουν, από άποψη ενέργειας, συνεργασιών, τεχνικής. Είναι κάτι μοναδικό στον κόσμο.
Είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου και τους γύρω σου;
Δυστυχώς, πάρα πολύ. Δε συγχωρώ εύκολα τα λάθη μου κι αυτό είναι πρόβλημα, ειδικά στην υποκριτική. Προσπαθώ να το ξεπεράσω αυτό. Είμαι αυστηρός και με τους γύρω μου πάρα πολύ. Βέβαια, δεν μοιράζομαι την κριτική μου με ένα άτομο που δεν έχουμε οικειότητα. Είμαι αυστηρός κι ευθύς με τους ανθρώπους που αγαπώ και νιώθω κοντά μου. Σε προσωπικό επίπεδο, είμαι αυστηρός αλλά προσπαθώ πάντα για το καλύτερο. Σε επαγγελματικό επίπεδο, όμως, είναι εντελώς λάθος προσέγγιση. Δεν υπάρχουν πραγματικά λάθη στην υποκριτική. Όποιο λάθος συμβαίνει, έχει σκοπό να σου φωτίσει το σωστό. Η αυστηρότητα δε χρειάζεται στην τέχνη, γι’αυτό και πλέον θα ήθελα να την αποβάλω.
Σε αγχώνει το πέρασμα του χρόνου;
Αντιθέτως, με συγκινεί. Το πέρασμα του χρόνου μου θυμίζει την ευαλωτότητά μας, την τρωτότητά μας, το ταξίδι μας πάνω στον κόσμο. Ποτέ δεν με έχει καταβάλλει με τρόπο αυτοκαταστροφικό.
Υπάρχει κάτι για το οποίο στα 20 σου ήσουν απόλυτος, κι όταν το σκέφτεσαι τώρα, αναγνωρίζεις ότι έχεις αλλάξει στάση;
(Γέλια)! Όσους στόχους κι αξίες έθεσα για τον εαυτό μου στα 20-25, μέχρι και σήμερα καλά κρατούν. Από άποψη ιδεολογίας, όμως, έχω αναθεωρήσει αρκετές φορές και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Κάποτε η δασκάλα μου, Τζωρτζίνα Κακουδάκη, σκηνοθέτις… και δραματολόγος -κι ας μην υπάρχουν στην Ελλάδα (γέλια)- μου είπε ότι ένας άνθρωπος που είναι πραγματικα καλλιεργημένος και ώριμος μπορεί να πει «Είπα-ξείπα». Το ζήτημα δεν είναι να κρατήσω τη θέση μου, απλά επειδή κάποια στιγμή πίστεψα κάτι και πρέπει τώρα να βγω σωστός. Είναι να έχω την απλότητα -γιατί, δεν έχει καν να κάνει με θάρρος- να καταλάβω ότι πρέπει να αλλάξω. Είπα, ξείπα! Δεν είναι όλα ένα παιχνίδι «Στα’ λεγα εγώ!». Στην τελική, προσπαθούμε απλώς να ψηλαφίσουμε την πραγματικότητα, χωρίς να ξέρουμε εκ των προτέρων τίποτα για αυτή. Φαντάζομαι θα εξακολουθώ να αλλάζω για πάντα.
Υπήρξαν άνθρωποι που ήταν σταρ. Πλέον, η εποχή μας δε βγάζει αστέρια.
Σου άφησε κάτι η μορφή του Νίκου Ξυλούρη, που θα το κουβαλάς και αφότου ρίξει αυλαία αυτή η παράσταση;
Όταν αισθάνομαι ότι τα πράγματα δυσκολεύουν, όταν συμβαίνει κάτι άδικο ή νιώθω εκνευρισμό, συνειδητοποιώ ότι αυτός ο άνθρωπος τα αντιμετώπιζε όλα με μια μεγαλοσύνη. Απαντούσε πάντα με μια ζεστασιά και μια ηπιότητα, ό,τι κι αν του έφερνε η ζωή. Αυτό τον έκανε πραγματικά ελεύθερο. Θυμίζει τις διδαχές του Βουδισμού αυτό. Να μην προσκολλάσαι σε τίποτα, αρνητικό ή θετικό. Ο Ξυλούρης έφερε πάντα το δικό του φως. Όλη αυτή η εμπειρία με έχει διδάξει να μην στέκομαι σε πράγματα που μου χαλάνε την ενέργειά μου. Είναι κάτι που μέχρι πρόσφατα δεν έκανα. Υπερανέλυα καθετί που με ενοχλούσε, κολλούσα σε αυτό και αναρωτιόμουν «γιατί συνέβη;», «πώς έγινε αυτό;», «πώς μπορώ να το αλλάξω;». Πολλές φορές αυτό δε χρειάζεται. Το «δεν πειράζει» είναι απελευθερωτικό. Κάποιες φορές τα πράγματα είναι έτσι. Το αποδεχόμαστε και προχωράμε.
*Ευχαριστούμε το ξενοδοχείο Astor Hotel Athens (Kαραγιώργη Σερβίας 16, Αθήνα, Τηλ 21 0335 1000) για την ευγενική φιλοξενία.


