ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Peggy Guggenheim, η τελευταία αρχόντισσα της Βενετίας: Πώς ένα ημιτελές παλάτσο άλλαξε για πάντα τη σύγχρονη τέχνη

Peggy Guggenheim, η τελευταία αρχόντισσα της Βενετίας: Πώς ένα ημιτελές παλάτσο άλλαξε για πάντα τη σύγχρονη τέχνη 1
Getty Images/ Ideal Image

Το καλοκαίρι του 1949, ένα γυμνό άγαλμα με υψωμένο μόριο σκανδάλισε τη συντηρητική Βενετία. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η Αμερικανίδα που το τοποθέτησε εκεί —η συλλέκτρια που είχε διασώσει τόσα έργα από τα χέρια των Ναζί— θα γινόταν χρόνια αργότερα η «L’ultima dogaressa» της πόλης.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Στα μέσα του 20ού αιώνα, λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα άγαλμα σκανδάλισε τους κατοίκους της Βενετίας. Δεν επρόκειτο για κάποιο πολιτικό σύμβολο αλλά για τον «Άγγελο της Πόλης» του Marino Marini: ένα γυμνό αγόρι πάνω σε άλογο, με το σώμα εκτεθειμένο και το ανδρικό του μόριο έντονα υψωμένο. Σε μια πόλη όπως η Βενετία, που είναι γεμάτη αγγέλους -από τις προσόψεις των εκκλησιών και τα αετώματα μέχρι τους πίνακες της Αναγέννησης- το συγκεκριμένο άγαλμα έμοιαζε σχεδόν ειρωνικό. Άγγελος, πάντως, δεν ήταν.

Peggy Guggenheim, η τελευταία αρχόντισσα της Βενετίας: Πώς ένα ημιτελές παλάτσο άλλαξε για πάντα τη σύγχρονη τέχνη 2
The Solomon R. Guggenheim Foundation Peggy Guggenheim Collection, Venice

Κι όμως, ο «άγγελος» αυτός τοποθετήθηκε μπροστά από το Παλάτσο Βενιέρ ντέι Λεόνι το οποίο τον Ιούλιο του 1949 είχε μόλις αγοράσει η Peggy Guggenheim, μαζί με τον κήπο που απλωνόταν πίσω του, στο Μεγάλο Κανάλι. Το χάλκινο αγόρι, στραμμένο προς το νερό, έμοιαζε να φρουρεί τη νέα κατοικία της. Η απόφαση της Guggenheim να εγκατασταθεί εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια δεν ήταν μια ακόμη εκκεντρικότητα μιας κοσμοπολίτισσας κληρονόμου. Ήταν επιλογή τόπου και ταυτότητας, μια πράξη που συνέδεσε οριστικά το όνομά της με τη μυθολογία της Βενετίας. Ως γνωστόν, η πόλη σπανίως παραχωρεί τον εαυτό της σε ξένους. Τους δοκιμάζει, τους γοητεύει, τους διασκεδάζει κι ύστερα τους αποβάλλει. Η Guggenheim ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις όπου η πόλη την αγκάλιασε. Άλλωστε, και η ίδια δεν είχε καμία πρόθεση να κατευνάσει τις αντιδράσεις. «Ήμουν απελευθερωμένη γυναίκα πολύ πριν υπάρξει αυτός ο όρος», είχε δηλώσει. Η παρουσία της, όπως και το προκλητικό γλυπτό, δεν ζητούσε έγκριση. Δήλωνε απλώς ότι είχε έρθει για να μείνει.

Το Παλάτσο Βενιέρ ντέι Λεόνι είχε ήδη τη δική του ιδιότυπη διαδρομή ως ανολοκλήρωτο οικοδόμημα. Το 1749 η οικογένεια Βενιέρ ανέθεσε τον σχεδιασμό του στον αρχιτέκτονα Lorenzo Boschetti, με την πρόθεση να ανεγερθεί ένα πενταώροφο μέγαρο με κλασική πρόσοψη από ιστριανή πέτρα, αρμονική διάταξη ανοιγμάτων και συμμετρίες αντάξιες της μνημειακής σκηνής του Μεγάλου Καναλιού. Οι ιστορικές εξελίξεις, οι αλλαγές ιδιοκτησίας και οι οικονομικές ανακατατάξεις της πόλης δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση του σχεδίου. Τελικά, κατασκευάστηκε μόνον ο πρώτος όροφος.

Η ιδιόμορφη αυτή «ατέλεια» προσδίδει στο κτίριο χαρακτήρα. Χαμηλό και εκτεταμένο, σχεδόν οριζόντιο, παρεμβάλλεται σαν ανάσα στην επιβλητική αλληλουχία των παλατιών ανάμεσα στην Ακαδημία και τη βασιλική της Σάντα Μαρία ντελα Σαλούτε. Εκεί όπου τα βενετσιάνικα παλάτια επιδεικνύουν κατακόρυφο μεγαλείο, το Παλάτσο Βενιέρ ντέι Λεόνι αντιπροτείνει πλάτος και ανοιχτότητα· και εκεί όπου κυριαρχούν οι εσωτερικές σκιές, εδώ το φως του κήπου και η αντανάκλασή του στο νερό λειτουργούν ως βασικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας.

Η Peggy Guggenheim έφθασε στη Βενετία έχοντας ήδη συγκροτήσει κύρος στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Η διαδρομή της, από τη Νέα Υόρκη του 1898 έως τα ευρωπαϊκά ατελιέ και τις αμερικανικές γκαλερί, υπήρξε μια μορφή αυτοεκπαίδευσης με μέσο το χρήμα και σκοπό την εγγύτητα με το «ζωντανό» έργο. Στο Λονδίνο, το 1938, άνοιξε την γκαλερί Guggenheim Jeune. Σύντομα κινήθηκε ανάμεσα σε δημιουργούς και διαμεσολαβητές όπως ο Brancusi, ο Duchamp και ο Samuel Beckett, οι οποίοι την ενθάρρυναν να στραφεί προς την πρωτοπορία ως κάτι ενεργό, εν εξελίξει. Στη Νέα Υόρκη, το 1942, δημιούργησε τη θρυλική γκαλερί Art of This Century, που λειτούργησε ως φυτώριο για καλλιτέχνες οι οποίοι τότε δεν είχαν ακόμη καταλάβει τη θέση που σήμερα τους αποδίδεται.

Ο πόλεμος, αντί να την ακινητοποιήσει, την έκανε πιο αποφασιστική. Στο Παρίσι των ετών 1939–1941, έθεσε στον εαυτό της έναν κανόνα σχεδόν τελετουργικό: να αγοράζει, όσο είναι δυνατό, «έναν πίνακα την ημέρα». Ο στόχος ήταν υπερβολικός ακόμη και για την ίδια, γι’ αυτό και δεν επετεύχθη. Παρόλ’ αυτά, το αποτέλεσμα παραμένει εντυπωσιακό: περίπου 170 έργα σε δύο χρόνια. 

Κι ενώ η Ευρώπη βυθιζόταν στον πόλεμο, η Peggy Guggenheim συνέχιζε με πείσμα να αγοράζει έργα μοντέρνας τέχνης. Η άνοδος του ναζιστικού καθεστώτος είχε ήδη στοχοποιήσει την πρωτοπορία ως «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst), έναν όρο που χρησιμοποιούσε η προπαγάνδα του Χίτλερ για να καταδικάσει τον μοντερνισμό, τον σουρεαλισμό, τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό και κάθε αισθητική που δεν υπηρετούσε το ιδεολογικό του αφήγημα. Μουσεία λεηλατούνταν, έργα κατασχέθηκαν ή καταστράφηκαν, καλλιτέχνες διώχθηκαν. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Guggenheim αγόραζε συστηματικά πίνακες και γλυπτά, διασώζοντας δημιουργίες που κινδύνευαν είτε από ιδεολογική καταδίκη είτε από την ίδια τη δίνη του πολέμου.

Όταν οι γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Γαλλία το 1940, η Guggenheim αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και να μεταφέρει τα έργα της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, τα έκρυβε ανάμεσα σε προσωπικά αντικείμενα, σκεύη και υφάσματα, προκειμένου να αποφύγει κατασχέσεις ή ελέγχους. Το πιο ουσιώδες, όμως, ήταν το ένστικτο της στα έργα που αποφάσιζε να διασώσει, αφού πίσω από το πλήθος των ονομάτων, εκείνη διέκρινε ποιοι καλλιτέχνες θα συγκροτούσαν την εικαστική γλώσσα του 20ού αιώνα.

Η Βενετία, την οποία γνώρισε από κοντά μέσα από την Μπιενάλε του 1948, λειτούργησε ως αποκάλυψη. Η πόλη της προσέφερε ένα σκηνικό όπου η τέχνη συνυπάρχει με το νερό, την υγρασία, την πατίνα του χρόνου. Έτσι, το 1949 μετακίνησε την συλλογή της εκεί και εγκαταστάθηκε στο Παλάτσο Βενιέρ ντέι Λεόνι. Την ίδια χρονιά οργάνωσε στον κήπο έκθεση σύγχρονης γλυπτικής. Η χειρονομία αυτή, από τη μία, δήλωνε την παρουσία της στην πόλη και ταυτόχρονα έδειχνε ότι η συλλογή της δεν προοριζόταν για ιδιωτική αυτάρκεια, αλλά για δημόσια τριβή.

Ωστόσο, η συνύπαρξη αυτή δεν υπήρξε ανέφελη. Η Βενετία, πόλη που διατηρεί την ευπρέπειά της και μεταθέτει τις υπερβολές της πίσω από κλειστά παντζούρια, δεν αγκάλιασε αμέσως την Αμερικανίδα συλλέκτρια ως «δική της». Στον κήπο και στην πρόσοψη του παλατιού άρχισαν να εμφανίζονται έργα που σε ένα πιο συντηρητικό βλέμμα έμοιαζαν προκλητικά. Ήδη αναφέραμε το σοκ που είχε προκαλέσει ο «Άγγελος της Πόλης» του Marino Marini.

Η ίδια αντιμετώπισε τις αντιδράσεις με πρακτικό χιούμορ. Για τους επισκέπτες που δυσφορούσαν, φρόντισε ώστε το γλυπτό να διαθέτει αποσπώμενο μόριο (ναι, ναι), επιτρέποντας στον «άγγελο» να εμφανίζεται, κατά περίσταση, λιγότερο σκανδαλώδης. Στη Βενετία -όπως και σε τόσες άλλες μητροπόλεις- η ηθική δεν είναι παρά σκηνοθετημένη σοβαροφάνεια. Αυτό η Guggenheim το διέκρινε εγκαίρως και κινήθηκε μέσα στους κανόνες της πόλης, χωρίς να τους υιοθετήσει.

Το 1951 άρχισε να ανοίγει το σπίτι και τη συλλογή της στο κοινό, δωρεάν, τρία απογεύματα την εβδομάδα από το Πάσχα έως τον Νοέμβριο, πρακτική που διατήρησε έως τον θάνατό της το 1979. Αυτή η συστηματική μετατροπή της ιδιωτικής κατοικίας της σε δημόσιο χώρο, αποτελεί κλειδί για να κατανοηθεί η «εφεύρεσή» της. Διότι, δεν ίδρυσε μουσείο ή γκαλερί με την τυπική έννοια, αλλά επέβαλε ένα υβρίδιο σπιτιού κι έκθεσης. Οι χώροι δεν σχεδιάστηκαν για να υπηρετούν την απόσταση του θεατή από το έργο, αλλά την καθημερινή του συμβίωση μαζί του. Πίνακες, γλυπτά, σκαλιστά, βιβλία, όλα εντός μιας οικιακής γεωγραφίας που δεν ζητούσε από την τέχνη να γίνει κάτι το «ιερό», αλλά να παραμείνει απτή και παρούσα.

Κάποτε διατύπωσε την ουσία αυτής της σχέσης ως αυτοορισμό: «Αφοσιώθηκα στη συλλογή μου. Μια συλλογή σημαίνει σκληρή εργασία. Ήταν αυτό που ήθελα να κάνω και το έκανα έργο ζωής. Δεν είμαι συλλέκτρια έργων τέχνης. Είμαι μουσείο». Η φράση «είμαι μουσείο» θα ακουγόταν επηρμένη στα στόματα άλλων συλλεκτών, όμως στην περίπτωσή της, περιγράφει με ακρίβεια το έργο της. Η Guggenheim δεν αγόραζε για να κατέχει, αλλά για να συγκροτεί ένα αφήγημα. Ο Jackson Pollock αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Χρηματοδοτήθηκε, προωθήθηκε, εκτέθηκε, μπήκε στα σαλόνια της Ευρώπης μέσα από τις δικές της επιλογές. Και γύρω από αυτόν, ένα πλήθος έργων -του Pablo Picasso, του Alexander Calder, του Georges Braque, του Fernand Léger, του Alberto Giacometti, του René Magritte, του Francis Bacon- συγκρότησαν στο παλάτσο ένα πανόραμα της μοντέρνας και μεταπολεμικής πρωτοπορίας.

Η ίδια η πόλη μεταβλήθηκε σε εσωτερικό της τοπίο. Η Guggenheim είχε μια παρατηρητικότητα σχεδόν ερωτική προς τη Βενετία, αλλά συγχρόνως αμείλικτη ως προς τις ψευδαισθήσεις της. Σε ένα από τα πιο γνωστά της αποφθέγματα σημείωνε: «Πάντοτε θεωρείτο ότι η Βενετία είναι η ιδανική πόλη για μήνα του μέλιτος, αλλά δεν έχω ακούσει ποτέ μήνα του μέλιτος που να κρατά μια ολόκληρη ζωή». Και στην ίδια λογική, ακόμη πιο καθαρά: «Το να ζεις στη Βενετία ή έστω να την επισκέπτεσαι σημαίνει ότι ερωτεύεσαι την ίδια την πόλη· στην καρδιά δεν απομένει χώρος για κανέναν άλλον». Η αφοσίωσή της στην πόλη είχε γίνει το προσωπικό της σύνταγμα. Η Guggenheim επέλεξε μια πόλη που επιβάλλει την αποκλειστικότητά της και την υπηρέτησε με όλο τον επαγγελματισμό της.

Στα ογδοηκοστά της γενέθλια, το 1978, η πόλη που κάποτε την κοιτούσε με επιφύλαξη τής απένειμε τον τίτλο «L'ultima dogaressa», δηλαδή η τελευταία Δόγισσα της Βενετίας. Δεν επρόκειτο για θεσμική αναγνώριση, αλλά για συμβολική σφραγίδα. Σε μια πόλη όπου ο Δόγης υπήρξε επί αιώνες η ενσάρκωση της κοσμικής και πολιτικής εξουσίας, η απόδοση του τίτλου σε μια Αμερικανίδα συλλέκτρια σήμαινε ότι η Guggenheim είχε πλέον ενταχθεί στην ίδια την αφήγηση της Βενετίας. Από ξένη, είχε καταστεί μορφή ταυτισμένη με το τοπίο της λιμνοθάλασσας.

Μετά τον θάνατό της, η συλλογή άνοιξε επίσημα το 1980 υπό τη διαχείριση του Solomon R. Guggenheim Foundation, στο οποίο είχε ήδη παραχωρήσει το παλάτσο και τα έργα. Σήμερα, το Παλάτσο Βενιέρ ντέι Λεόνι παραμένει ένα από τα λίγα σημεία στη Βενετία όπου η μοντέρνα τέχνη δεν παρουσιάζεται ως «εισαγόμενη» επιγραφή σε μια πόλη του παρελθόντος, αλλά ως οργανικό μέρος του παρόντος της. Η χαμηλή πρόσοψη, τα παράθυρα προς τον Μεγάλο Κανάλι, ο κήπος που μαζεύει το φως και την υγρασία, διατηρούν κάτι από την ενέργεια εκείνου του καλοκαιριού που η Guggenheim πάτησε το πόδι της για πρώτη φορά στο παλάτσο, κάνοντας την ιδιωτική της εμμονή δημόσιο αγαθό.

Με πληροφορίες από το βιβλίο: The Unfinished Palazzo — Life, Love and Art in Venice


Από την τάξη στη Βουλή: Η Υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη σε μια κουβέντα εφ’ όλης της ύλης

Τι σημαίνει να έχεις υπάρξει δασκάλα πριν γίνεις Υπουργός Παιδείας; Η Σοφία Ζαχαράκη, Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δεν μιλά ως επαγγελματίας πολιτικός αλλά ως εκπαιδευτικός που έχει διδάξει σε όλες τις βαθμίδες, έχει δουλέψει παράλληλα σε διαφορετικά σχολεία για να συμπληρώσει το ωράριο της, έχει κάνει μάθημα σε παιδιά διαφορετικών ηλικιών, δυνατοτήτων και κοινωνικού στάτους.


READ MORE

ΑΠΟΡΡΗΤΟ