ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Ο David Hockney θα ζει αιώνια σε τιρκουάζ πισίνες, μαυρισμένες σάρκες κι ανθισμένους κήπους

Ο David Hockney θα ζει αιώνια σε τιρκουάζ πισίνες, μαυρισμένες σάρκες κι ανθισμένους κήπους 1

Ο David Hockney έφυγε όπως έζησε, στην καρδιά του καλοκαιριού. Μέσα από τις καλιφορνέζικες πισίνες και τα ηλιοκαμένα ανδρικά κορμιά, αιχμαλώτιζε φιλήδονα τη ζωή. Μέχρι την τελευταία του πνοή αρνήθηκε να γεράσει, μεταμορφώνοντας την καθημερινότητα σε ένα αιώνιο, γεμάτο χρώμα καλοκαίρι.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Ο David Hockney, ο σπουδαιότερος και πιο αγαπητός Βρετανός εικαστικός της σύγχρονης εποχής, έφυγε από τη ζωή στις 11 Ιουνίου 2026 σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο απείρως πιο φωτεινό, πιο τολμηρό και πιο πολύχρωμο. Ο θάνατός του, μόλις έναν μήνα πριν κλείσει τα 89 του χρόνια, σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την παγκόσμια τέχνη. Υπήρξε ο άνθρωπος που κατάφερε το αδιανόητο: να γεφυρώσει την υψηλή, πρωτοποριακή τέχνη με την καθολική λαϊκή αποδοχή, διδάσκοντάς μας από την αρχή πώς να κοιτάζουμε τον κόσμο γύρω μας.

Με το εμβληματικό του παρουσιαστικό —τα ολοστρόγγυλα κοκάλινα γυαλιά, τα πλατινέ μαλλιά που υιοθέτησε ήδη από τη δεκαετία του '60 και το αιώνιο τσιγάρο στο χέρι— ο Hockney ήταν τόσα περισσότερα πράγματα από ζωγράφος. Ήταν ένας ασταμάτητος οπτικός ερευνητής, ένας επαναστάτης της Pop Art, ένας μάγος της φωτογραφίας και, στα γεράματά του, ένας πρωτοπόρος των ψηφιακών μέσων. Η φιλοσοφία του συμπυκνωνόταν πάντα σε δύο λέξεις που έγιναν και το επίσημο αποχαιρετιστήριο μήνυμα του ιδρύματός του: «Love Life», δηλαδή να αγαπάτε τη ζωή.

Από την γκρίζα ομίχλη του Μπράντφορντ στο χρυσό λαμέ του Λονδίνου

Η ιστορία του ξεκινά από το Μπράντφορντ του Γιορκσάιρ, όπου γεννήθηκε το 1937, σε μια παραδοσιακή εργατική γωνιά της βόρειας Αγγλίας. Μεγάλωσε σε μια δεμένη αλλά ιδιόρρυθμη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν ένας δηλωμένος αντιρρησίας συνείδησης που μισούσε τον πόλεμο, ενώ η μητέρα του ήταν μια αυστηρή Μεθοδίστρια και φανατική χορτοφάγος. Στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι βόμβες ισοπέδωναν τη γειτονιά τους, η οικογένεια κρυβόταν κάτω από τη σκάλα διαβάζοντας τη Βίβλο.

Η έλλειψη χαρτιού εκείνη την εποχή ανάγκασε τον μικρό David να σχεδιάζει όπου έβρισκε: στο πάτωμα της κουζίνας, στα περιθώρια των εκκλησιαστικών βιβλίων, στους δρόμους. Όταν γράφτηκε στο σχολείο, η άρνησή του να παρακολουθήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα καλλιτεχνικά ήταν παροιμιώδης. Σε ένα γραπτό εξετάσεων μάλιστα είχε σημειώσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια «δε σκαμπάζω από επιστήμες αλλά ξέρω να ζωγραφίζω», με ένα σκίτσο από κάτω. Για τον ίδιο, αυτή η εμμονή δεν ήταν ένα απλό παιδικό καπρίτσιο, αλλά η γέννηση μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν πια είχε κατακτήσει τον κόσμο, θα δήλωνε χαρακτηριστικά: «Το να μαθαίνεις κάποιον να σχεδιάζει δεν σημαίνει ότι του μαθαίνεις πώς να κουνάει το χέρι του. Σημαίνει ότι του μαθαίνεις πώς να κοιτάζει. Το σχέδιο σε αναγκάζει να δεις πραγματικά αυτό που έχεις μπροστά σου, κι αυτό είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το κάνουν πια».

Το 1959, αφού ολοκλήρωσε την εναλλακτική του θητεία ως τραυματιοφορέας σε νεκροτομείο λόγω των ειρηνιστικών πεποιθήσεών του, έγινε δεκτός στο περίφημο Royal College of Art στο Λονδίνο. Εκεί μοιράστηκε το ίδιο εργαστήριο με μετέπειτα μεγαθήρια όπως ο R.B. Kitaj και ο Ridley Scott. Το Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του '60 έβραζε, και ο Hockney βρισκόταν στο επίκεντρο. Ωστόσο, η πρώτη του μεγάλη «δήλωση» δεν έγινε με πινέλο, αλλά με τη στάση του απέναντι στο κατεστημένο.

Όταν το κολλέγιο του αρνήθηκε το πτυχίο επειδή ο ίδιος δε δέχτηκε να γράψει την τελική του διατριβή, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από το έργο του, προκλήθηκε σάλος. Η διοίκηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αλλάζοντας τους κανονισμούς. Στην τελετή αποφοίτησης, ο Hockney εμφανίστηκε φορώντας το παραδοσιακό ακαδημαϊκό ένδυμα πάνω από ένα χρυσό λαμέ σακάκι, κλέβοντας την παράσταση και κερδίζοντας το Χρυσό Μετάλλιο της σχολής. Αυτή η ανάγκη για ανατροπή και ελευθερία ήταν που τον έσπρωξε μακριά από την πατρίδα του.

Καλιφορνέζικες πισίνες λουσμένες στο φως

Αν η Αγγλία ήταν το προσχέδιο, η Καλιφόρνια ήταν ο τόπος που του έδωσε όλα τα χρώματα που αναζητούσε. Το 1964, πνιγμένος από τη μουντάδα και τον συντηρητισμό της μεταπολεμικής Βρετανίας, ο Hockney επιβιβάστηκε σε ένα αεροπλάνο για το Λος Άντζελες. Καθώς το αεροπλάνο προσγειωνόταν, εκείνος κοίταξε από το παράθυρο και είδε εκατοντάδες γαλάζιες πισίνες να λαμπιρίζουν κάτω από τον ήλιο. Ήταν η αποκάλυψη του δικού του Παραδείσου. Στο Λος Άντζελες βρήκε μια κοινωνία γεμάτη αφθονία, ελευθερία και, κυρίως, σεξουαλική απελευθέρωση.

Σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμα ποινικοποιημένη στη Μεγάλη Βρετανία, ο Hockney άρχισε να ζωγραφίζει την καθημερινότητα των γκέι ανδρών με μια φυσικότητα, τρυφερότητα και ειλικρίνεια που θεωρήθηκε βαθιά επαναστατική. Εκεί γεννήθηκαν τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του, όπως το A Bigger Splash (1967) και το Portrait of an Artist (Pool with Two Figures) (1972). Το τελευταίο μάλιστα, το 2018, πουλήθηκε σε δημοπρασία για 90 εκατομμύρια δολάρια, καταρρίπτοντας τότε το ρεκόρ για τον πιο ακριβό πίνακα εν ζωή καλλιτέχνη.

Ο ίδιος, όμως, δεν στάθηκε ποτέ στα χρήματα, καθώς τον γοήτευε πάντα η τεχνική πρόκληση και η ουσία της δημιουργίας. Έλεγε συχνά πως το να φτιάχνεις εικόνες, να γεννάς κάτι από το μηδέν, σου δίνει ένα «high» πολύ πιο δυνατό από το σεξ και τα ναρκωτικά μαζί, μια απόλυτη ηδονή. Αυτή η ηδονή αποτυπωνόταν στον τρόπο που πάλευε με τα στοιχεία της φύσης στον καμβά. Αναφερόμενος στην εμμονή του με το νερό, είχε εξηγήσει: «Μου πήρε δύο εβδομάδες για να ζωγραφίσω ένα πιτσίλισμα του νερού που κράτησε μόλις δύο δευτερόλεπτα. Λατρεύω αυτή την αντίφαση».

Η ανατομία του βλέμματος, διπλά πορτρέτα και φωτοκολλάζ

Πίσω όμως από τα έντονα χρώματα των ακρυλικών του, ο Hockney έκρυβε μια βαθιά ψυχολογική οξύνοια. Η σειρά των διπλών πορτρέτων του αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή της παραδοσιακής ζωγραφικής του. Έργα όπως το Mr and Mrs Clark and Percy (1971) δεν είναι απλές απεικονίσεις των φίλων του, αλλά σπουδές πάνω στην ανθρώπινη αποξένωση, στα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στα ζευγάρια, στις σιωπές που γεμίζουν ένα δωμάτιο. Πάντα πίστευε ότι υπάρχει μόνο ένας κανόνας στη ζωγραφική, κι αυτός είναι απαράβατος: «Να ζωγραφίζεις μόνο όσα αγαπάς. Αν δεν αγαπάς αυτό που βλέπεις, το πινέλο σου θα πει ψέματα». Και ο ίδιος αγάπησε βαθιά τους ανθρώπους που έβαλε στους πίνακές του.

Στη δεκαετία του '80, ένιωσε ότι η κλασική ζωγραφική είχε βρει έναν τοίχο, εγκλωβισμένη στη γραμμική προοπτική της Αναγέννησης. Άρχισε λοιπόν να πειραματίζεται με τις κάμερες Polaroid, δημιουργώντας τα περίφημα Joiners. Αντί για μια απλή λήψη, τραβούσε δεκάδες φωτογραφίες του ίδιου θέματος από ελαφρώς διαφορετικές γωνίες και τις ένωνε σε ένα μεγάλο μωσαϊκό, καταφέρνοντας έτσι να εισάγει τον χρόνο μέσα στην παγωμένη εικόνα.

Όπως εξηγούσε ο ίδιος, η φωτογραφία βλέπει τον κόσμο μέσα από μια τρύπα, με το ένα μάτι κλειστό, όμως εμείς δεν κοιτάμε έτσι. Τα μάτια μας κινούνται διαρκώς και αν σταματήσουν, σημαίνει ότι είμαστε νεκροί. Η φωτογραφία, λοιπόν, στερείται ζωής επειδή δεν έχει χρόνο, ενώ τα φωτοκολλάζ έχουν χρόνο, γιατί για να τα δεις, πρέπει να ταξιδέψεις μέσα τους.

Η επιστροφή στις ρίζες και η ψηφιακή αναγέννηση

Καθώς μεγάλωνε, η ανάγκη του για τη φύση έγινε πιο επιτακτική. Στα τέλη της δεκαετίας του '90 επέστρεψε στο Γιορκσάιρ για να βρίσκεται κοντά στην υπερήλικη μητέρα του. Εκεί, από ζωγράφος της κοσμοπολίτικης Καλιφόρνιας μεταμορφώθηκε σε έναν παρατηρητή της υπαίθρου. Γύριζε τους επαρχιακούς δρόμους, καταγράφοντας με μανία την αλλαγή των εποχών, το φως που φιλτράρεται μέσα από τα γυμνά κλαδιά τον χειμώνα, την έκρηξη της άνοιξης.

Όταν οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς του κοιτούσαν την τεχνολογία με καχυποψία, ο Hockney την αγκάλιασε σαν μικρό παιδί. Ήδη από το 1988 πειραματιζόταν με τα πρώτα φαξ, στέλνοντας έργα τέχνης μέσω τηλεφωνικών γραμμών. Όταν όμως κυκλοφόρησε το iPhone και αργότερα το iPad, βρήκε το απόλυτο εργαλείο. Παρομοίαζε το iPad με ένα μπλοκ σχεδίου που δεν τελειώνει ποτέ και δεν χρειάζεται καν να περιμένεις να στεγνώσει το χρώμα.

Μέσα στο κρεβάτι του, τις πρώτες πρωινές ώρες, σχεδίαζε με το δάχτυλό του την αυγή πάνω στο γυαλί της οθόνης. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας του COVID-19, απομονωμένος σε ένα αγρόκτημα στη Νορμανδία, δημιούργησε μια συγκλονιστική σειρά ψηφιακών έργων. Το σχέδιό του με τις ανθισμένες πασχαλιές και τη λεζάντα «Do Remember They Can't Cancel the Spring» -να θυμάστε ότι δεν μπορούν να ακυρώσουν την άνοιξη- έγινε παγκόσμιο σύμβολο ελπίδας. Αυτή η αστείρευτη ενέργεια πήγαζε από την άρνησή του να κοιτάξει πίσω. «Δεν κάθομαι να αναλύω πολύ τα πράγματα», έλεγε. «Ζω στο τώρα. Πάντα στο τώρα. Το χθες πέρασε, το αύριο δεν ήρθε ακόμα. Μόνο το τώρα έχουμε».

Η κληρονομιά ενός αιώνιου έφηβου

Η αποτίμηση του έργου του David Hockney δεν μπορεί να γίνει με όρους αγοράς ή με το ύψος των πωλήσεων στις δημοπρασίες. Η πραγματική του επιτυχία κρύβεται στο γεγονός ότι κατάφερε να διώξει τη σοβαροφάνεια και την πλήξη από τις αίθουσες των μουσείων. Σε έναν καλλιτεχνικό κόσμο που συχνά εγκλωβίζεται στην εσωστρέφεια, τον κυνισμό ή την καθαρή θεωρία, ο Hockney επέμεινε να προσφέρει απόλαυση.

Ακόμα και τους τελευταίους μήνες της ζωής του συνέχιζε να δουλεύει, αποδεικνύοντας ότι το μυαλό του δεν γέρασε ποτέ. Έφυγε έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη, ειλικρινή, χωρίς να κρύψει ποτέ τις επιθυμίες του, τους έρωτές του ή τις αδυναμίες του. Ο David Hockney δεν είναι πια εδώ για να αποτυπώσει την επόμενη άνοιξη. Μας άφησε όμως τα μάτια του. Κάθε φορά που θα κοιτάζουμε το φως να σπάει πάνω στο νερό μιας πισίνας, ή τις αποχρώσεις του πράσινου στα φυλλώματα των δέντρων, θα ξέρουμε ότι εκείνος ήταν που μας έμαθε να τα βλέπουμε πραγματικά. Και η άνοιξη που τόσο αγάπησε, δεν θα ακυρωθεί ποτέ.


Οι συμβουλές που δίνουμε στους άλλους (αλλά δεν ακολουθούμε ποτέ εμείς)

Είμαστε εξαιρετικές στο να λύνουμε τα προβλήματα των άλλων. Γιατί τότε δεν ακολουθούμε κι εμείς τις (δικές μας) συμβουλές;


READ MORE

Cookies