Η διαδρομή του Jeffrey Epstein από μια τάξη μαθηματικών στο Μανχάταν μέχρι τις κλειστές λέσχες της διεθνούς ελίτ δεν είναι απλώς ιστορία κοινωνικής ανόδου· είναι μια μελέτη για το πώς η επιρροή, η εικόνα και η πρόσβαση στο χρήμα μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί ισχύος σε έναν κόσμο που συχνά επιβραβεύει την αυτοπεποίθηση περισσότερο από τα διαπιστευτήρια.
Από απλός καθηγητής μαθηματικών σε ιδιωτικό σχολείο της Νέας Υόρκης μέχρι ιδιοκτήτης ιδιωτικού νησιού στην Καραϊβική, ο Epstein οικοδόμησε μια περιουσία που στο απόγειό της εκτιμήθηκε κοντά στα 600 εκατομμύρια δολάρια και, κυρίως, ένα δίκτυο σχέσεων που εκτεινόταν από τη Wall Street έως ευρωπαϊκά αριστοκρατικά σαλόνια. Όπως επισημαίνει σε εκτενές της άρθρο η γαλλική εφημερίδα Le Figaro, χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο και χωρίς επίσημη πιστοποίηση ως οικονομικός σύμβουλος, κατόρθωσε να διεισδύσει στον πυρήνα της αμερικανικής και διεθνούς ελίτ, αξιοποιώντας αυτό που διέθετε σε αφθονία: ικανότητα χειρισμού ανθρώπων και καλλιέργεια εμπιστοσύνης.
Καθηγητής χωρίς δίπλωμα
Γεννημένος σε μεσοαστική οικογένεια στο Μπρούκλιν, στη γειτονιά Sea Gate, ο Epstein δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Παρ’ όλα αυτά, το 1976 προσλήφθηκε ως καθηγητής μαθηματικών στο φημισμένο Dalton School, ένα σχολείο όπου φοιτούσαν παιδιά εύπορων και ισχυρών οικογενειών. Εκεί άρχισε να χτίζει τις πρώτες του επαφές με τον κόσμο της οικονομικής ελίτ. Δεδομένων όσον γνωρίζουμε πια για τον Epstein, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι επέλεξε ένα επάγγελμα που τον τοποθετούσε σε καθημερινή επαφή με ανήλικα, μια συχνή επιλογή για παιδόφιλους.

Σε μια γκαλερί τέχνης στο Μανχάταν γνώρισε έναν γονέα μαθητή, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις ικανότητές του και μεσολάβησε για μια συνάντηση με τον Alan Greenberg της Bear Stearns. Παρά το γεγονός ότι είχε ψευδώς ισχυριστεί πως διέθετε ακαδημαϊκά προσόντα που δεν κατείχε, ο Epstein εντυπωσίασε. Όταν αποκαλύφθηκε η ανακρίβεια, είχε ήδη εδραιωθεί. «Ήξερα ότι αλλιώς δεν θα μου έδιναν ευκαιρία», φέρεται να απάντησε, με κυνική ειλικρίνεια. Αντί να αποπεμφθεί, του δόθηκε δεύτερη ευκαιρία. Το μήνυμα ήταν σαφές: όσο παρήγαγε κέρδη, οι λεπτομέρειες μπορούσαν να παραμεριστούν.
Η άνοδος του Epstein: Από τη Wall Street στη Victoria's Secret
Στην Bear Stearns, σε ένα περιβάλλον που ευνοούσε τη φιλοδοξία και τον ριψοκίνδυνο χειρισμό κεφαλαίων, ο Epstein ανέλαβε ρόλο στη χρηματοοικονομική μηχανική και στη μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων για πλούσιους πελάτες. Σύντομα συναναστρεφόταν στελέχη, επενδυτές και μεγαλοεπιχειρηματίες. Ωστόσο, η άνοδός του συνοδεύτηκε από σκιές. Εσωτερικός έλεγχος εντόπισε παραποίηση εκθέσεων εξόδων και μετακύλιση προσωπικών δαπανών —ακόμη και αγορών κοσμημάτων για ερωμένες— στην τράπεζα. Βρέθηκε επίσης υπό εξέταση για διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με επικείμενες εισαγωγές εταιρειών στο χρηματιστήριο. Πριν επιβληθούν κυρώσεις, παραιτήθηκε το 1981, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα. Ελεύθερος από εταιρικούς περιορισμούς, ξεκίνησε να δρα ως ανεξάρτητος διαχειριστής περιουσίας, χωρίς σαφή εποπτεία αλλά με πολύτιμες διασυνδέσεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 συνεργάστηκε με τον Steven Hoffenberg, ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε για τεράστια επενδυτική «πυραμίδα». Και πάλι, ο Epstein απέφυγε την τιμωρία. Παράλληλα, μέσω κοινωνικών και ερωτικών γνωριμιών, διείσδυσε στον βρετανικό κύκλο του «παλιού χρήματος», καλλιεργώντας σχέσεις με πρόσωπα όπως ο Douglas Leese. Έμαθε τους κώδικες της αριστοκρατίας, υιοθέτησε τα τελετουργικά της και ενίσχυσε το προφίλ του ως διεθνούς συμβούλου. Υποσχόταν θεαματικές αποδόσεις μέσω σύνθετων χρηματοοικονομικών σχημάτων· σε ορισμένες περιπτώσεις κεφάλαια εξαφανίστηκαν χωρίς εμφανή απόδοση, ενώ σε δικαστικές διαμάχες υποστήριξε ότι δεν έφερε προσωπική ευθύνη.
Η καθοριστική καμπή ήρθε με τη γνωριμία του με τον Les Wexner, επικεφαλής επί δεκαετίες της Victoria’s Secret. Η συνάντησή τους, σε πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Παλμ Μπιτς, οδήγησε σε μια στενή επαγγελματική σχέση. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Epstein έγινε βασικός διαχειριστής της περιουσίας του δισεκατομμυριούχου και έλαβε ακόμη και πληρεξούσιο για να ενεργεί εκ μέρους του. Με την υποστήριξη του Wexner απέκτησε ακίνητα-σύμβολα ισχύος: μία από τις μεγαλύτερες επαύλεις στο Μανχάταν, κτήμα στο Παλμ Μπιτς, ράντσο στο Νέο Μεξικό, διαμέρισμα στο Παρίσι και, το 1998, το ιδιωτικό νησί Little Saint James στις Παρθένες Νήσους. Μετακινούνταν με ιδιωτικά αεροσκάφη, ανάμεσά τους και το Boeing 727 που έμεινε γνωστό ως «Lolita Express». Ο τρόπος ζωής του παρέπεμπε σε δισεκατομμυριούχο, παρότι η περιουσία του υστερούσε συγκριτικά με εκείνη πελατών όπως ο Leon Black ή η Elizabeth Johnson.
Η σχέση με τη Ghislaine Maxwell - Ποιος ήταν ο πατέρας της;
Η σχέση του με την Ghislaine Maxwell ήταν κομβική για το πώς κατάφερε να διευρύνει το δίκτυο επιρροής του. Η Maxwell, μια Βρετανίδα socialite και στενή συνεργάτιδα του Epstein, είχε μεγαλώσει σε μια πολύ ισχυρή βρετανική οικογένεια. Ήταν κόρη του Robert Maxwell, ενός Βρετανού μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης και εκδοτικού επιχειρηματία, ιδρυτή της Pergamon Press, ενός εκδοτικού οίκου με διεθνές αποτύπωμα που εξέδιδε επιστημονικά και ιατρικά βιβλία. Στη συνέχεια εξαγόρασε μεγάλους εκδοτικούς οίκους και στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ αυτών και τον Macmillan, έναν από τους βασικούς προμηθευτές σχολικών και εκπαιδευτικών βιβλίων για τη δημόσια εκπαίδευση.
Μετά τον θάνατο του Robert Maxwell και το οικονομικό και κοινωνικό πλήγμα που υπέστη η οικογένεια, η Ghislaine εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου γνώρισε τον Epstein στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Σύμφωνα με στοιχεία, η σχέση τους ξεκίνησε ως προσωπική και επεκτάθηκε σε επαγγελματική συνεργασία. Η εμπλοκή της, όπως αποτυπώθηκε στο δικαστικό πλαίσιο των κατηγοριών που της απαγγέλθηκαν, δεν περιορίστηκε στη συνοδεία και την υποστήριξη του Epstein στις κοινωνικές του επαφές: η Maxwell κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για συμμετοχή στο πλέγμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και trafficking ανηλίκων για λογαριασμό του, που συμπεριλάμβανε τόσο ρόλους στρατολόγησης όσο και ενεργής διαχείρισης ευάλωτων κοριτσιών.
Rothschild, Johnson, Harvard και το ιδιωτικό νησί του Epstein
Οι ιδιωτικές εκδηλώσεις που οργάνωνε συνδύαζαν ισχύ, χρήμα και —όπως αποκαλύφθηκε αργότερα— σεξουαλική εκμετάλλευση. Η πρώτη σοβαρή κατηγορία για προσέλκυση ανηλίκων το 2007 σηματοδότησε ρήγμα στη σχέση του με τον Wexner. Παρά την καταδίκη και την αποφυλάκισή του στη Φλόριντα, συνέχισε να διατηρεί επαφές με ισχυρούς παράγοντες. Ο Leon Black, συνιδρυτής και επί δεκαετίες επικεφαλής της επενδυτικής εταιρείας Apollo Global Management, ενός από τα μεγαλύτερα private equity funds παγκοσμίως, παραδέχθηκε ότι κατέβαλε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στον Epstein για φορολογικές και κληρονομικές συμβουλές, εξήγηση που αμφισβητήθηκε. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι πληρωμές σχετίζονταν και με διευθετήσεις υποθέσεων σεξουαλικών κατηγοριών.
Μεταξύ όσων φέρονται να ζήτησαν τις υπηρεσίες του ήταν η Elizabeth Johnson (κληρονόμος και διευθύνουσα σύμβουλος της Fidelity Investments, ενός από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων στον κόσμο, με τρισεκατομμύρια δολάρια υπό διαχείριση) και η Ariane de Rothschild, η οποία, σύμφωνα με τους New York Times, κατέβαλε τουλάχιστον 15 εκατομμύρια δολάρια το 2015, χρόνια μετά την πρώτη του καταδίκη.
Η αγορά του Little Saint James δεν υπήρξε απλώς εξωτική επένδυση. Οι Παρθένες Νήσοι προσέφεραν φορολογικά πλεονεκτήματα και χαλαρότερη εποπτεία. Το νησί λειτούργησε ως ιδιωτικό καταφύγιο, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η πολυτελής ζωή του, οι ιδιωτικές πτήσεις, τα αρχοντικά και οι φιλανθρωπικές δωρεές συντηρούσαν μια εικόνα επιτυχίας και επιρροής. Αυτή η εικόνα υπήρξε το βασικό του κεφάλαιο.

Παρά την απουσία πανεπιστημιακού πτυχίου, ο Epstein επεδίωξε συστηματικά να συνδεθεί με το Harvard, καλλιεργώντας σχέσεις με ακαδημαϊκούς και χρηματοδοτώντας ερευνητικά προγράμματα με δωρεές που ξεπέρασαν τα 9 εκατομμύρια δολάρια. Το 2005 τού απονεμήθηκε μάλιστα ο τίτλος του επισκέπτη ερευνητή, μια ιδιότητα ασυνήθιστη για κάποιον χωρίς ακαδημαϊκό υπόβαθρο, ενώ διέθετε γραφείο εντός του πανεπιστημιακού χώρου και ελεύθερη πρόσβαση σε εργαστήρια και προσωπικό. Η σχέση του με την ηγεσία του ιδρύματος υπήρξε στενή: διατηρούσε τακτική επικοινωνία με τον τότε πρόεδρο του πανεπιστημίου Lawrence Summers, με τον οποίο αντάλλασσαν συχνά μηνύματα και συναντήσεις. Σε μεταγενέστερες αποκαλύψεις προέκυψε ότι ο Summers δεν περιοριζόταν σε θεσμικά ζητήματα, αλλά ζητούσε από τον Epstein ακόμη και προσωπικές συμβουλές για ερωτικά ζητήματα, μια οικειότητα που κατέδειξε το βάθος της επιρροής του στους κύκλους της ακαδημαϊκής ελίτ.
Ο Jeffrey Epstein δεν έγινε ποτέ επίσημα δισεκατομμυριούχος. Κατάφερε, ωστόσο, να πείσει πολλούς ότι ήταν. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η πειθώ αποδείχθηκε αρκετή για να του ανοίξει τις πόρτες της παγκόσμιας ελίτ, έως ότου το οικοδόμημα κατέρρευσε, αποκαλύπτοντας ένα πλέγμα ψεμάτων, χειραγώγησης και εγκληματικών πράξεων που σφράγισαν ανεξίτηλα το όνομά του.
