Η ανήλικη βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά σε ένα δελτίο ειδήσεων ούτε περιορίζεται σε έναν αριθμό στατιστικών. Εκδηλώνεται στις αυλές των σχολείων, στις πλατείες της κάθε γειτονιάς, στα κινητά τηλέφωνα των παιδιών μας. Είναι ένα φαινόμενο που προκαλεί ανησυχία, φόβο, αλλά και συχνά βιαστικά συμπεράσματα για τη νέα γενιά. Πόσο πραγματική είναι όμως η εικόνα της «έξαρσης» που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο; Πού τελειώνει η αντικειμενική καταγραφή και πού αρχίζει η υπερβολή; Και, κυρίως, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η ανήλικη παραβατικότητα χωρίς στιγματισμό, αλλά με ουσιαστική στήριξη και πρόληψη;
Η Δρ. Κωνσταντίνα Κωστάκου, Αστυνόμος Α΄ (Ε.Κ.) και Ψυχολόγος της Υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αττικής, μιλά με ψυχραιμία, επιστημονική γνώση και ανθρώπινη ευαισθησία για το φαινόμενο της ανήλικης βίας. Μέσα από την εμπειρία της, φωτίζει τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος και υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε περιστατικό υπάρχει ένα παιδί - και πίσω από κάθε παιδί, μια κοινωνία που οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται έντονη συζήτηση για την αύξηση της ανήλικης βίας. Τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας; Υπάρχει πράγματι έξαρση;
Αυτό που δείχνουν τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας είναι ότι πράγματι καταγράφεται μια αύξηση στην εμπλοκή ανηλίκων σε περιστατικά βίας και παραβατικότητας, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, χρειάζεται προσεκτική και ψύχραιμη ανάγνωση. Δε μιλάμε για γενικευμένη αύξηση όλων των μορφών εγκληματικότητας, αλλά για εντονότερη παρουσία συγκεκριμένων συμπεριφορών, όπως οι σωματικές βλάβες μεταξύ ανηλίκων, τα ομαδικά επεισόδια βίας και περιστατικά που συνδέονται με το σχολικό ή το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Η δημόσια συζήτηση και τα ΜΜΕ συχνά παρουσιάζουν τα περιστατικά σαν να έχουμε γενικευμένη κρίση βίας στους εφήβους. Αυτό δεν είναι ακριβές και μπορεί να δημιουργήσει φόβο, στιγματισμό και μια ψευδή εικόνα για τη νέα γενιά.
