Κάποια στιγμή, στα πρώτα της βήματα στο Χόλιγουντ, η Gina Lollobrigida εγκατέλειψε ένα κινηματογραφικό πλατό και δεν επέστρεψε ποτέ. Ο σκηνοθέτης, με εκείνη τη συγκαταβατική ευκολία που χαρακτήριζε την εποχή, την είχε αποκαλέσει «απλώς ένα όμορφο πρόσωπο». Εκείνη του χαμογέλασε, τον ευχαρίστησε για τη συνεργασία και την επόμενη κιόλας ημέρα επιβιβάστηκε σε ένα αεροπλάνο με προορισμό τη Ρώμη.
Την ίδια περίοδο, είχε απορρίψει ένα συμβόλαιο αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων από τον Howard Hughes, έναν από τους ισχυρότερους παραγωγούς της αμερικανικής βιομηχανίας. Εκείνος επιχείρησε να την προσεγγίσει με κάθε διαθέσιμο μέσο. Της έστειλε ανθοδέσμες, επιστολές, ακόμη και ένα ιδιωτικό αεροσκάφος. Παρ' όλα αυτά, η Lollobrigida παρέμεινε αμετακίνητη. «Μου πρόσφερε τα πάντα», θα πει αργότερα, «εκτός από σεβασμό». Η φράση αυτή θα μπορούσε να είναι το ερμηνευτικό κλειδί για τη στάση που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Στην Ιταλία της μεταπολεμικής περιόδου, όπου ο κινηματογράφος ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από ανδρικά βλέμματα και η έννοια της γοητείας συνδεόταν συχνά με την υπακοή, η παρουσία της Lollobrigida διέθετε μια διαφορετική ποιότητα. Δεν περιοριζόταν στον ρόλο της ηθοποιού που εκτελεί οδηγίες. Μιλούσε έξι γλώσσες (και ντούμπλαρε η ίδια τις ταινίες της σε τουλάχιστον τρεις-τέσσερις γλώσσες), σχεδίαζε η ίδια τα κοστούμια της και διαπραγματευόταν με τους σκηνοθέτες και τους παραγωγούς. Σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να αποτιμά χαμηλότερα τη γυναικεία δημιουργικότητα και να αναγνωρίζει ευκολότερα την επάρκεια μιας γυναίκας όταν εκείνη απομακρύνεται από τη θηλυκότητά της, η Lollobrigida προέβαλλε μια αδιαπραγμάτευτη αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτάρκειας. Με λίγα λόγια, λάμβανε πολύ σοβαρά την ανάγκη...να λαμβάνεται σοβαρά!
Όταν πρωταγωνίστησε στο Pane, Amore e Fantasia το 1953, η ερμηνεία της δεν αναπαρήγαγε το στερεότυπο της εύθραυστης σταρ. Υποδύθηκε μια γυναίκα με ένταση στο βλέμμα, μια παρουσία που δεν προσφερόταν για εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Το κοινό αναγνώρισε σε εκείνη κάτι οικείο και ταυτόχρονα ανυπότακτο, και η Ιταλία την αγκάλιασε με έναν τρόπο που ξεπερνούσε τα όρια της απλής δημοφιλίας.
Για την ταινία La donna più bella del mondo, μια βιογραφία για τη σοπράνο Lina Cavalieri, μαθαίνει να τραγουδάει όπερα, για να αποδώσει μόνη της τις άριες του Puccini. Για την εξαιρετική της ερμηνεία, κέρδισε το Βραβείο Νταβίντ ντι Ντονατέλο Α' Γυναικείου Ρόλου. Μέχρι και η Μαρία Κάλλας δε μπορούσε να πιστέψει ότι στην ταινία ακουγόταν η πραγματική φωνή της Lollobrigida και την είχε ρωτήσει «Μα, ήσουν όντως εσύ;».
Η συνέχεια δεν ακολούθησε την αναμενόμενη διαδρομή προς την κατάκτηση του Αμερικανικού Ονείρου. H Lollobrigida ήταν από τις πρώτες σταρ που έγιναν παγκόσμια σύμβολα του σεξ, έχοντας μια ομορφιά και μια γοητεία που μπορούσε να «μεταφραστεί» σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Ως ηθοποιός εργάστηκε στην Ιταλία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Γαλλία, συνεργαζόμενη με τους καλύτερους σκηνοθέτες.
Παρά τις επίμονες προσκλήσεις του Χόλιγουντ, η Lollobrigida ποτέ δεν έκανε την Αμερική μόνιμο σπίτι της, προτιμώντας να θέτει η ίδια τους όρους της επαγγελματικής της παρουσίας. Η επιλογή αυτή, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς καριέρες συχνά εξαρτώνταν από την αποδοχή των αμερικανικών προτύπων, της προσέδωσε μια ιδιότυπη αυτονομία. Χωρίς να εντάσσεται σε κάποιο ρητό θεωρητικό πλαίσιο, κατέληξε να λειτουργεί ως σύμβολο ανεξαρτησίας πολύ πριν ο φεμινιστικός λόγος αποκτήσει συστηματική παρουσία στον κινηματογράφο.
Στα 87 της επέμενε ότι η πορεία μιας γυναίκας προς την αναγνώριση παραμένει απαιτητική: «Ξέρετε, τα βήματα για να προχωρήσει μια γυναίκα είναι τόσο δύσκολα. Σαν να έχουν οι άνδρες δύο μυαλά κι εμείς ένα. Είναι παράλογο! Είμαστε ίσοι», είχε πει σε συνέντευξή της.
Ο κινηματογράφος δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός
Μετά την υποκριτική, θα αφιερωθεί στη γλυπτική και το φωτορεπορτάζ, ένα στοιχείο της ζωής της που ίσως πολλοί δε γνωρίζουν. Κι όμως, οι επιλογές αυτές δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Από παιδί είχε δείξει καλλιτεχνικές ανησυχίες, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν αντιμετώπισε εξαρχής τον κινηματογράφο ως τελικό προορισμό. Όταν της προτάθηκε να εμφανιστεί ως κομπάρσος σε μία ταινία, ούσα ακόμη έφηβη, εκείνη το απέρριψε: «Πίστευα ότι ο κινηματογράφος δεν ήταν καθόλου τέχνη, οπότε είπα: “Δεν με ενδιαφέρει”». Η οικονομική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ιταλίας, ωστόσο, την οδήγησε να αναθεωρήσει. Θα πληρωνόταν 1.000 λιρέτες ημερησίως, ένα μεροκάματο που θα βοηθούσε πολύ την οικογένειά της.
Στο πλατό, η παρουσία της δεν πέρασε απαρατήρητη, σε βαθμό που προκάλεσε αντιδράσεις. «Όταν ξεκίνησα ως κομπάρσος, δεν ήταν εύκολο, γιατί έκανα το ντουμπλάζ για μια σταρ», αφηγήθηκε, «αλλά κάτω από τα φώτα έδειχνα ακόμη πιο όμορφη από εκείνη. Έτσι με απέλυσε».
Ένας καλοπροαίρετος τεχνικός μακιγιάζ τής έδωσε την ευκαιρία να εργαστεί ως βοηθός κομμωτή στο ίδιο στούντιο, προκειμένου να μη χάσει το εισόδημά της. Παράλληλα, άρχισε να σπουδάζει Γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Όμως, όλα θα άλλαζαν για εκείνη όταν συμμετείχε στα καλλιστεία Μις Ιταλία, όπου έλαβε την τρίτη θέση το 1947. Αυτό τις άνοιξε το δρόμο για πρωταγωνιστικούς ρόλους στις υπερπαραγωγές της Τσινετσιτά.
Εκείνη την περίοδο, μέρος των στούντιο φιλοξενούσε πρόσφυγες, ξεριζωμένους από τα σπίτια τους εξαιτίας του πολέμου και ιατρούς από όλον τον κόσμο. Κάπως έτσι, η Lollobrigida γνωρίζει τον Σλοβάκο ιατρό Milko Škofič, με τον οποίο παντρεύτηκαν το 1949 και έφεραν στον κόσμο ένα αγόρι το 1957. Ο σύζυγός της θα εγκατέλειπε σταδιακά την ιατρική για να γίνει μάνατζέρ της.
Το 1950, την ανακαλύπτει ο Howard Hughes και κάπως έτσι ανοίγει ο δρόμος για το Χόλιγουντ. Οι προθέσεις του παραγωγού έγιναν γρήγορα σαφείς. «Με κάλεσε στο Λος Άντζελες. Στην αρχή υπήρχαν δύο εισιτήρια- για μένα και για τον σύζυγό μου- μετά ένα. Άλλαξε γνώμη», είχε σημειώσει η σταρ με μια δόση ειρωνείας. «Ο σύζυγός μου, όμως, μου είπε: “Μην ανησυχείς, σε εμπιστεύομαι. Πήγαινε, γιατί δεν θέλω αύριο να μου πεις ότι σου απαγόρευσα να γίνεις σταρ του κινηματογράφου”».
Για την ιστορία, η Lollobrigida πήρε διαζύγιο το 1971 αλλά με τον Škofič ζούσαν χωριστά ήδη από το 1966, όταν εκείνος ερωτεύτηκε μια τραγουδίστρια της όπερας και την ακολούθησε στη Βιέννη.
Ο Fidel, ο Dali κι ο Kissinger ποζάρουν για τον φακό της Lollobrigida
Σε μεταγενέστερη φάση της ζωής της, η Gina Lollobrigida αναδιαμόρφωσε εκ βάθρων τη δημόσια εικόνα της, στρεφόμενη συνειδητά προς τη φωτοδημοσιογραφία και οικοδομώντας μια δεύτερη καριέρα με σαφή προσανατολισμό και διάρκεια. Η μετατόπιση αυτή δεν προέκυψε ως παροδική καλλιτεχνική απόπειρα, αλλά ως έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης να εγκαταλείψει τον ελεγχόμενο χώρο της κινηματογραφικής κατασκευής και να κινηθεί προς ένα πεδίο όπου η ματιά, η εγρήγορση και η προσωπική κρίση αποκτούσαν πρωτεύοντα ρόλο. Η κάμερα έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο επιβεβαίωσης της εικόνας της και μετατράπηκε σε μέσο διερεύνησης, σε έναν μηχανισμό κατανόησης προσώπων και ιστορικών συγκυριών.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, κατέγραψε με τον φακό της προσωπικότητες διαφορετικών πεδίων: από τον Paul Newman και την Audrey Hepburn έως την Ella Fitzgerald, τον Henry Kissinger και την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Γερμανίας. Παράλληλα δημοσίευσε έξι φωτογραφικές συλλογές, μεταξύ των οποίων και το Italia Mia (1973), ένα έργο που αποτυπώνει τη σχέση της με τη χώρα της μέσα από ένα βλέμμα περισσότερο βιωματικό παρά τουριστικό.
Κεντρική θέση σε αυτή τη διαδρομή κατέχει το ταξίδι της στην Κούβα το 1974, όταν εξασφάλισε μια σπάνια, σχεδόν αδιανόητη για την εποχή, συνάντηση με τον Fidel Castro. Παρέμεινε εκεί επί δώδεκα ημέρες, αποκτώντας πρόσβαση σε έναν ηγέτη που είχε περιορίσει τις επαφές του με τον διεθνή Τύπο. Η συνάντηση αυτή, η οποία φέρεται να διευκολύνθηκε και από το προσωπικό ενδιαφέρον του Castro για τον κινηματογράφο, εξελίχθηκε σε μια σύνθετη ανταλλαγή. Η ίδια κατέγραψε όχι μόνο τις πολιτικές θέσεις, αλλά και πτυχές της προσωπικής του ζωής και της σχέσης της Κούβας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αποτέλεσμα ήταν το ντοκιμαντέρ Ritratto di Fidel και ένα εκτενές φωτογραφικό αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Gente.

Η παραμονή της στο νησί περιλάμβανε και στιγμές που κινούνται ανάμεσα στο επίσημο και το ανεπίσημο- μια ιδιωτική επίδειξη αθλητικών ικανοτήτων σε έναν αυτοσχέδιο αγώνα μπάσκετ, δώρα που αντάλλαξαν, όπως το ρολόι που της χάρισε ο Castro με αφιέρωση «Στη Gina, με μεγάλο θαυμασμό». Τα αντικείμενα αυτά, μαζί με τη φωτογραφική της μηχανή, επανήλθαν στη δημόσια σφαίρα δεκαετίες αργότερα, όταν δημοπρατήθηκαν στο πλαίσιο της περιουσίας της. Όσο για τις επίμονες φήμες περί μιας ερωτικής σχέσης μεταξύ τους, η ίδια επέλεγε να διατηρεί μια διακριτική ασάφεια, παραδεχόμενη μόνο ότι το ενδιαφέρον της επικεντρωνόταν στον άνδρα και όχι στον πολιτικό ηγέτη.
«Η ομορφιά ξεθωριάζει», είχε δηλώσει κάποτε, «αλλά το θάρρος παραμένει χαραγμένο στο πρόσωπο». Η διατύπωση αυτή, αποκτά μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα των επιλογών της. Η Lollobrigida δεν επένδυσε στην εικόνα της ως σταθερό κεφάλαιο, αλλά στη δυνατότητα να αποσύρεται, να μετακινείται και να επανακαθορίζει τη θέση της, όποτε αυτή έκρινε αναγκαίο.

