Έχει διαγράψει μια πορεία που δύσκολα περιορίζεται σε μία μόνο σκηνή ή ύφος. Από τα πρώτα του βήματα δίπλα στον Θεόδωρο Τερζόπουλο μέχρι την Επίδαυρο, το Ηρώδειο αλλά και τη σταθερή παρουσία του στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, επιλέγει ρόλους που τον τραβούν έξω από τη ζώνη ασφαλείας του. Αυτή την περίοδο, ετοιμάζεται να εμφανιστεί στην παράσταση «Το κλουβί με τις τρελές», σε σκηνοθεσία Γιώργου Βάλαρη. Μέσα από αυτό το συνεχές πέρασμα ανάμεσα σε εκφραστικά μέσα και φόρμες, ο Γιάννης Στάνκογλου μας μιλά για το θέατρο, τη μνήμη και την Ελλάδα που τον διαμόρφωσε.
Πότε νιώθετε πιο αυθεντικός και τι ρόλο παίζει η Ελλάδα σε αυτό;
Βρίσκω την αυθεντικότητά μου στις στιγμές που πλησιάζω τη φύση – στη θάλασσα, στο βουνό, εκεί όπου ο χρόνος χαμηλώνει τον τόνο του και μπορώ να σταθώ ήσυχος. Η γεύση του νερού, τα έντονα χρώματα, η ιδιότυπη γεωγραφία που σου επιτρέπει να περάσεις από το βουνό στη θάλασσα μέσα σε λίγη ώρα, καβάλα σε μια μηχανή, συνθέτουν μια εμπειρία που για μένα καθορίζει το αίσθημα του ανήκειν.

Πιστεύετε ότι σήμερα μπορούμε να μιλάμε για «ελληνικό θέατρο» ή, λόγω της παγκοσμιοποίησης, οι διαχωρισμοί έχουν πια σχεδόν εξαφανιστεί;
Οι διαχωριστικές γραμμές έχουν πλέον θολώσει μέσα στην παγκοσμιοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, επιμένω ότι το ελληνικό θέατρο υπάρχει και διατηρεί τη δική του ταυτότητα. Όχι μόνο γιατί γεννήθηκε σε αυτό τον τόπο, αλλά και γιατί συνεχίζει να στηρίζεται σε μια βαθιά καλλιτεχνική παράδοση, που εκτείνεται πέρα από τους αρχαίους τραγικούς και φτάνει μέχρι το σήμερα, μέσα από τη δουλειά σημαντικών δημιουργών. Το θέατρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα, αλλά αυτό δεν αναιρεί τις επιμέρους ρίζες που το τροφοδοτούν.
Πώς επηρεάζει εσάς ως ηθοποιό η πολιτισμική μνήμη στον τρόπο με τον οποίο αφηγείστε ιστορίες;
Η πολιτισμική μνήμη λειτουργεί υπόγεια, αλλά καθοριστικά. Έχοντας μεγαλώσει μέσα σε αυτή την ιστορική και πνευματική παρακαταθήκη, θεωρώ αναπόφευκτο να με επηρεάζει στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και αφηγούμαι τις ιστορίες. Όσο περισσότερο έρχεται κανείς σε επαφή με το έργο των Ελλήνων φιλοσόφων, ποιητών και δραματουργών τόσο πιο έντονη γίνεται αυτή η σύνδεση· μια αίσθηση οικειότητας με κάτι που, αν και οικουμενικό, φέρει ταυτόχρονα και μια βαθιά τοπική σφραγίδα.

Πιστεύετε ότι κουβαλάτε μέσα σας το ελληνικό θέατρο;
Πιστεύω ακράδαντα ότι ο τόπος και οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνει κανείς εγγράφονται μέσα του, σαν ένα είδος DNA. Η Ελλάδα, με όλες τις αντιφάσεις της, με έχει διαμορφώσει, ακόμα κι αν ζω και εργάζομαι σε μια εποχή που η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει καθοριστικά τα πάντα, από την τέχνη μέχρι τους κοινωνικούς κανόνες.
Ποια εικόνα της Ελλάδας θα θέλατε να διατηρηθεί και ποια θα θέλατε να αλλάξει;
Θα ήθελα να διατηρηθεί αναλλοίωτη η ικανότητα της Ελλάδας να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη. Σε κρίσιμες στιγμές, ενεργοποιούνται στους ανθρώπους μηχανισμοί που αποδεικνύουν ότι, τελικά, τα πράγματα μπορούν να δουλέψουν. Την ίδια στιγμή, παρατηρώ μια τάση προς τη μελαγχολία, μια δυσκολία να βιωθεί η χαρά με την ίδια ένταση που βιώνεται η λύπη, ένα χαρακτηριστικό που διαπερνά το σύγχρονο ελληνικό ψυχισμό. Η Ελλάδα είναι ένας τόπος αντιφάσεων. Το φως, εκτυφλωτικό και αδυσώπητο, συνυπάρχει με την εικόνα μιας καθημερινότητας συχνά επιβαρυμένης – στους δρόμους, στις συνήθειές μας, στον τρόπο με τον οποίο οδηγούμε, ακόμα και σε αυτόν με τον οποίο λειτουργούμε σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικής.
