ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Δρ. Δανάη Δεληγεώργη: «Ένα παιδί δεν γεννιέται παραβατικό- η ανήλικη βία είναι συχνά μια κραυγή που δεν βρήκε λόγια»

Δρ. Δανάη Δεληγεώργη: «Ένα παιδί δεν γεννιέται παραβατικό- η ανήλικη βία είναι συχνά μια κραυγή που δεν βρήκε λόγια» 1

Σε μια εποχή όπου η βία «ανεβαίνει» σε stories και τα περιστατικά γίνονται viral πριν καν γίνουν κατανοητά, η ανήλικη παραβατικότητα μοιάζει να διογκώνεται μπροστά στα μάτια μας. Είναι όμως πραγματική έξαρση ή μια κοινωνία που παρακολουθεί πιο έντονα από ποτέ; Η δρ. Δανάη Δεληγεώργη μετατοπίζει τη συζήτηση από τον πανικό στην ουσία, επιμένοντας ότι πίσω από κάθε πράξη υπάρχει μια ιστορία που ζητά να ακουστεί.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Η δημόσια συζήτηση για την ανήλικη παραβατικότητα συχνά ξεκινά με αριθμούς και καταλήγει σε φόβο. Όμως ανάμεσα στους τίτλους και στα βίντεο που αναπαράγονται ασταμάτητα, υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η αύξηση της ορατότητας και άλλο η αύξηση της ίδιας της βίας. Σήμερα βλέπουμε περισσότερα- και τα βλέπουμε πιο ωμά, πιο άμεσα, πιο μαζικά.

Η δρ. Δανάη Δεληγεώργη προσεγγίζει το φαινόμενο όχι ως ηθικό πανικό αλλά ως αναπτυξιακό και παιδαγωγικό ζήτημα. Μιλά για παιδιά που δεν «γεννιούνται παραβατικά», για εφήβους που πίσω από την επιθετικότητα κρύβουν ανασφάλεια, θυμό ή αίσθηση αορατότητας. Για οικογένειες που δοκιμάζονται από άγχος και οικονομική πίεση. Για έναν ψηφιακό κόσμο που ενισχύει την ένταση και μετατρέπει τη βία σε θέαμα.

Στον πυρήνα της ανάλυσής της δεν βρίσκεται η τιμωρία, αλλά ο δεσμός. Όχι ο έλεγχος, αλλά η σχέση. Γιατί, όπως τονίζει, όταν ένα παιδί έχει μάθει να μιλά για όσα το πονάνε, δεν χρειάζεται να τα φωνάζει μέσα από τη βία.

Η αυξημένη ορατότητα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αύξηση της συχνότητας, αλλά αλλάζει δραστικά τον τρόπο που το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό.

Παρατηρούμε ότι η ανήλικη παραβατικότητα βρίσκεται σε έξαρση. Πρόκειται για πραγματική αύξηση ή για μεγαλύτερη προβολή του φαινομένου;

Το αν πρόκειται για πραγματική αύξηση είναι κάτι που αρμόδιοι φορείς, όπως η Ελληνική Αστυνομία, μπορούν να το αποτυπώσουν με ασφάλεια μέσα από τα επίσημα στοιχεία. Η επιστημονική προσέγγιση απαιτεί πάντα να διαχωρίζουμε τα καταγεγραμμένα δεδομένα από τις κοινωνικές εντυπώσεις.

Από το δικό μου λειτούργημα, αυτό που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι η παραβατικότητα των ανηλίκων δεν είναι κάτι νέο· υπήρχε πάντα, απλώς σήμερα τη βλέπουμε πολύ περισσότερο.

Με την εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, περιστατικά που παλαιότερα έμεναν μέσα στα όρια μιας γειτονιάς ή ενός σχολείου, πλέον καταγράφονται, αναπαράγονται και φτάνουν σε όλους μας. Η αυξημένη ορατότητα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αύξηση της συχνότητας, αλλά αλλάζει δραστικά τον τρόπο που το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό.

Ένα επεισόδιο μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να γίνει εικόνα, βίντεο, θέμα συζήτησης. Αυτό από τη μία πλευρά βοηθά να ανοίξει ο δημόσιος διάλογος· από την άλλη, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος η βία να μετατραπεί σε περιεχόμενο, ακόμη και σε μέσο προβολής για views και likes, για τους ίδιους τους ανηλίκους.

Υπάρχουν παιδιά πιο παρορμητικά, πιο ανυπόμονα ή με μεγαλύτερη δυσκολία να διαχειριστούν έντονα συναισθήματα. Αν αυτά τα παιδιά δεν έχουν μάθει άλλους τρόπους να εκφράζονται ή να εκτονώνονται, είναι πιθανότερο να αντιδράσουν έντονα σε στιγμές πίεσης.

Πώς επηρεάζει η προσωπικότητα ενός παιδιού ή εφήβου την πιθανότητα να εκδηλώσει αποκλίνουσα ή παραβατική συμπεριφορά;

Η προσωπικότητα ενός παιδιού μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας ευαλωτότητας, όχι όμως ως καθοριστικός παράγοντας. Στη σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία μιλάμε για συνδυασμό προδιαθεσικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, όχι για γραμμική αιτιότητα.

Υπάρχουν παιδιά πιο παρορμητικά, πιο ανυπόμονα ή με μεγαλύτερη δυσκολία να διαχειριστούν έντονα συναισθήματα. Αν αυτά τα παιδιά δεν έχουν μάθει άλλους τρόπους να εκφράζονται ή να εκτονώνονται, είναι πιθανότερο να αντιδράσουν έντονα σε στιγμές πίεσης.

Ωστόσο, η ίδια ιδιοσυγκρασία μπορεί να εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά σε ένα περιβάλλον που προσφέρει σταθερότητα, όρια και συναισθηματική ασφάλεια. Ένα παιδί δεν «γεννιέται παραβατικό». Η αναπτυξιακή του πορεία διαμορφώνεται δυναμικά μέσα από τις σχέσεις και τα πλαίσια που συναντά.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες παρανοήσεις γονέων και εκπαιδευτικών για τη συμπεριφορά των εφήβων σήμερα;

Μια συχνή παρανόηση είναι ότι «είναι απλώς παιδιά» ή ότι «είναι εφηβεία και θα περάσει». Η εφηβεία πράγματι συνοδεύεται από ένταση, αναζήτηση ταυτότητας και αυξημένη συναισθηματική ευαλωτότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά είναι ανώδυνη ή χωρίς συνέπειες.

Όταν αποφεύγουμε να βάλουμε όρια στο όνομα της ηλικίας, συχνά στερούμε από το παιδί την ευκαιρία να μάθει την ευθύνη.

Παράλληλα, πολλές φορές υποτιμάται ο αντίκτυπος του ψηφιακού κόσμου. Υπάρχει η αίσθηση ότι τα παιδιά μπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν το «αληθινό» από το «διαδικτυακό». Στην πράξη, όμως, η συνεχής έκθεση σε εικόνες βίας ή σε σχόλια κακοποιητικού λόγου επηρεάζει τον τρόπο που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις σχέσεις και τα όρια, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν, ιδίως όταν αυτό συμβαίνει σε κρίσιμες αναπτυξιακές ηλικίες.

Ποιοι είναι οι βασικότεροι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες που οδηγούν έναν ανήλικο στην παραβατικότητα;

Πολύ συχνά πίσω από μια παραβατική συμπεριφορά υπάρχουν συναισθήματα που δεν έχουν βρει τρόπο να εκφραστούν. Θυμός, ντροπή, φόβος ή αίσθηση απόρριψης μπορεί να συσσωρεύονται και να εκδηλώνονται μέσα από τη βία. Η παραβατική πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργεί ως δυσλειτουργική μορφή επικοινωνίας.

Ένα παιδί που δεν ξέρει πώς να πει «πονάω» ή «φοβάμαι», μπορεί να το δείξει με τρόπο που σοκάρει.

Σε κοινωνικό επίπεδο, σημαντικό ρόλο παίζουν οι παρέες, τα πρότυπα που προβάλλονται και το αν το παιδί νιώθει ότι ανήκει κάπου. Όταν ένας έφηβος αισθάνεται αόρατος ή αποκλεισμένος, η παραβατική συμπεριφορά μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος να γίνει «ορατός», έστω και μέσα από αρνητική προσοχή.

Πώς επηρεάζει το οικογενειακό περιβάλλον και ποιος ο ρόλος της οικονομικής ανασφάλειας;

Η οικογένεια είναι το πρώτο πλαίσιο όπου το παιδί μαθαίνει πώς αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες.

Όταν επικρατεί ασυνέπεια, ένταση ή συναισθηματική απόσταση, το παιδί συχνά δυσκολεύεται να ρυθμίσει τη δική του συμπεριφορά. Η συναισθηματική ρύθμιση μαθαίνεται πρωτίστως μέσα στη σχέση.

Η οικονομική ανασφάλεια δεν οδηγεί από μόνη της στην παραβατικότητα. Το χρόνιο άγχος όμως που τη συνοδεύει μπορεί να εξαντλήσει τους γονείς και να περιορίσει τη διαθεσιμότητά τους. Τα παιδιά συχνά «διαβάζουν» αυτό το άγχος και το εκφράζουν με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολα κατανοητοί, ιδίως όταν λείπουν άλλα προστατευτικά στηρίγματα.

Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη χαμηλή αυτοεκτίμηση και στην επιθετική συμπεριφορά;

Ναι, συχνά υπάρχει σύνδεση, αλλά όχι πάντα με τον τρόπο που φανταζόμαστε. Κάποιες φορές η επιθετικότητα δεν πηγάζει από αίσθηση υπεροχής, αλλά από βαθιά ανασφάλεια. Ένας έφηβος που νιώθει αδύναμος ή αόρατος μπορεί να προσπαθήσει να προστατευτεί υιοθετώντας έναν πιο «σκληρό» ρόλο. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας, όχι απαραίτητα συνειδητή επιλογή, και συχνάλειτουργεί περισσότερο ως κάλυψη ευαλωτότητας παρά ως ένδειξη δύναμης.

Όταν επικρατεί ασυνέπεια, ένταση ή συναισθηματική απόσταση, το παιδί συχνά δυσκολεύεται να ρυθμίσει τη δική του συμπεριφορά. Η συναισθηματική ρύθμιση μαθαίνεται πρωτίστως μέσα στη σχέση.

Πώς λειτουργεί ο δεσμός γονέα– παιδιού ως παράγοντας πρόληψης;

Ο ασφαλής δεσμός λειτουργεί σαν δίχτυ προστασίας. Όταν ένα παιδί ξέρει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να γελοιοποιηθεί ή να απορριφθεί, μειώνεται η ανάγκη να εκφραστεί με ακραίους τρόπους.

Τα όρια είναι απαραίτητα, αλλά έχουν μεγαλύτερη δύναμη όταν συνοδεύονται από σχέση, σταθερότητα και σεβασμό στο συναίσθημα, και όχι μόνο από έλεγχο ή τιμωρία.

Πώς επηρέασε η πανδημία και η ψηφιακή κουλτούρα;

Η πανδημία διέκοψε βασικές διαδικασίες κοινωνικοποίησης. Πολλοί έφηβοι βρέθηκαν να μεγαλώνουν σε μια περίοδο απομόνωσης, χωρίς ευκαιρίες να δοκιμάσουν τον εαυτό τους μέσα σε φυσικές σχέσεις. Σε αναπτυξιακούς όρους, αυτό σημαίνει απώλεια κρίσιμων εμπειριών κοινωνικής μάθησης.

Το διαδίκτυο έγινε ο βασικός χώρος επαφής, έκφρασης και σύγκρισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν βία, αλλά μπορούν να ενισχύσουν την ένταση και την παρορμητικότητα όταν λείπουν άλλα στηρίγματα.

Ποιες πρακτικές είναι πιο αποτελεσματικές στην πρόληψη;

Η πρόληψη δεν βασίζεται στον φόβο, αλλά στην καλλιέργεια δεξιοτήτων. Όταν τα παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν, να αντέχουν τη ματαίωση, να αναγνωρίζουν την αξία τους και να ζητούν βοήθεια, μειώνεται η ανάγκη για παραβατική έκφραση. Αυτές οι δεξιότητες αποτελούν βασικούς προστατευτικούς παράγοντες στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη. Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Υπάρχουν σημάδια που χρειάζονται προσοχή;

Σημαντικό καμπανάκι είναι η απότομη και επίμονη αλλαγή στη συμπεριφορά. Ένα παιδί που απομονώνεται, γίνεται έντονα επιθετικό ή παρουσιάζει σταθερή πτώση στη λειτουργικότητά του, χρειάζεται προσοχή. Δεν μας ανησυχεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα μοτίβο που επιμένει στον χρόνο και που δείχνει ότι το παιδί δυσκολεύεται να προσαρμοστεί ή να ανταπεξέλθει.

Στους γονείς θα έλεγα ότι η ανησυχία είναι ένδειξη φροντίδας και ότι η αναζήτηση βοήθειας είναι πράξη ευθύνης, όχι αποτυχίας.

Ποιος είναι ο ρόλος των σχολικών και κοινωνικών δομών;

Οι δομές μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά όταν έχουν προληπτικό χαρακτήρα, επαρκή στελέχωση και συνεργασία μεταξύ τους. Το σχολείο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του τόσο σύνθετα ζητήματα· χρειάζεται δίκτυο και στήριξη, με διεπιστημονική συνεργασία και συνέχεια στις παρεμβάσεις.

Πώς βλέπετε την εθνική στρατηγική για την παραβατικότητα ανηλίκων;

Η ύπαρξη εθνικής στρατηγικής είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα. Η πρόκληση βρίσκεται στη συνέπεια, στη διάρκεια και στην πραγματική επένδυση στην πρόληψη. Η παραβατικότητα ανηλίκων δεν είναι μόνο νομικό θέμα· είναι βαθιά παιδαγωγικό και αναπτυξιακό, και χρειάζεται μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, όχι αποσπασματικά μέτρα.

Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε σε γονείς και εφήβους;

Στους γονείς θα έλεγα ότι η ανησυχία είναι ένδειξη φροντίδας και ότι η αναζήτηση βοήθειας είναι πράξη ευθύνης, όχι αποτυχίας.

Στους εφήβους θα ήθελα να πω ότι τα δύσκολα συναισθήματα δεν τους ορίζουν και ότι υπάρχουν τρόποι να ακουστούν και να στηριχθούν χωρίς να πληγώσουν τον εαυτό τους ή τους άλλους, ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται δύσκολο.


Red flags στις σχέσεις: από το «γιατί δεν έφυγα τρέχοντας;» μέχρι το «αλλά με αγαπάει»

Στο νέο επεισόδιο του «Έχεις Δυο Λεπτά;», η Έλενα και η Δέσποινα βουτάνε στα βαθιά των ερωτικών σχέσεων και συζητούν για τα red flags.


READ MORE

Exit mobile version