Στη Βενεζουέλα της τελευταίας τριακονταετίας, το όνομα της Cilia Flores δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό του Nicolás Maduro. Για την ακρίβεια, όταν ο Maduro ανέλαβε την προεδρία το 2013, η Flores είχε ήδη πίσω της μια πολιτική διαδρομή δεκαετιών, θεσμικά κατοχυρωμένη και βαθιά ενσωματωμένη στον κρατικό μηχανισμό. Νομικός, κοινοβουλευτική παράγοντας, θεσμικό πρόσωπο-κλειδί σε κρίσιμες περιόδους, αλλά και κεντρικό πρόσωπο σε διαδοχικές πολιτικές και δικαστικές αντιπαραθέσεις, η Flores υπήρξε για χρόνια μία από τις πιο ισχυρές και πιο αμφιλεγόμενες γυναίκες στη χώρα.
Η ιστορία της δεν ξεκινά από το προεδρικό μέγαρο, ούτε τελειώνει στον ρόλο της «πρώτης μαχήτριας» του τσαβισμού. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που μπήκε νωρίς στον πυρήνα της εξουσίας και έμαθε να κινείται μέσα της. Για τους υποστηρικτές της υπήρξε συνεπής παράγοντας στην πολιτική σκηνή της χώρας της. Για τους επικριτές της, σύμβολο οικογενειοκρατίας και συγκέντρωσης ισχύος. Σε κάθε περίπτωση, η Cilia Flores υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές γυναίκες της σύγχρονης Βενεζουέλας.
Τα πρώτα χρόνια
Η Cilia Adela Flores de Maduro γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1956 στο Τινακίγιο, στην πολιτεία Cojedes, στην κεντρική Βενεζουέλα. Σύμφωνα με διεθνή μέσα, μεγάλωσε σε εργατικές γειτονιές στη δυτική πλευρά του Καράκας, σε ένα περιβάλλον που συχνά επικαλείται για να περιγράψει την κοινωνική της συγκρότηση. Κατάγεται από οικογένεια ιθαγενών. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Santa María του Καράκας, με ειδίκευση στο Ποινικό και το Εργατικό Δίκαιο.
