Το 1967, σε μια γαλλόφωνη οικογένεια εργατικής τάξης έξω από το Μόντρεαλ, μια γυναίκα μαθαίνει ότι είναι έγκυος για δέκατη τέταρτη φορά. Έχει ήδη δεκατρία παιδιά να μεγαλώσει, τα οικονομικά είναι οριακά και ο σύζυγός της διατηρεί ένα μικρό μπαρ που αποφέρει περιορισμένο εισόδημα. Για ένα διάστημα σκέφτεται τη διακοπή της εγκυμοσύνης. Τελικά αποφασίζει να κρατήσει το παιδί. Στις 30 Μαρτίου 1968 γεννιέται η Céline Dion. Στο σπίτι δεν υπάρχει κούνια και το μωρό κοιμάται σε ένα ανοιχτό συρτάρι.
Η μητέρα της έπαιζε βιολί, ο πατέρας της ακορντεόν, και σχεδόν όλα τα αδέλφια συμμετείχαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε οικογενειακά μουσικά σχήματα. Το σπίτι -εκτός από μουσική- ήταν γεμάτο κόσμο και υποχρεώσεις. Το τραγούδι δεν παρουσιαζόταν ως «όνειρο καριέρας», αλλά ως κάτι που συνέβαινε αυτονόητα: στο οικογενειακό εστιατόριο, σε τοπικές γιορτές, σε μικρές σκηνές. Ήταν ένα έξτρα εισόδημα το οποίο η οικογένεια χρειαζόταν διακαώς.
Σε ηλικία μόλις 5 ετών, ξεκίνησε να τραγουδά στο μπαρ των γονιών της. Αμέσως, η φήμη της επεκτάθηκε και άνθρωποι από όλη την πόλη κατέφταναν να ακούσουν το παιδί-θαύμα με τη βελούδινη φωνή. Στα 7 της, τραγουδούσε και σε άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά της. Συνήθως επέλεγε τα τραγούδια της Ginette Reno, της αγαπημένης της τραγουδίστριας.
Στα δώδεκά της, η μητέρα της έγραψε τους στίχους και τη μελωδία του «Ce n’était qu’un rêve». Η οικογένεια ηχογράφησε ένα πρόχειρο demo και το έστειλε στον René Angélil, μάνατζερ της Reno. Ο Angélil την κάλεσε για ακρόαση, μην πιστεύοντας ότι αυτή η φωνή μπορούσε να ανήκει σε ένα παιδί. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, το κορίτσι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, αλλά μόλις άρχισε να τραγουδά η φωνή ήταν αρκετή για να τον πείσει. Πίστεψε τόσο πολύ στο εγχείρημα ώστε υποθήκευσε το σπίτι του για να χρηματοδοτήσει το πρώτο της άλμπουμ. Κάπως έτσι, όλος ο κόσμος θα γνώριζε την Dion.
