Λίγες εβδομάδες πριν από τα 88α γενέθλιά της, η Ελλάδα αποχαιρέτησε τη Μαρινέλλα, μια φωνή που καθόρισε τον τόνο και τον παλμό της ελληνικής μουσικής επί δεκαετίες. Η πορεία της ήταν μια διαρκής αφήγηση ανάμεσα στη μουσική τελειότητα και τις ιστορικές αναταράξεις μιας χώρας που έμαθε να αγαπά και να υποφέρει με τον ίδιο ρυθμό. Η Μαρινέλλα γεννήθηκε με τη φωνή της έτοιμη να γεμίσει αίθουσες και καρδιές και γρήγορα έγινε η «Μεγάλη Κυρία» του ελληνικού πενταγράμμου, όχι μόνο γιατί κατείχε την τεχνική της ερμηνείας, αλλά γιατί έδωσε στο τραγούδι ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Μια έκφραση που μπορούσε να αγγίξει τη θλίψη, τη λαχτάρα και την ελπίδα με τον ίδιο αυθεντικό τόνο.
Το 1973, εν μέσω της Χούντας, η καλλιτεχνική ελευθερία της Μαρινέλλας συγκρούστηκε ανοιχτά με την πολιτική λογοκρισία. Ο Ντέμης Ρούσσος είχε δώσει την άδεια στην ερμηνεύτρια να τραγουδήσει μερικά από τα κομμάτια του στην ελληνική γλώσσα. Ένα από αυτά ήταν το ελληνικό cover του τραγουδιού «My reason», σε στίχους του αξεπέραστου Πυθαγόρα και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις δυνατές εικόνες:«Πού πάνε οι σταυραετοί / που πολεμούσαν γελαστοί / φονιά, φασίστα και ληστή / πού πάνε;»
Το αποτέλεσμα ήταν το «Πού πάνε εκείνα τα παιδιά», το οποίο κυκλοφόρησε αρχικά σε ένα δισκάκι 45' στροφών κι απαγορεύθηκε από τη δικτατορία. Ήταν η αναγνώριση της δύναμης της φωνής της, ικανής να φέρει στο φως τις ελπίδες μιας γενιάς που αναζητούσε λευτεριά.
Παρά τις προσπάθειες λογοκρισίας, η Μαρινέλλα συνέχισε να τραγουδά το κομμάτι αυτό στο μαγαζί της, το θρυλικό «Marinella’s». Το τραγούδησε επίσης και στο μουσικό ντοκιμαντέρ «Το μπουζούκι» του BBC, μαζί με το κομμάτι «Παλικάρι μου» των Σταύρου Ξαρχάκου και Νίκου Γκάτσου.
