ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 1 Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 2

Μέσα από τη θερινή υπερπαραγωγή «Του αγοριού απέναντι», η Κατερίνα Γερονικολού μιλά για μια παράσταση-επιστροφή στη νοσταλγία και τη χαμένη αθωότητα, αλλά και για μια σύγχρονη πραγματικότητα που εξακολουθεί να δοκιμάζει τις γυναίκες μέσα από παλιά, επίμονα στερεότυπα.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΑΣΠΑΡΗΣ STYLING ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΣΙΑΦΛΙΟΥΚΑ MAKEUP ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΑΜΠΟΥΚΟΣ

Δεν είχα την Κατερίνα Γερονικολού στο «προσωπικό μου ραντάρ» με τρόπο συστηματικό: περισσότερο ως μια γνώριμη δημόσια παρουσία και λιγότερο ως πρόσωπο που είχα συνδέσει με συγκεκριμένη θεατρική εμπειρία. Τελευταία την είδα στη «Ληστεία της Συμφοράς» τον περασμένο χειμώνα και τώρα, η θερινή υπερπαραγωγή «Του αγοριού απέναντι» των Ρέππα–Παπαθανασίου στο Θέατρο Άλσος στάθηκε τελικά μια πολύ καλή αφορμή να τη γνωρίσω από κοντά, να την αποκωδικοποιήσω και να ανοίξει μεταξύ μας ένας αληθινός διάλογος.

Όταν μιλάει για την παράσταση, «Του αγοριού απέναντι» έχει κάτι από τον αθώο ενθουσιασμό ενός κοριτσιού που μόλις του έκαναν ένα δώρο και ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να το προστατεύσει ή να το χαρεί απλά. Κι όταν της λες θετικά σχόλια, τα ακούει με έναν σχεδόν δημιουργικό σκεπτικισμό, σαν να πρέπει να τα μεταβολίσει πρώτα για να τής ανήκουν μετά.

Στις δύο τελευταίες της δουλειές, αυτό που ξεχωρίζει είναι η αντίθεση που δεν διαφημίζεται: ένας άνθρωπος που στην καθημερινότητά του κινείται πιο χαμηλόφωνα, πάνω στη σκηνή ενεργοποιεί μια άλλη ταχύτητα: γίνεται ζωντανή, κωμική, απόλυτα παρούσα, με μια ενέργεια που δεν έχει τίποτα επιτηδευμένο, σαν να κάνει πρωταθλητισμό στην ακρίβεια του ρυθμού αλλά χωρίς να χάνει τίποτα από την πριγκιπική ομορφιά της.

Στην κουβέντα μας δεν κυριαρχεί η ανάγκη να εντυπωσιάσει, αλλά η ανάγκη να τοποθετηθεί. Μιλά για κοινωνικά στερεότυπα χωρίς να τα εξωραΐζει, για τις αντιφάσεις γύρω από τη θέση της γυναίκας χωρίς υπεκφυγές, και ταυτόχρονα επιστρέφει διαρκώς στον εαυτό της με μια ειλικρίνεια που δεν γίνεται ποτέ επίδειξη.

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 3

Είμαστε μόλις λίγες μέρες αφού έχει ξεκινήσει η μουσικοχορευτική παράσταση «Του αγοριού απέναντι» στο Άλσος. Θέλω να μου πεις πώς νιώθεις εσύ μέσα σε αυτήν;  

Ξεκίνησαν όλα την άνοιξη που πρωτοδιάβασα το κείμενο του Μιχάλη Ρέππα και του Θανάση Παπαθανασίου. Και ήταν η πρώτη φορά που πριν τελειώσω το έργο, σκέφτηκα ότι θα πω ναι. Χωρίς να έχω διαβάσει το τέλος. Νομίζω γιατί ερωτεύτηκα το ρόλο που μου προσέφεραν τόσο γενναιόδωρα. Και βασικά ερωτεύτηκα κυρίως το σύμπαν αυτής της παράστασης. Είμαστε στη δεκαετία του '60, σε ένα μικρό χωριό κάπου στο Αιγαίο. Και βλέπουμε αυτούς τους χαρακτήρες που είναι γνώριμοι σε όλους μας.

Αυτό το έργο δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς, πέρα από τους Έλληνες ή όποιον θέλει να μπει μέσα στο ένα ελληνικό σύμπαν.

Όλοι μας τους έχουμε συναντήσει ένα Σαββατόβραδο που καθίσαμε σπίτι και είδαμε την αγαπημένη μας ελληνική ταινία. Όλοι μας έχουμε δει τη Βλαχοπούλου, την Καραγιάννη, την Καρέζη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τον Λογοθετίδη, τον Γεωργίτση, τον Παπαμιχαήλ, τον Αλεξανδράκη, αυτούς τους χαρακτήρες της παράστασης κάπου τους έχουμε δει στους αγαπημένους μας ηθοποιούς. Δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος χαρακτήρας. Είναι όλοι μαζί και κανένας ταυτόχρονα, γιατί τώρα έρχονται στη σκηνή από νέα πρόσωπα. Εγώ αυτή τη δροσιά, τη νοσταλγία, τη χαμένη αθωότητα, αυτή τη χαρά που δεν υπάρχει πια ήθελα να τη ζήσω. Να τη ζήσω στη σκηνή, να μπω μέσα σε αυτό παραμύθι, να με ενδιαφέρει μόνο το αν με αγαπάει ο Κωνσταντής, εάν η ταβέρνα θα έχει κόσμο και αν η μάνα μου σήμερα θα με βρίσει ή όχι (γέλια). Δηλαδή, ήθελα να ταξιδέψω σε εκείνη την εποχή που οι άνθρωποι δεν ήταν πλούσιοι, αλλά ήταν ευτυχισμένοι και τους ενδιέφεραν μόνο τα απλά. Γι' αυτό μιλάει η παράσταση. Για τα απλά, τα καθημερινά, τα μικρά.

Σαν να μυρίζει παράσταση, ασβεστωμένο τοίχο, βασιλικό και τηγανητά ψάρια από μία ελληνική ταβέρνα σ’ ένα νησί. Αυτό το έργο δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς, πέρα από τους Έλληνες ή όποιον θέλει να μπει μέσα στο ένα ελληνικό σύμπαν, ας πούμε. Και θα χρησιμοποιήσω και μια έκφραση που είπε ο Μιχάλης στην πρώτη μας ανάγνωση του έργου, στην πρόβα. Αυτό που κάνουμε είναι μια λαϊκή ζωγραφιά.

Και ένα αφιέρωμα στο Μίμη Πλέσσα...

Ναι, είναι μια λαϊκή ζωγραφιά ντυμένη με τις υπέροχες μελωδίες του Μίμη Πλέσσα. Εμείς οι νεότεροι μπορεί να ξέρουμε τον Πλέσσα, αλλά λίγοι ξέρουν ποια ακριβώς είναι τα τραγούδια που του ανήκουν. Γι' αυτό αυτή η παράσταση είναι σαν αφιέρωμα και φορός τιμής στο Μίμη Πλέσσα, γιατί ξαφνικά ακούς τόσα τραγούδια που είναι τόσο διαφορετικά και τόσο σπουδαία και είναι όλα δικά του. Κάποια φορά σαν να ζηλεύω τους θεατές, για το πολυαισθητηριακό θέαμα που απολαμβάνουν. 

Nα μην ξεχάσουμε ότι είναι και κωμωδία. Από την εμπειρία σου, πόσο ανάγκη έχουμε να γελάσουμε;

Όλα τα έχουμε ανάγκη και το δράμα και την κωμωδία. Απλά το δράμα και τη δυστυχία μάς την προσφέρουν στο πιάτο καθημερινά από παντού. Οπότε το να βρίσκεσαι ξαφνικά σε ένα κήπο στο κέντρο της Αθήνας- το Άλσος- και να ξεχνιέσαι με μία τέτοια παράσταση είναι μια πολύτιμη χαμένη αξία! Τώρα έχουμε ανάγκη κάποιος να μας τραβήξει, να μας πάρει από το χέρι και να μας τραβήξει, να μας κάνει να ξεχάσουμε τα προβλήματα. Και αυτή η παράσταση αυτό κάνει.

Σου λέει με μουσική, με λόγια, με χιούμορ, «έλα λίγο να πάμε κάπου αλλού. Για δυόμισι ώρες να ξεχαστούμε». Εγώ είμαι υπέρμαχος αυτής της παράστασης και θα είμαι μέχρι να ολοκληρωθεί.

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 4

Σε έχω δει back to back στις δύο τελευταίες σου παραστάσεις, στη «Ληστεία της Συμφοράς» και τώρα στο «Αγόρι Απέναντι». Και στις δύο περιπτώσεις ένιωσα ότι ανακαλύπτουμε μια πιο εξωστρεφή πλευρά σου. Είναι κάτι που προέκυψε μέσα από την προσωπική σου εξέλιξη ή απλώς κάποιοι σκηνοθέτες είδαν σε σένα κάτι που οι υπόλοιποι δεν έβλεπαν;

Νομίζω ότι όλα αυτά ξεκινάνε από τους σκηνοθέτες, δηλαδή η Ληστεία ήρθε ως πρόταση από τον Νικορέστη Χανιωτάκη, και τώρα από τους Ρέππα- Παπαθανασίου, που τυχαίνει να με γνωρίζουν προσωπικά και μάλλον κάτι είδαν που δεν το ξέρουν αυτοί που δεν με γνωρίζουν προσωπικά.

Πολλές φορές η δημόσια εικόνα ενός ηθοποιού δεν έχει να κάνει ούτε με τους ρόλους του: μπορεί εμένα να μου βγαίνει μια συστολή, ο λόγος μου να είναι λίγο πιο προσεκτικός, η ευγένεια να με κάνει λίγο πιο κλειστή. Οπότε ξαφνικά μου λένε  θα κάνεις αυτήν την αδίστακτη, τρελή, femme fatale στη Ληστεία της Συμφοράς ή τώρα το ρόλο που κάνω στην παράσταση του Ρέππα-Παπαθανασίου, που άλλοι σκηνοθέτες μπορεί να μην με σκέφτονταν και ξαφνικά μου δίνουν την ευκαιρία να δείξω αυτή την πλευρά.

Οπότε το συμπέρασμα που βγάζω εγώ, είναι ότι πολλές φορές δεν μας δίνουν ευκαιρίες και αν βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος που σε εμπιστεύεται και στο δείχνει, εσύ μπορείς να το πας λίγο πιο πέρα. Γιατί φυσικά και στην Ελλάδα υπάρχει πολύ type casting. Βλέπουν έναν ηθοποιό με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μια προσωπικότητα και λένε πάνω εκεί, θα χτίσω ρόλους. Αυτό που φαίνεται, θα πρέπει να παίξει, το οποίο δεν μπορείς και να το απορρίψεις γιατί είσαι ηθοποιός, αλλά και γιατί μόνο όταν δουλεύεις, χαίρεσαι και δημιουργείς.

Στην παράσταση βρισκόμαστε στη δεκαετία του '60 σε ένα ελληνικό νησί. Εκεί βλέπουμε γυναίκες που μοιάζουν να κυνηγούν τη δέσμευση, φοβούμενες μήπως χάσουν το "κελεπούρι". Εξήντα χρόνια μετά, ο ρόλος της γυναίκας στις σχέσεις και οι προσδοκίες φαίνεται να έχουν αλλάξει. Όμως έχουν αλλάξει πραγματικά; 

Αυτό που παρατήρησες στην παράσταση, το αντιμετωπίζω εντελώς folklore. Το βλέπω σαν ντοκιμαντέρ. Ότι είναι η δεκαετία του εξήντα, ότι οι γυναίκες ολοκληρώνονταν και αυτοπραγματώνονταν μέσα από έναν άντρα αλλά και την επιλογή τους στο πρόσωπο ενός άντρα. Εγώ το βλέπω λοιπόν εντελώς από μακριά, σαν ντοκιμαντέρ, πώς ήταν τότε η κοινωνία. Η γυναίκα με τη σκούπα, το τηγάνι και το ξεσκονόπανο, οι άντρες στη δουλειά στα ψαροκάικα. Η γυναίκα σε υποδεέστερη θέση. Βέβαια η παράσταση το παρωδεί κάπως αυτό... Σε σχέση με το σήμερα εγώ αισθάνομαι ισότιμη με τον άντρα , παρ' όλα αυτά, η κοινωνία ή μέρος της, δεν το βλέπει αυτό.  

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 5
Σε κάποιους εξακολουθεί να φαίνεται αυτονόητο ότι η γυναίκα πρέπει να έχει την ευθύνη του σπιτιού. Αν όμως ένας άνδρας αναλάβει τις ίδιες δουλειές, συχνά αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν ήρωας.

Πώς το εννοείς αυτό;

Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μου έστειλε η αδερφή μου ένα μήνυμα ότι ξεσηκώθηκαν στα social media επειδή δήλωσε ο Γιάννης σε μια συνέντευξή του ότι δεν μαγειρεύω. Για κάποιους, αυτό φαίνεται να αποτελεί δείγμα αχρηστίας εκ μέρους μου.

Αυτά τα σχόλια ήταν μάλλον από ανώνυμους σχολιαστές των σόσιαλ μίντια...

Ακριβώς. Αυτός ο ανώνυμος σχολιασμός μάς γυρίζει πολλά χρόνια πίσω και είναι και αρκετά κακοποιητικός. Όχι, σε μένα. Γιατί για κάποιο περίεργο λόγο εμένα δεν με πειράζει καθόλου. Πιο πολύ έχω την περιέργεια να δω ποιοι είναι αυτοί. Ποια είναι, για παράδειγμα, μια γυναίκα, συνομήλική μου, που θα με κρίνει ενώ είμαστε ουσιαστικά στην ίδια πλευρά, ενώ και η ίδια μπορεί να καταπιέζεται, να πιέζεται και να δυσκολεύεται στη ζωή της, και παρ’ όλα αυτά να κρίνει κι εμένα επειδή δυσκολεύομαι, δεν προλαβαίνω ή δεν μπορώ.

Σε εκπλήσσει το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα συζητάμε για το αν μια γυναίκα μαγειρεύει ή όχι για να τη θεωρούμε χρήσιμη ή ικανή; 

Αυτό που με ξαφνιάζει είναι ότι πολλές φορές θεωρώ αυτές τις αντιλήψεις φολκλόρ, ένα κατάλοιπο του παρελθόντος και ξαφνικά αυτές οι αντιλήψεις χτυπούν την πόρτα σου μέσα από τα social media και λες: «Μα είναι δυνατόν; Δεν έχει αλλάξει τίποτα;». Η αλήθεια είναι ότι, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη ή μορφωτικό επίπεδο, εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοια κατάλοιπα. Και συχνά οι γυναίκες εξακολουθούν να κρίνονται πιο αυστηρά. Σε κάποιους εξακολουθεί να φαίνεται αυτονόητο ότι η γυναίκα πρέπει να έχει την ευθύνη του σπιτιού. Αν όμως ένας άνδρας αναλάβει τις ίδιες δουλειές, συχνά αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν ήρωας. Του λένε «μπράβο», ότι «βοηθάει». Ενώ στην πραγματικότητα δεν βοηθάει κάποιον άλλον. Φροντίζει το δικό του σπίτι.

Στα ελληνικά υπάρχει και ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά. Εφόσον υπάρχουν και οι δύο λέξεις, σημαίνει ότι και οι δύο έχουν ευθύνη απέναντι στο σπίτι τους. Δεν είναι δουλειά του ενός ή του άλλου φύλου. Όταν δεν θα μαγειρέψει ο ένας, θα μαγειρέψει ο άλλος. Όταν δεν θα μπορέσει ο ένας να κάνει μια δουλειά, θα την αναλάβει ο άλλος. Έτσι λειτουργεί ένα ζευγάρι. Εγώ πιστεύω στην ισοτιμία μέσα στο σπίτι, γιατί και τα δύο φύλα εργάζονται και μοιράζονται την καθημερινότητα. Η ζωή είναι ήδη αρκετά δύσκολη από μόνη της. Όλοι παλεύουμε με τις υποχρεώσεις, με τις μετακινήσεις, με την προσπάθεια να βρούμε λίγο ποιοτικό χρόνο, λίγους πόρους για να πραγματοποιήσουμε τα όνειρα και τα ταξίδια μας. Όλοι παλεύουμε για κάτι καλύτερο, είτε ατομικά είτε ως οικογένειες. Αν το δούμε λίγο περισσότερο μέσα από αυτή την οπτική, ότι όλοι δίνουμε τον δικό μας αγώνα, ίσως γίνουμε πιο επιεικείς, πιο αλληλέγγυοι και πιο δίκαιοι ο ένας απέναντι στον άλλον.

Μια σχέση πρέπει να έχει γάμο, όταν κάνεις το πρώτο παιδί, το επόμενο βήμα είναι το δεύτερο παιδί, όποια δεν μαγειρεύει δεν είναι καλή σύζυγος ή σύντροφος ή καλός άνθρωπος ή σωστή νοικοκυρά. Όλα αυτά δυστυχώς είναι στερεότυπα που διαιωνίζονται.

Νομίζω ότι συνυπάρχει μέσα σου ένα αντιθετικό δίπολο που θα το έλεγα «δυναμική ευθραυστότητα». Συμφωνείς; 

Είμαι φύσει εύθραυστη και θέσει δυναμική, ειδικά με τον τρόπο που μεγάλωσα και του πώς με σμίλεψε αυτή τη δουλειά ώστε να διεκδικώ και να παλεύω. Έχω μια δυναμική μαμά. Κατάφερε πολλά. Σχεδόν είμαστε ίδιες πια. Την έζησα να μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά, να παίρνεις αποφάσεις για τη ζωή μας, να βάζει στόχους και να τους καταφέρνει. Δεν την είδα να πτοείται ποτέ. Σίγουρα θα υπήρχαν στιγμές που λύγισε αλλά δεν την είχα δει. Είναι το πρότυπό μου ως μάνα και ως γυναίκα. Μοιάζουμε πολύ στο χαρακτήρα. Το μόνο που δεν έχω πάρει από εκείνη, είναι ότι, επειδή είναι Μανιάτισσα δεν ήταν της αγκαλιάς, του φιλιού και της τρυφερότητας. Εγώ νομίζω ότι σε αυτό της ξέφυγα. Κατά τα άλλα τη θαυμάζω, μ' αρέσει ο δυναμισμός της, η επίτευξη στόχων και το «πάμε μπροστά και δεν πτοούμαστε».  

Μεγαλώνοντας δίπλα σε μια γυναίκα που πήρε τη ζωή στα χέρια της, αισθάνεσαι ότι οι σημερινές γυναίκες διεκδικούν πιο εύκολα τον χώρο τους ή εξακολουθούν να κουβαλούν τα ίδια βάρη με διαφορετικό τρόπο;

Η διεκδίκηση υπάρχει. Φαίνεται κάτι να αλλάζει αλλά αργά. Και νομίζω ότι δυστυχώς η τηλεόραση έχει μερίδιο ευθύνης γιατί λειτουργεί πολύ αναχρονιστικά. Οι προκάτ ερώτησεις των δημοσιογράφων που γίνονται τόσο βιαστικά, τόσο παρορμητικά, είναι ένα θέμα από μόνο του. Αυτή η εμμονή με τον γάμο, μετά με τα παιδιά, μετά με το αν είσαι καλύτερη στις δουλειές, ποιο είναι το επόμενο βήμα στη σχέση, αν έχεις τύψεις που αφήνεις το παιδί σου στο σπίτι και δουλεύεις. Δηλαδή όλες οι ερωτήσεις είναι είτε από έλλειψη φαντασίας είτε από βαρεμάρα να βρουν κάτι καινούργιο να ρωτήσουν και κάπως έτσι ανακυκλώνουν στερεότυπα και καλλιεργούν συνειδήσεις. Και όποιος δεν απαντήσει σωστά σε αυτές τις ερωτήσεις, γιατί η ερώτηση έχει μέσα της και την απάντηση με έναν τρόπο, αμέσως κατακρίνεται. Γιατί σύμφωνα με τα κοινώς αποδεκτά, μια σχέση πρέπει να έχει γάμο, όταν κάνεις το πρώτο παιδί, το επόμενο βήμα είναι το δεύτερο παιδί, όποια δεν μαγειρεύει δεν είναι καλή σύζυγος ή σύντροφος ή καλός άνθρωπος ή σωστή νοικοκυρά. Όλα αυτά δυστυχώς είναι στερεότυπα που διαιωνίζονται. Και εγώ, ως γυναίκα και ως συνεντευξιαζόμενη, πολλές φορές αισθάνομαι κουρασμένη  να βάλω στη θέση του έναν άνθρωπο που εκείνη την ώρα κάνει βαριεστημένα τη δουλειά του.

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 6
Μου αρέσει να κάνω τη δική μου διαδρομή. Εγώ είμαι ο κριτής μου. Να αρέσω σε εμένα. Είτε με περισσότερα κιλά, είτε με περισσότερες ρυτίδες.

Μιλώντας για τις προσδοκίες που εξακολουθούν να φορτώνονται οι γυναίκες, θυμήθηκα μια παλιά συνέντευξη της Ειρήνης Παππά στον Νίκο Χατζηνικολάου το 1995 στο MEGA όπου έλεγε μεταξύ άλλων ότι «δεν επιτρέπεται σε μας να γεράσουμε και αυτό είναι άγριο για τη γυναίκα. Μας έχει φορτωθεί η ηθική του σεξ και η ευθύνη του πόθου γι’ αυτό μας βλέπεις εμένα βαμμένη και εσείς οι άνδρες δεν είστε. Εγώ δεν θέλω να είμαι όμορφη για να αρέσω. Εγώ θέλω να είμαι για να αρέσω». Πώς το ακούς αυτό;

 Λέω στον Λευτέρη Ελευθερίου, πριν μερικές μέρες πριν βγει στη σκηνή- γιατί βγαίνουμε από το ίδιο σημείο στην αρχή της παράστασης:

«Λευτέρη, έχεις συνειδητοποιήσει πόσες εργατοώρες έχεις κερδίσει και πόσες έχω “χάσει” εγώ από τη ζωή μου; Όταν κάθε μέρα αφιερώνω μία με μιάμιση ώρα παραπάνω για τη δουλειά μου, για τα μαλλιά, το χτένισμα και το μακιγιάζ, αυτό σημαίνει ότι, σε βάθος 30 χρόνων, μπορεί να χάσω και έναν χρόνο χαμένο στο μακιγιάζ. Και αυτό το θεωρώ πολύ απατηλό, και βαρετό. Το συνειδητοποίησα πριν λίγες ημέρες. Και πέρα από το χάσιμο χρόνου -γιατί ο χρόνος είναι για μένα το πιο πολύτιμο αγαθό- πιστεύω ότι όλο αυτό συνδέεται και με ένα στερεότυπο: ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι πάντα όμορφες και φροντισμένες. Ποιος το λέει αυτό; Το λένε οι άλλοι. Πού είναι γραμμένο; Είναι ένα ακόμη στερεότυπο. Για έναν άντρα π.χ. δεν θα πει κανείς “α, έκανε κοιλίτσα”. Είναι δεδομένο και είναι ΟΚ. Όλα αντιμετωπίζονται διαφορετικά όταν μιλάμε για γυναίκες. Και υπάρχει και μία έξτρα πίεση σε γυναίκες του χώρου. Εγώ προσωπικά δεν νιώθω αυτή την πίεση του χρόνου. Νιώθω ότι μεγαλώνω καλά. Κι αν κάποια στιγμή δεν μεγαλώσω “καλά”, θέλω να πιστεύω ότι πρώτα εγώ θα το έχω αποδεχτεί με αγάπη και τρυφερότητα προς τον εαυτό μου. Και για τους άλλους, όπως έλεγα και πριν, έχω μια “ασπίδα”. Για κάποιο λόγο δεν με επηρεάζει ιδιαίτερα το τι θα πουν. Μου αρέσει να κάνω τη δική μου διαδρομή. Εγώ είμαι ο κριτής μου. Να αρέσω σε εμένα. Είτε με περισσότερα κιλά, είτε με περισσότερες ρυτίδες. Αυτός είναι ο στόχος: να με αποδέχομαι εγώ. Οι άλλοι, αν θέλουν, θα με αποδεχτούν. Αυτή είμαι.

Άρα αγαπάς την Κατερίνα;

Νομίζω πως ναι. Είναι μια αγαπησιάρικη σχέση, αν και όχι πάντα. Δεν την αγαπάω όταν κάνει λάθη. Είμαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου. Είναι κάτι που συνδέεται με την τελειομανία μου. Εγώ με κρίνω αυστηρά. Όχι, οι άλλοι. Εγώ, ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Υπάρχει μια δύσκολη σχέση με την τελειομανία. Και το λέω συνειδητά. Δεν είναι πάντα υγιές. Για χρόνια δεν μπορούσα να αφήσω κάτι να ολοκληρωθεί αν δεν ήταν ακριβώς όπως το είχα στο μυαλό μου. Κάπως σαν να αντιστρέφεται αυτό που έλεγε ο Σαρτρ ότι «η κόλαση είναι οι άλλοι». Για μένα πολλές φορές η κόλαση είμαι εγώ.

Κατερίνα Γερονικολού: «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρίνεται για τα αυτονόητα» 7

Πότε άρχισες να γίνεσαι πιο επιεικής με τον εαυτό σου;

Νιώθω ότι μεγαλώνοντας αποκτώ περισσότερη ενσυναίσθηση για τον εαυτό μου. Καταλαβαίνω καλύτερα ποια είμαι, τι θέλω, πού βρίσκομαι. Και προσπαθώ να αγαπήσω λίγο περισσότερο τα ελαττώματά μου. Αυτό που λέμε αυτοαποδοχή. Έχω δρόμο ακόμα. Απλώς νιώθω ότι φωτίζεται λίγο το μονοπάτι. Πλέον μου κάνω και ταπ-ταπ στον ώμο. Όχι, είναι περισσότερο μια σχέση «ταπ-ταπ». Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί πολλοί άνθρωποι λειτουργούν με μαστίγιο απέναντι στον εαυτό τους. Κι εγώ το κάνω, αλλά όχι τόσο συχνά πια.

Θα ξεκουραστείς καθόλου το καλοκαίρι;

Κάποιες μέρες τον Αύγουστο γιατί η παράσταση θα πάει ολο το καλοκαίρι μέχρι και Σεπτέμβριο.

Μετά το Σεπτέμβριο τι ετοιμάζεις;

Για το χειμώνα θα είμαι στο θέατρο και μάλλον θα κάνω και τηλεόραση αλλά δεν είναι ακόμα ανακοινώσιμα.

Πώς θέλεις να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη;

Είναι καλοκαίρι, ας το χαρούμε, ας γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Ας προσέξουμε φέτος να μην έχουμε φωτιές. Ας χαμογελασουμε περισσότερο, και αυτή η παράσταση «Του αγοριού απέναντι» το εγγυάται αυτό.

*Η Κατερίνα Γερονικολού πρωταγωνιστεί στην καλοκαιρινή μουσικοθεατρική υπερπαραγωγή «Του αγοριού απέναντι», των Ρέππα-Παπαθανασίου με τραγούδια του Μίμη Πλέσσα στο Θέατρο Άλσος μαζί με τους Αλέξη Γεωργούλη, Ναταλία Δραγούμη, Γιάννη  Τσιμιτσέλη, Λευτέρη  Ελευθερίου, Μαρία Φιλίππου, Χριστίνα Τσάφου, Σοφία Κουρτίδου, Κατερίνα Ζαρίφη, Νίκη Λάμη κ.α. Τραγουδάει ο Γιώργος Λιβάνης.


Οι συμβουλές που δίνουμε στους άλλους (αλλά δεν ακολουθούμε ποτέ εμείς)

Είμαστε εξαιρετικές στο να λύνουμε τα προβλήματα των άλλων. Γιατί τότε δεν ακολουθούμε κι εμείς τις (δικές μας) συμβουλές;


READ MORE

Cookies