Δεν είχα την Κατερίνα Γερονικολού στο «προσωπικό μου ραντάρ» με τρόπο συστηματικό: περισσότερο ως μια γνώριμη δημόσια παρουσία και λιγότερο ως πρόσωπο που είχα συνδέσει με συγκεκριμένη θεατρική εμπειρία. Τελευταία την είδα στη «Ληστεία της Συμφοράς» τον περασμένο χειμώνα και τώρα, η θερινή υπερπαραγωγή «Του αγοριού απέναντι» των Ρέππα–Παπαθανασίου στο Θέατρο Άλσος στάθηκε τελικά μια πολύ καλή αφορμή να τη γνωρίσω από κοντά, να την αποκωδικοποιήσω και να ανοίξει μεταξύ μας ένας αληθινός διάλογος.
Όταν μιλάει για την παράσταση, «Του αγοριού απέναντι» έχει κάτι από τον αθώο ενθουσιασμό ενός κοριτσιού που μόλις του έκαναν ένα δώρο και ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να το προστατεύσει ή να το χαρεί απλά. Κι όταν της λες θετικά σχόλια, τα ακούει με έναν σχεδόν δημιουργικό σκεπτικισμό, σαν να πρέπει να τα μεταβολίσει πρώτα για να τής ανήκουν μετά.
Στις δύο τελευταίες της δουλειές, αυτό που ξεχωρίζει είναι η αντίθεση που δεν διαφημίζεται: ένας άνθρωπος που στην καθημερινότητά του κινείται πιο χαμηλόφωνα, πάνω στη σκηνή ενεργοποιεί μια άλλη ταχύτητα: γίνεται ζωντανή, κωμική, απόλυτα παρούσα, με μια ενέργεια που δεν έχει τίποτα επιτηδευμένο, σαν να κάνει πρωταθλητισμό στην ακρίβεια του ρυθμού αλλά χωρίς να χάνει τίποτα από την πριγκιπική ομορφιά της.
Στην κουβέντα μας δεν κυριαρχεί η ανάγκη να εντυπωσιάσει, αλλά η ανάγκη να τοποθετηθεί. Μιλά για κοινωνικά στερεότυπα χωρίς να τα εξωραΐζει, για τις αντιφάσεις γύρω από τη θέση της γυναίκας χωρίς υπεκφυγές, και ταυτόχρονα επιστρέφει διαρκώς στον εαυτό της με μια ειλικρίνεια που δεν γίνεται ποτέ επίδειξη.





