Η Κλέλια Ανδριολάτου κάνει ένα αποφασιστικό βήμα εκτός ελληνικής τηλεοπτικής και κινηματογραφικής σκηνής, πρωταγωνιστώντας στη νέα διεθνή παραγωγή «BELLS», μια ταινία με σαφή φεστιβαλική στόχευση και βλέμμα στραμμένο πέρα από τα σύνορα. Σε έναν ρόλο εξ ολοκλήρου αγγλόφωνο, απομακρύνεται από την εικόνα της νεαρής, ρομαντικής ηρωίδας και ενσαρκώνει τη Δάφνη: μια ψυχρή, φιλόδοξη και σύνθετη γυναίκα που κινείται στον απαιτητικό, διεθνή κόσμο της σύγχρονης τέχνης.
Η επιλογή της κόντρα στον μέχρι σήμερα «τύπο» της σηματοδοτεί μια στροφή, αφού η ηθοποιός δοκιμάζει τις αντοχές της σε ένα περιβάλλον όπου η γλώσσα, ο ρυθμός και οι αναφορές δεν είναι αυτονόητες. Και αυτό, από μόνο του, έχει ενδιαφέρον.

Την ολοκλήρωση των γυρισμάτων ανακοίνωσε η ίδια μέσω Instagram, γράφοντας: «Το “BELLS”, η νέα ταινία του Adam Christian Clark, μόλις ολοκληρώθηκε.
Μια ακόμη δουλειά που ανυπομονώ να μοιραστώ μαζί σας, που ονειρευόμαστε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και πίσω της βρίσκεται μια υπέροχη ομάδα, μια νέα συνεργασία. Σας ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη και την αγάπη σας. Πιστεύω ότι μεγαλώνουμε και ανοίγουμε τα φτερά μας. Να κάτι που είναι ολόδικό σου. Ή πίστη. Συνέχισε».

Το καστ
Η Στεφανία Γουλιώτη υποδύεται την Ελένη σε μια από τις πιο τολμηρές και εύθραυστες ερμηνείες της μέχρι σήμερα — έναν χαρακτήρα «ήσυχα τσακισμένο και πράο». Η Κλέλια Ανδριολάτου, στον ρόλο της Δάφνης, κινείται σε ένα αυστηρά αγγλόφωνο πλαίσιο, σε μια ερμηνεία που απαιτεί ψυχραιμία, εσωτερική ένταση και έλεγχο. Η Θέμις Μπαζάκα επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη στον πρώτο σημαντικό ρόλο της μετά από μια δεκαετία.
Το καστ συμπληρώνεται από τους Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Γιώργο Γάλλο, Μάκη Παπαδημητρίου, Πάνο Βλάχο, Θανάση Κουρλαμπά, Ναταλία Σουίφτ και φυσικά τον δημιουργό της ταινίας, Adam Christian Clark.

Η υπόθεση
Η ιστορία εκτυλίσσεται έναν χειμώνα στην Αθήνα. Η Ελένη, νυχτερινή φύλακας ασφαλείας, κινδυνεύει να χάσει το οικογενειακό της διαμέρισμα. Ο Τζον, Αμερικανός αρχιτέκτονας, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, είναι αρραβωνιασμένος με τη Δάφνη, στέλεχος ανάπτυξης σε μουσείο σύγχρονης τέχνης.
Μια επίσκεψη στο διαμέρισμα της Ελένης γίνεται η αφορμή για μια μυστική σχέση που αναπτύσσεται στο περιθώριο της καθημερινότητάς τους. Η ταινία παρακολουθεί τη σταδιακή συναισθηματική μετατόπιση των ηρώων, θέτοντας το ερώτημα αν η ελευθερία προϋποθέτει δεσμεύσεις ή αν κάθε υπόσχεση εμπεριέχει ήδη την πιθανότητα ρήξης.

«Η Ελένη είναι μια γυναίκα περίπου σαράντα ετών που δεν έχει ενηλικιωθεί πραγματικά. Είναι μόνη, αντιμέτωπη με ένα υπαρξιακό αδιέξοδο. Η σχέση της με τον Τζον — η σεξουαλική της αφύπνιση — λειτουργεί ως καταλύτης. Της δίνει την ψευδαίσθηση μιας νέας αρχής. Όμως η ταινία δεν είναι ρομαντική με την παραδοσιακή έννοια. Έχει τραγικό τέλος. Δεν προσφέρει διαφυγή», δήλωσε ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του στο The National Herald.
Μία ταινία γυρισμένη σε φιλμ
Ο βραβευμένος Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Adam Christian Clark, γνωστός για το ωμό, εστιασμένο στις ερμηνείες έργο του («Caroline and Jackie», «Newly Single») που έχει αποσπάσει θετικές κριτικές από τους New York Times, το Variety, το The Village Voice και το LA Weekly, επέλεξε να γυρίσει την ταινία σε αναλογικό φιλμ 16mm.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά στο κέντρο της Αθήνας- στην Ομόνοια, τη Βικτώρια και το Μεταξουργείο- σε γειτονιές που σπάνια προβάλλονται κινηματογραφικά χωρίς φίλτρα ή εξωραϊσμούς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιλογή του κέντρου της Αθήνας ήταν και προσωπική υπόθεση: πρόκειται για τη γειτονιά όπου έζησε η γιαγιά του, ένας τόπος μνήμης. Η ταινία επιχειρεί να αποτυπώσει μια αυστηρά ρεαλιστική όψη της πόλης, αναδεικνύοντας τη νεοκλασική και ανθρώπινη διάστασή της, μακριά από στερεοτυπικές αφηγήσεις αστικής παρακμής.
«Ήθελα Έλληνες ηθοποιούς. Ήθελα η ταινία να έχει ευρωπαϊκή αίσθηση. Είμαι ο μόνος Αμερικανός στο πρότζεκτ. Όλο το συνεργείο είναι Έλληνες», τόνισε ο σκηνοθέτης.
Η ταινία είναι δίγλωσση, με ελαφρώς περισσότερα ελληνικά από αγγλικά. «Ο χαρακτήρας που υποδύομαι καταλαβαίνει λίγα ελληνικά. Το κοινό θα καταλαβαίνει περισσότερα από εκείνον. Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα δυναμική – ο θεατής γνωρίζει κάτι που ο πρωταγωνιστής αγνοεί».

Μια άλλη Αθήνα
Ο Clark απέφυγε συνειδητά τα βόρεια προάστια και τις «εύκολες» καρτ-ποστάλ εικόνες. «Πολλές ελληνικές ταινίες εξιδανικεύουν τα βόρεια προάστια ή τα νησιά. Θεωρώ την Ομόνοια και τη Βικτώρια οπτικά πλούσιες, γεμάτες ζωή. Προέρχομαι από το κέντρο του Λος Άντζελες- για μένα αυτό το περιβάλλον είναι όμορφο. Είναι αληθινό. Δεν βλέπω συχνά τέτοιες ιστορίες στον ελληνικό κινηματογράφο».
Με διευθυντή φωτογραφίας τον Χρήστο Βουδούρη, γνωστό για τις συνεργασίες του με τον Γιώργο Λάνθιμο («Άλπεις») και τον Richard Linklater («Before Midnight»), το «BELLS» επιδιώκει μια εικόνα λιγότερο στιλιζαρισμένη.
«Φοβόμουν ότι αν το γυρίζαμε ψηφιακά θα έμοιαζε υπερβολικά δραματικό ή στιλιζαρισμένο. Το φιλμ προσφέρει μια απαλότητα που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αλήθειας. Είναι πιο δύσκολο, αλλά χαίρομαι που το κάναμε».
Ο ίδιος συνοψίζει την ταυτότητά του λέγοντας: «Είμαι προϊόν και των δύο τόπων. Περισσότερο Αμερικανός από οτιδήποτε άλλο, αλλά αυτή η ταινία δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου με ελληνικό συνεργείο. Δεν ξέρω αν θα θεωρηθεί αμερικανική ή ελληνική».

Μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους
Η απόφαση του Clark να εγκαταλείψει το Λος Άντζελες και να ζήσει στην Ελλάδα συνδέεται με τις οικογενειακές του ρίζες: η μισή του οικογένεια από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από το Ηράκλειο Κρήτης και η άλλη μισή από την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου εκδιώχθηκαν το 1964.
«Η μητέρα μου είναι Ελληνίδα, ο πατέρας μου Αμερικανός βρετανικής καταγωγής. Είμαι ενθουσιασμένος που βρίσκομαι εδώ. Θέλω να μεταφέρω πλήρως την εταιρεία παραγωγής μου στην Ελλάδα, να συνεργαστώ με Έλληνες δημιουργούς και ελπίζω αυτή να είναι η πρώτη από πολλές ταινίες που θα γυρίσω εδώ», δηλώνει.
Το «BELLS» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά και τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία, με προοπτική πρεμιέρας σε μεγάλο διεθνές φεστιβάλ το 2027.
