Ένα καλοκαιρινό πρωινό, μια παρέα εφήβων απλώνει τις πετσέτες της σε μια γεμάτη παραλία. Γελούν, πειράζονται, βουτούν στη θάλασσα, βγάζουν φωτογραφίες. Από μακριά μοιάζουν ανέμελοι, όπως χιλιάδες άλλα παιδιά της ηλικίας τους που απολαμβάνουν τις διακοπές. Αν όμως μπορούσαμε να σταματήσουμε τον χρόνο για μια στιγμή και να ακούσουμε τις σκέψεις τους, θα διαπιστώναμε ότι ο καθένας ζει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Η Άννα καθυστερεί να βγάλει το φαρδύ λινό πουκάμισο που φοράει πάνω από το μαγιό της. Κάνει πως ψάχνει κάτι στην τσάντα της, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί να πάρει κουράγιο. Είναι πεπεισμένη ότι, μόλις αποκαλύψει το σώμα της, όλα τα βλέμματα θα στραφούν στους μηρούς, στην κοιλιά, στα σημεία που η ίδια θεωρεί ατέλειες. Κανείς γύρω της πιθανότατα δεν την παρατηρεί τόσο προσεκτικά. Εκείνη όμως νιώθει σαν να βρίσκεται κάτω από έναν αόρατο προβολέα.
Λίγο πιο πέρα, ο Νίκος παίζει με μια μπάλα στην ακροθαλασσιά, αλλά το μυαλό του βρίσκεται αλλού. Το βλέμμα του πέφτει διαρκώς στα άλλα αγόρια της παραλίας. Συγκρίνει το σώμα τους με το δικό του: τους ώμους, τους κοιλιακούς, το ύψος, τη μυϊκή τους ανάπτυξη. Αναρωτιέται αν φαίνεται αρκετά δυνατός, αρκετά γυμνασμένος, αρκετά ελκυστικός. Η σύγκριση γίνεται σχεδόν ασυναίσθητα και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν ένας εσωτερικός διάλογος που δεν σταματά ποτέ.
Η Ελένη, από την άλλη, έχει ήδη ανεβάσει μια φωτογραφία από την παρέα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ενώ συμμετέχει στις κουβέντες και γελάει με τους φίλους της, κάθε λίγα λεπτά ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο κινητό της. Πόσα likes; Ποιος σχολίασε; Ποιος δεν αντέδρασε; Χωρίς να το καταλαβαίνει, ένα μέρος της αυτοεκτίμησής της μοιάζει να εξαρτάται από την αποδοχή που θα λάβει η εικόνα της στην οθόνη.
Και γύρω τους, οι υπόλοιποι έφηβοι κάνουν σχεδόν το ίδιο. Άλλος ρουφά διακριτικά την κοιλιά του όταν περνάει μπροστά από μια παρέα. Άλλη αποφεύγει να βγάλει το σορτσάκι της μέχρι να μπει στο νερό. Κάποιος κοιτάζει επίμονα τον εαυτό του στην μπροστινή κάμερα του κινητού πριν βγάλει φωτογραφία. Κάποια άλλη διαγράφει τη μία λήψη μετά την άλλη, γιατί καμία δεν της φαίνεται αρκετά καλή.




