Στο επεισόδιο “Four Women and a Funeral” του Sex and the City, η Miranda αγοράζει το πρώτο της διαμέρισμα, ένα ορόσημο ανεξαρτησίας κι ενηλικίωσης. Μόνη της, ανάμεσα σε κούτες μετακόμισης, τρώει φαγητό από ντελίβερι και πνίγεται. Χωρίς κανέναν παρόντα, αναγκάζεται να κάνει μόνη της Heimlich πάνω σε μια κούτα. Όταν συνέρχεται, τηλεφωνεί στην Carrie, η οποία της λέει αμήχανα «Γιατί δεν με πήρες;», μια ερώτηση σχεδόν παράλογη, αφού η Miranda κυριολεκτικά δεν μπορούσε να μιλήσει. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι κωμωδία αλλά υπαρξιακός τρόμος. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να είχε πεθάνει εκεί και να τη βρουν μέρες μετά, αφότου η γάτα της θα είχε φάει το μισό της πρόσωπο. Ο φόβος αυτός τη συντρίβει και την οδηγεί σε κρίση πανικού και στα επείγοντα, όπου η Carrie γίνεται η επαφή έκτακτης ανάγκης της, αντικαθιστώντας τους γονείς της που ζουν εκτός πόλης.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα, όπου όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε δεχτεί εκείνο το μήνυμα από φίλους ή γνωστούς όταν εξαφανιζόμαστε για ώρες από τα social media: «Ζεις;». Όχι επειδή συνέβη κάτι, αλλά επειδή δεν ανεβάσαμε story, δεν ήμασταν “online”, δεν αφήσαμε ψηφιακό ίχνος. Στη σύγχρονη καθημερινότητα, η φυσική παρουσία έχει αντικατασταθεί από σημάδια δραστηριότητας και η απουσία τους προκαλεί ανησυχία. Όχι πάντα από φροντίδα, αλλά από συνήθεια. Το μήνυμα αυτό, ειρωνικό και τρυφερό μαζί, αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια. Η ύπαρξή μας θεωρείται δεδομένη μόνο όσο επιβεβαιώνεται.
Ο φόβος να πεθάνεις μόνος δεν είναι καινούργιος. Είναι όμως από εκείνους τους φόβους που, μέχρι πρόσφατα, παρέμεναν χαμηλόφωνοι, σχεδόν κρυμμένοι πίσω από λέξεις όπως «ανεξαρτησία», «αυτονομία», «επιλογή». Σήμερα, σε μια εποχή όπου ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν μόνοι τους στις μεγαλουπόλεις, ο φόβος αυτός αρχίζει να αρθρώνεται δημόσια. Όχι μέσα από φιλοσοφικά δοκίμια ή κοινωνιολογικές μελέτες, αλλά μέσα από ένα κινητό τηλέφωνο και μια απλή, σχεδόν ωμή ερώτηση: «Ζεις;».
