ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Quiet quitting στις σχέσεις: Γιατί τόσες γυναίκες αποσύρονται σιωπηλά από τον γάμο τους χωρίς να φεύγουν

Quiet quitting στις σχέσεις: Γιατί τόσες γυναίκες αποσύρονται σιωπηλά από τον γάμο τους χωρίς να φεύγουν 1
Scenes from a Marriage (2021) / HBO

Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, χιλιάδες γυναίκες έχουν ήδη παραιτηθεί σιωπηλά από τους γάμους τους, χωρίς μεγάλες ανακοινώσεις κι εκρηκτικούς καβγάδες. Tο «quiet quitting» μπορεί να ακούγεται σαν ξενόφερτη μόδα των social media, όμως, η στρατηγική αυτή εφαρμόζεται εδώ και γενιές.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Το quiet quitting εμφανίστηκε αρχικά στον εργασιακό λόγο ως ένας όρος σχεδόν ουδέτερος, αν όχι αμυντικός. Δεν περιέγραφε παραίτηση με την κυριολεκτική έννοια, αλλά μια συνειδητή επαναφορά στα απολύτως συμβατικά όρια της μισθωτής σχέσης: να κάνεις τη δουλειά σου όπως ορίζεται από το συμβόλαιό σου, όχι όπως άτυπα απαιτείται. Να εργάζεσαι εντός ωραρίου, να μην προσφέρεις απλήρωτη διαθεσιμότητα και να μην εξισώνεις την επαγγελματική αξία με τη διαρκή εξάντληση. Ήταν, στην ουσία, μια σιωπηλή αντίδραση σε μια κουλτούρα που είχε μετατρέψει την υπερκόπωση (burnout) σε απόδειξη αφοσίωσης και τη συνεχή υπέρβαση σε ηθικό καθήκον.

Όμως, όπως συμβαίνει συχνά με έννοιες που αποτυπώνουν συλλογική κόπωση, το quiet quitting δεν έμεινε περιορισμένο στο γραφείο. Η λογική του άρχισε να διαχέεται, από τα φύλλα του Excel στην καθημερινότητα, από την παραγωγικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Η πολιτική του «κάνω τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσω χωρίς να καταρρεύσω» μεταφράστηκε σε στάση ζωής. Κι εκεί, αποκομμένο πια από το τεχνικό του πλαίσιο, απέκτησε ένα πολύ πιο σύνθετο κι υπαρξιακό φορτίο, ιδίως όταν πέρασε μέσα από τη γυναικεία εμπειρία.

Για πολλές γυναίκες, το quiet quitting δεν αφορά απλώς μια σχέση που δεν λειτουργεί αλλά μια ολόκληρη ταυτότητα από την οποία αποσύρονται σιωπηλά. Την ταυτότητα της φροντίστριας, της διαρκώς διαθέσιμης, της «δεν πειράζει, θα το κάνω εγώ», της γυναίκας που κρατά τα πάντα όρθια χωρίς να φαίνεται. Δεν υπάρχει σκηνή αποχαιρετισμού ούτε δραματικό ξέσπασμα και καβγάδες. Υπάρχει μόνο μια ανεπαίσθητη μετατόπιση, που πρακτικά μεταφράζεται σε λιγότερη προσπάθεια, λιγότερη συναισθηματική επένδυση και λιγότερες εξηγήσεις. Μια εσωτερική παραίτηση που δεν ανακοινώνεται, αλλά βιώνεται.

Δεν υπάρχει σκηνή αποχαιρετισμού ούτε δραματικό ξέσπασμα και καβγάδες. Μια εσωτερική παραίτηση που δεν ανακοινώνεται, αλλά βιώνεται.

Για δεκαετίες, η αφήγηση της γυναικείας χειραφέτησης πουλήθηκε ως το δικαίωμα να τα έχεις όλα. Στην πράξη, αυτό μεταφράστηκε στο να τα κάνεις όλα. Να εργάζεσαι σαν να μην έχεις οικογένεια και να φροντίζεις σαν να μην έχεις δουλειά. Να αντέχεις, να προσαρμόζεσαι, να μη διαμαρτύρεσαι. Η εξάντληση βαφτίστηκε φιλοδοξία και η αυταπάρνηση ηθική αρετή. Κάπου όμως το σώμα και το μυαλό σταμάτησαν να συνεργάζονται με το αφήγημα. Η κόπωση έπαψε να είναι μόνο σωματική κι έγινε υπαρξιακή. Και τότε άρχισε η σιωπηλή απόσυρση.

Στις ερωτικές σχέσεις, το quiet quitting παίρνει συχνά τη μορφή μιας αργής συναισθηματικής αποσύνδεσης. Δεν είναι απαραίτητα ότι η αγάπη τελειώνει με θόρυβο. Πιο συχνά φθείρεται από τη σιωπή. Από τα μικρά παράπονα που δεν ειπώθηκαν για να μη χαλάσει το κλίμα. Από τις ανάγκες που μπήκαν στο συρτάρι γιατί «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Από την οικειότητα που αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Πολλές γυναίκες δεν φεύγουν όταν κάτι δεν πάει καλά. Μένουν. Προσαρμόζονται. Μειώνουν τον εαυτό τους. Και κάποια στιγμή, χωρίς καν να το συνειδητοποιήσουν πλήρως, σταματούν να προσπαθούν.

Το quiet quitting λειτουργεί ως ενδιάμεση κατάσταση για εκείνες τις γυναίκες που δεν αντέχουν να φύγουν, αλλά δεν αντέχουν και να μείνουν όπως είναι.

Στην Ελλάδα, αυτή η στάση δεν είναι μόνο ψυχολογική αλλά και βαθιά υλική. Το «μένω αλλά αποσύρομαι» συχνά δεν αποτελεί συναισθηματική επιλογή, αλλά οικονομικό μονόδρομο. Χαμηλοί μισθοί, επισφαλείς δουλειές, μια στεγαστική κρίση που μετατρέπει το ενοίκιο σε θηλιά και την ανεξαρτησία σε πολυτέλεια. Η επιστροφή στο πατρικό παραμονεύει ως απειλή και ως υπενθύμιση αποτυχίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ρήξη κοστίζει ακριβά. Έτσι, το quiet quitting λειτουργεί ως ενδιάμεση κατάσταση για εκείνες τις γυναίκες που δεν αντέχουν να φύγουν, αλλά δεν αντέχουν και να μείνουν όπως είναι.

Σε αντίθεση με πιο ατομοκεντρικές κοινωνίες, η ελληνική εμπειρία της ιδιωτικής ζωής παραμένει βαθιά συλλογική. Το ζευγάρι σπάνια αφορά μόνο δύο ανθρώπους. Περιβάλλεται, παρακολουθείται, ερμηνεύεται. Η οικογένεια λειτουργεί ταυτόχρονα ως δίχτυ ασφαλείας και ως μηχανισμός κοινωνικής ρύθμισης: γονείς, πεθερικά, συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού, αλλά και αυτός ο ασαφής, πανταχού παρών «κόσμος» που σχολιάζει, κρίνει, θυμάται. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρήξη δεν είναι ποτέ απολύτως ιδιωτική πράξη. Το διαζύγιο ή ο χωρισμός εξακολουθούν να φέρουν κοινωνικό βάρος, ιδίως για τις γυναίκες, οι οποίες συχνά καλούνται να αποδείξουν όχι μόνο ότι φεύγουν, αλλά και ότι φεύγουν «δικαιολογημένα».

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το quiet quitting αποκτά μια σχεδόν ανθρωπολογική διάσταση. Δεν είναι απλώς συναισθηματική απόσυρση, αλλά στρατηγική διαχείρισης του βλέμματος όλων των άλλων. Ένας τρόπος να αποφευχθεί το κοινωνικό γεγονός της ρήξης χωρίς να αμφισβητηθεί ανοιχτά η κανονικότητα. Δεν φεύγεις, γιατί η φυγή έχει κόστος. Δεν μένεις όμως και πλήρως, γιατί αυτό απαιτεί μια αντοχή που έχει εξαντληθεί. Έτσι εγκαθίστασαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση φυσικής παρουσίας αλλά συναισθηματικής απουσίας. Το «σπίτι» παραμένει όρθιο ως κοινωνική μορφή, αλλά στο εσωτερικό του η σχέση έχει ήδη μετατραπεί σε σιωπηλή συνύπαρξη. Τα προσχήματα διασώζονται, η καθημερινότητα συνεχίζεται και το τίμημα πληρώνεται όχι με σύγκρουση, αλλά με μακρά, διαρκή σιωπή.

Η ελληνική κουλτούρα έχει κανονικοποιήσει τη γυναικεία αντοχή σε βαθμό σχεδόν μυθικό. Η φιγούρα της μάνας που τα σηκώνει όλα, της γυναίκας που «κρατάει το σπίτι», που δεν διαλύει την οικογένεια «για χαζομάρες», παραμένει ισχυρή. Το quiet quitting δεν έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με αυτό το στερεότυπο, αλλά το υπονομεύει και το διαβρώνει εκ των έσω. Μια σιωπηλή άρνηση να συνεχίσεις να προσφέρεις απεριόριστα, χωρίς ανταπόδοση ή αναγνώριση.

Η σιωπηλή απόσυρση, η μείωση της συναισθηματικής επένδυσης, η επιλογή του να μη μιλήσεις άλλο δεν αποτελούσαν ποτέ εξαίρεση· απλώς εντάσσονταν σε ένα άρρητο σύστημα αντοχής.

Δεν είναι τυχαίο ότι η σιωπή λειτουργεί στη χώρα αυτή ως πλήρης γλώσσα. Η ελληνική κοινωνικοποίηση, ιδίως για τις γυναίκες, δεν βασίστηκε ποτέ στη ρητή διατύπωση ορίων, αλλά στη διαχείριση της έντασης χωρίς σύγκρουση. Πρόκειται για έναν πολιτισμό έμμεσης επικοινωνίας, όπου η δυσαρέσκεια εκφράζεται υπόγεια, με παύσεις, με σιωπηλές τιμωρίες, με μια αργή ψύχρανση που σπάνια ονοματίζεται.

Υπό αυτή την έννοια, το quiet quitting στις σχέσεις δεν εισάγει κάτι ριζικά νέο. Δεν είναι ένα εισαγόμενο, «μοντέρνο» φαινόμενο, αλλά μια ήδη οικεία πρακτική που απέκτησε επιτέλους λέξη. Εκείνο που αλλάζει δεν είναι τόσο η συμπεριφορά όσο η δυνατότητα να τη σκεφτούμε. Η σιωπηλή απόσυρση, η μείωση της συναισθηματικής επένδυσης, η επιλογή του να μη μιλήσεις άλλο δεν αποτελούσαν ποτέ εξαίρεση· απλώς εντάσσονταν σε ένα άρρητο σύστημα αντοχής. Σήμερα, με την έννοια του quiet quitting, αυτή η σιωπή παύει να είναι αόρατη. Μετατρέπεται από ατομικό χαρακτηριστικό σε κοινωνικό μοτίβο και, ενδεχομένως, σε αντικείμενο κριτικής.

Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό στην καθυστέρηση της ρήξης. Δεν φεύγουμε εύκολα ούτε από δουλειές, ούτε από σχέσεις, ούτε από πόλεις και τοξικά οικογενειακά ή φιλικά περιβάλλοντα. Ζούμε με το «θα δούμε», με το «δεν είναι τώρα η στιγμή», με το «ας περάσει κι αυτό». Το quiet quitting εντάσσεται σε αυτή τη συλλογική αναβλητικότητα.

Στην καθημερινότητα, το φύλο της συναισθηματικής εργασίας παραμένει εμφανές. Ποιος θυμάται τα γενέθλια, ποιος κανονίζει γιατρούς, ποιος κρατά επαφή με συγγενείς, ποιος απορροφά τις εντάσεις και εξομαλύνει τις συγκρούσεις. Η ελληνική ζωή είναι γεμάτη μικρά, αόρατα καθήκοντα που βαραίνουν σχεδόν αποκλειστικά τις γυναίκες. Το quiet quitting μπορεί να διαβαστεί ως η στιγμή που αυτά τα καθήκοντα αρχίζουν να αποσύρονται.

Why You Should Leave That Relationship Quietly

Υπάρχει επίσης κάτι βαθιά ελληνικό στην καθυστέρηση της ρήξης. Δεν φεύγουμε εύκολα ούτε από δουλειές, ούτε από σχέσεις, ούτε από πόλεις και τοξικά οικογενειακά ή φιλικά περιβάλλοντα. Ζούμε με το «θα δούμε», με το «δεν είναι τώρα η στιγμή», με το «ας περάσει κι αυτό». Το quiet quitting εντάσσεται σε αυτή τη συλλογική αναβλητικότητα. Είναι η αναβολή της απόφασης μεταμφιεσμένη σε καθημερινή λειτουργικότητα. Αυτή η στάση είναι συχνά ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί μια εύθραυστη ισορροπία σε ένα περιβάλλον όπου η ρήξη έχει δυσανάλογο κόστος.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενική ακινησία, διακρίνεται μια μικρή αλλά ουσιαστική γενεακή μετατόπιση. Οι νεότερες γυναίκες διαθέτουν λέξεις για να περιγράψουν αυτό που βιώνουν. Έχουν πρόσβαση σε έννοιες, αφηγήσεις, κοινότητες που μετατρέπουν την ατομική κόπωση σε συλλογική εμπειρία. Οι μεγαλύτερες γενιές δεν είχαν αυτή την πολυτέλεια. Είχαν μόνο αντοχή, σιωπή και την αίσθηση ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Υπό αυτή την έννοια, το quiet quitting λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις γενιές κι ως καθυστερημένη ονομασία μιας συνθήκης που προϋπήρχε. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι σήμερα αυτή η συνθήκη μπορεί να ειπωθεί, να αναλυθεί και, κυρίως, να αμφισβητηθεί.

Το quiet quitting στις ερωτικές σχέσεις δεν συνιστά κατ’ ανάγκην ένδειξη τέλους, αλλά μάλλον ένδειξη ορίου. Υποδηλώνει ότι μια δεδομένη συνθήκη, όπως έχει διαμορφωθεί, καθίσταται μη βιώσιμη για το υποκείμενο που την υφίσταται. Στην εμπειρία πολλών γυναικών λειτουργεί ως ενδιάμεσο στάδιο: άλλοτε ως προθάλαμος αποχώρησης, άλλοτε ως μηχανισμός επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της σχέσης, και άλλοτε ως στρατηγική αποσυμπίεσης εντός θεσμικών, οικονομικών ή συναισθηματικών περιορισμών που δεν είναι άμεσα αναστρέψιμοι.

Το quiet quitting αρθρώνεται ως σιωπηλή αλλά σαφής άρνηση της αυτοεξάντλησης, ως παύση της άνευ όρων διαθεσιμότητας που ιστορικά έχει αποδοθεί στις γυναίκες στο πλαίσιο της οικειότητας.

Υπό αυτή την έννοια, το φαινόμενο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αδιαφορία ή συναισθηματική απόσυρση με την απλοϊκή σημασία του όρου. Αντιθέτως, πρόκειται για διαδικασία αναπροσαρμογής της συναισθηματικής επένδυσης και της προσφοράς φροντίδας. Το quiet quitting αρθρώνεται ως σιωπηλή αλλά σαφής άρνηση της αυτοεξάντλησης, ως παύση της άνευ όρων διαθεσιμότητας που ιστορικά έχει αποδοθεί στις γυναίκες στο πλαίσιο της οικειότητας. Δεν επιδιώκει τη σύγκρουση, ούτε προϋποθέτει τη ρήξη· συνιστά, ωστόσο, μια μορφή μετακίνησης του υποκειμένου εντός της σχέσης, με υπαρξιακές προεκτάσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή δεν λειτουργεί ως παραίτηση, αλλά ως πρακτική αναστοχασμού και επανατοποθέτησης. Το quiet quitting δεν υπόσχεται ιδανικές εκβάσεις ούτε συναισθηματική πληρότητα. Υποδεικνύει, όμως, μια μετάβαση προς μορφές ζωής που δεν θεμελιώνονται στην εξουθένωση, αλλά στη δυνατότητα συνέχειας. Όχι ως ουτοπική λύση, αλλά ως ελάχιστη συνθήκη βιωσιμότητας.


Τι συμβαίνει τελικά με τους άντρες σήμερα;

Η Ειρήνη και η Έλενα ανοίγουν τη συζήτηση για την ανδρική ανασφάλεια, τη σύγχυση ρόλων, το dating στην εποχή των social media και τα όρια που οι γυναίκες δεν είναι πια διατεθειμένες να διαπραγματευτούν.


READ MORE

Exit mobile version