Το quiet quitting εμφανίστηκε αρχικά στον εργασιακό λόγο ως ένας όρος σχεδόν ουδέτερος, αν όχι αμυντικός. Δεν περιέγραφε παραίτηση με την κυριολεκτική έννοια, αλλά μια συνειδητή επαναφορά στα απολύτως συμβατικά όρια της μισθωτής σχέσης: να κάνεις τη δουλειά σου όπως ορίζεται από το συμβόλαιό σου, όχι όπως άτυπα απαιτείται. Να εργάζεσαι εντός ωραρίου, να μην προσφέρεις απλήρωτη διαθεσιμότητα και να μην εξισώνεις την επαγγελματική αξία με τη διαρκή εξάντληση. Ήταν, στην ουσία, μια σιωπηλή αντίδραση σε μια κουλτούρα που είχε μετατρέψει την υπερκόπωση (burnout) σε απόδειξη αφοσίωσης και τη συνεχή υπέρβαση σε ηθικό καθήκον.
Όμως, όπως συμβαίνει συχνά με έννοιες που αποτυπώνουν συλλογική κόπωση, το quiet quitting δεν έμεινε περιορισμένο στο γραφείο. Η λογική του άρχισε να διαχέεται, από τα φύλλα του Excel στην καθημερινότητα, από την παραγωγικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Η πολιτική του «κάνω τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσω χωρίς να καταρρεύσω» μεταφράστηκε σε στάση ζωής. Κι εκεί, αποκομμένο πια από το τεχνικό του πλαίσιο, απέκτησε ένα πολύ πιο σύνθετο κι υπαρξιακό φορτίο, ιδίως όταν πέρασε μέσα από τη γυναικεία εμπειρία.
Yep, i think it's called
— ⚘️Carina (@Carina_Amyth) December 25, 2024
"quietly quitting." pic.twitter.com/pfMhCDQjKX
Για πολλές γυναίκες, το quiet quitting δεν αφορά απλώς μια σχέση που δεν λειτουργεί αλλά μια ολόκληρη ταυτότητα από την οποία αποσύρονται σιωπηλά. Την ταυτότητα της φροντίστριας, της διαρκώς διαθέσιμης, της «δεν πειράζει, θα το κάνω εγώ», της γυναίκας που κρατά τα πάντα όρθια χωρίς να φαίνεται. Δεν υπάρχει σκηνή αποχαιρετισμού ούτε δραματικό ξέσπασμα και καβγάδες. Υπάρχει μόνο μια ανεπαίσθητη μετατόπιση, που πρακτικά μεταφράζεται σε λιγότερη προσπάθεια, λιγότερη συναισθηματική επένδυση και λιγότερες εξηγήσεις. Μια εσωτερική παραίτηση που δεν ανακοινώνεται, αλλά βιώνεται.
Δεν υπάρχει σκηνή αποχαιρετισμού ούτε δραματικό ξέσπασμα και καβγάδες. Μια εσωτερική παραίτηση που δεν ανακοινώνεται, αλλά βιώνεται.
