ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Lee Radziwill: Εντρυφώντας στο διαχρονικό στυλ της πρωθιέρειας του «quiet luxury»

Lee Radziwill: Εντρυφώντας στο διαχρονικό στυλ της πρωθιέρειας του «quiet luxury» 1
Getty

Πριγκίπισσα, ηθοποιός, PR executive κι αιώνιο fashion icon. Η Lee Radziwill είχε αυτό το «κάτι», που αργότερα θα συναντούσαμε στην Carolyn Bessette: πηγαίο κι ατόφιο «coolness». Ο Capote θα σημείωνε πως η Lee είχε το γούστο που δεν είχε η αδερφή της, Jackie Kennedy. Κι όμως, ήταν καταδικασμένη να ζει στη σκιά της.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Υπάρχουν προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας που δεν απαιτούν τη σκηνή για να γίνουν θρύλοι. Η Lee Radziwill, μικρότερη αδελφή της Jacqueline Kennedy Onassis, υπήρξε μία από αυτές. Γεννημένη το 1933 στο Upper East Side της Νέας Υόρκης, μέσα σε έναν κόσμο όπου η ευγένεια και η αισθητική ήταν κληρονομιά, η Radziwill διαμόρφωσε μια κομψότητα που δεν ήταν φτιαχτή ούτε προσποιητή· υπήρχε ως φυσική επέκταση της προσωπικότητάς της. Παρά τη διαρκή σκιά της αδελφής της, που θα γινόταν Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, η Lee διακρίθηκε ως η πιο αυθεντική αισθητική φωνή της οικογένειας, με γούστο που παρέμεινε αναλλοίωτο έως τα ογδόντα της χρόνια.

Η ζωή της κινήθηκε ανάμεσα στα μεγάλα πολιτιστικά και κοινωνικά σαλόνια της Νέας Υόρκης, στα παλάτια της Ευρώπης και στα studios της μόδας και του θεάτρου. Οι σχέσεις της με τον Truman Capote, τον Andy Warhol, τους Mick και Bianca Jagger, όπως και οι διασυνδέσεις της με τους μεγαλύτερους οίκους μόδας, κατέστησαν την παρουσία της σημείο αναφοράς. Όπως παρατηρούσε ο στενός της φίλος και αείμνηστο fashion icon, André Leon Talley: «Η Lee πεξεργάζεται τον ίδιο τον εαυτό της. Επεξεργάζεται τη ντουλάπα της. Επεξεργάζεται τη ζωή της». Η Lee είχε αυτό το «κάτι», που αργότερα θα συναντούσαμε στην Carolyn Bessette-Kennedy: πηγαίο, ατόφιο «coolness», που δε μπορεί ποτέ να αντιγραφεί επ' ακριβώς.

Σε αυτό το αφιέρωμα θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τη Radziwill όχι μόνο ως σύμβολο της μόδας, αλλά ως έναν πολιτισμικό φαινόμενο, ρίχνοντας μια ματιά στην αρχιτεκτονική του στυλ της, τη λογική πίσω από το ντύσιμό της, τη διαχρονικότητα των επιλογών της και την παρακαταθήκη που άφησε για την αισθητική και τη μόδα του 21ου αιώνα.

Η γέννηση ενός διαγενεακού fashion icon

Γεννημένη το 1933 στη Νέα Υόρκη, κόρη του χρηματιστή John Vernou Bouvier III και της κοσμικής κυρίας Janet Norton Lee, η Caroline Lee Bouvier μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου η αισθητική ήταν δεδομένη και η κοινωνική θέση, κληρονομική. Η ίδια η Lee μεγάλωσε ανάμεσα σε ιδιωτικά σχολεία, επίσημες δεξιώσεις και κατοικίες που αντικατόπτριζαν έναν τρόπο ζωής όπου το γούστο ήταν τρόπος ύπαρξης, όχι απλώς επίδειξης.

Παρά τις φαινομενικά ευνοϊκές συνθήκες, η σχέση με την μεγαλύτερη αδελφή της, την Jacqueline, χαρακτηριζόταν από περίπλοκη δυναμική. Η Jackie ήταν πιο επιμελής, πιο πειθαρχημένη και, σε αντίθεση με την Lee, στράφηκε νωρίς σε σπουδές και αθλητισμό. Οι δυο τους μεγάλωσαν δίπλα‑δίπλα, αλλά η ανάγκη για αναγνώριση και η φυσική τάση της Lee προς μια ιδιόμορφη αυτοπροβολή δημιούργησαν έναν συνεχή -αν και σιωπηλό- ανταγωνισμό που θα ακολουθούσε και τις δύο για δεκαετίες.

Μεγαλώνοντας, έγινε μία από τις πρωταγωνίστριες των κοινωνικών εκδηλώσεων της εποχής, μία από τις κυρίες που «έπαιρναν σειρά» στην ελίτ των κοινωνικών κύκλων. Η εμβληματική της εμφάνιση στη σελίδα του περιοδικού Life το 1950, στην ενότητα των debutantes, την καθιέρωσε ως πρόσωπο που δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Ο πρώτος της γάμος, με τον εκδότη Michael Temple Canfield το 1953, υπήρξε περισσότερο μια κοινωνική συμφωνία παρά έκφραση αμοιβαίου πάθους. Ο γάμος κράτησε πέντε χρόνια αλλά ήταν ο δεύτερος γάμος της εκείνος που θα την έβαζε στον παγκόσμιο χάρτη του στυλ.

Πριγκίπισσα Lee

Το πραγματικό σημείο καμπής στη ζωή της, ήρθε το 1959 όταν γνώρισε τον πρίγκιπα Stanisław Albrecht Radziwiłł, έναν Πολωνό αριστοκράτη με βαθιά ιστορική παράδοση πίσω από το όνομα και κοινωνική αναγνώριση στις ευρωπαϊκές ελίτ. Ο τίτλος του δεν είχε πλέον επίσημη νομική ισχύ στη δημοκρατική Πολωνία, αλλά εξακολουθούσε να φέρει μεγάλο βάρος και κύρος στους κοινωνικούς κύκλους της εποχής.

Ο γάμος τους τον Μάρτιο του 1959 ήταν μια πράξη που άλλαξε άρδην την εικόνα της Lee στη διεθνή σκηνή· από την αμερικανική υψηλή κοινωνία πέρασε στο βασίλειο των ευρωπαϊκών σαλονιών, με την ίδια να αποκτά τον τίτλο της Αυτού Υψηλότης Πριγκίπισσα Caroline Lee Radziwiłł. Μάλιστα, μετά τον γάμο της μετακόμισε στο Buckingham Place, «το θεϊκό σπίτι πίσω από το παλάτι», όπως το χαρακτήριζε η ίδια.

Στη διάρκεια αυτού του γάμου απέκτησε δύο παιδιά και οι ζωές τους κυλούσαν ανάμεσα σε παλάτια, εξοχικές κατοικίες στη Βρετανία και την Αμερική και τα διεθνή κοινωνικά σαλόνια όπου η παρουσία τους θεωρούνταν δείγμα καλού γούστου. Ωστόσο, η κοινή τους ζωή τελείωσε το 1974.

Ο έρωτας με τον Ωνάση

Από τα πιο συναρπαστικά και πολυσυζητημένα κεφάλαια της ζωής της Lee είναι η περίοδος της σχέσης της με τον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, έναν από τους πιο ισχυρούς άνδρες της εποχής. Η Lee συνδέθηκε μαζί του στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν εκείνος ήταν ήδη πασίγνωστος όχι μόνο για τα επιχειρηματικά του επιτεύγματα αλλά και για την εκλεκτική και πολυσύνθετη κοινωνική ζωή του. Η σχέση τους σχολιάστηκε έντονα στα μέσα, αφού η Lee ήταν ακόμη παντρεμένη με τον πρίγκιπα Radziwiłł και η οικογένεια Bouvier-Kennedy βρισκόταν στην κορύφωση της δημόσιας προσοχής.

Από πολιτικούς κύκλους λέγεται ότι η οικογένεια Kennedy δεν έβλεπε με καλό μάτι τη φιλία της Lee με τον Ωνάση, και μάλιστα ο ίδιος ο Robert Kennedy θεωρούσε τον δεσμό τους ως «προδοσία του οικογενειακού ονόματος», γιατί θεωρούσε τον Ωνάση «μη αποδεκτό» σε πολιτικό επίπεδο· το γεγονός αυτό φέρεται ότι κόστισε στη Lee ακόμη πιο στενή σχέση με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Ποιος να της το έλεγε τότε, ότι η αδερφή της θα γινόταν κάποτε «κυρία Ωνάση». Ο τρίτος και τελευταίος της γάμος ήταν με τον σκηνοθέτη Herbert Ross, το 1998, ο οποίος κατέληξε σε διαζύγιο το 2001.

Στυλ που μιλάει από μόνο του

Η Lee Radziwill υπήρξε η ζωντανή εκδοχή της φυσικής κομψότητας, με γούστο διακριτικό αλλά αδιάσειστα επιδραστικό. Η επίδρασή της δεν περιοριζόταν στον εαυτό της· λέγεται ότι καθοδήγησε ακόμη και την Jackie στις επιλογές της, υποδεικνύοντας οίκους όπως ο Givenchy, παρά την επιμονή του JFK να προτιμήσει Αμερικανούς σχεδιαστές. Το στιλ της Lee δεν ήταν ποτέ επίδειξη· κάθε ένδυμα, κάθε αξεσουάρ, κάθε λεπτομέρεια είχε λόγο και σκοπό, όπως ένα καλά συντονισμένο μουσικό σύνολο.

Ο Truman Capote το παρατηρούσε με θαυμασμό: «Όλες οι εμφανίσεις, το στυλ, το γούστο – η Jackie δεν τα είχε καθόλου, και παρ’ όλα αυτά ήταν η Lee που ζούσε στη σκιά αυτής της υπερπροσωπικότητας».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε μια σύντομη καριέρα ως ηθοποιός, ερμηνεύοντας την Tracy Lord στο revival του The Philadelphia Story στο Σικάγο. Το 1976 ίδρυσε δικό της γραφείο διακόσμησης εσωτερικών χώρων, συχνά σε συνεργασία με τον Ιταλό αρχιτέκτονα Renzo Mongiardino. Οι κατοικίες της σε Νέα Υόρκη, Παρίσι, Λονδίνο και Buckinghamshire αποτέλεσαν μελέτες πολυεπίπεδων εσωτερικών χώρων με πληθώρα υφασμάτων – ένα προσωπικό σύμπαν που μαρτυρούσε την αίσθηση της αρμονίας και της κομψότητας. Από το 1986 έως το 1994 μετέφερε την εμπειρία της στη μόδα ως PR executive για τον Giorgio Armani.

Η Radziwill δε φοβόταν να επαναλαμβάνει συχνά αγαπημένα κομμάτια και σιλουέτες, απέφευγε τις υπερβολές στα αξεσουάρ ή τα κοσμήματα και διατήρησε με μέτρο και συνέπεια το στυλ της μέχρι τέλους. Η αισθητική της βασιζόταν σε επαναλαμβανόμενες σιλουέτες, καθαρές γραμμές και επιλογές με νόημα. Από τον Yves Saint Laurent και τον Givenchy μέχρι τον Giorgio Armani, τα tailored παντελόνια του οποίου έγιναν μέρος της «στολής» της, η Lee έδινε στο ντύσιμό της μια ήρεμη, σίγουρη δύναμη. Και δεν ήταν μόνο τα ρούχα. Η φιλία της με τις σημαντικότερες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου του 20ου αιώνα, όπως με τον Truman Capote, τον Rudolf Nureyev, τον Andy Warhol και οι συνεργασίες της με αρχιτέκτονες, διακοσμητές και σχεδιαστές, έκαναν την ίδια να ζει μέσα και γύρω από την τέχνη του στυλ.

Μια διαχρονική κληρονομιά

Παρά τη συνταξιοδότησή της από τον επαγγελματικό χώρο της μόδας, η Lee παρέμεινε παρούσα σε gala και πασαρέλες σπουδαίων οίκων, όπως οι Louis Vuitton, Giambattista Valli και Marc Jacobs μέχρι τα 80 της χρόνια. Σε συνέντευξη της στο New York Times το 2015 κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Μόδας του Παρισίου, δήλωσε: «Πιστεύω ακράδαντα στο να μην είσαι πάντα σκλάβος των τάσεων και στο να φοράς αυτό που σε κάνει ευτυχισμένη».

Πριν οι λέξεις «understatement» και «quiet luxury» γίνουν μόδα, η Lee Radziwill τα είχε ήδη ενσωματώσει στην αισθητική της, με τρόπο που είχε νόημα και διάρκεια. Το βλέμμα της δεν φώναζε· υπενθύμιζε αθόρυβα ότι η κομψότητα δεν είναι στιγμιαία επίδειξη, αλλά μια διαρκής, μελετημένη ισορροπία που φαίνεται σε κάθε κίνηση και σε κάθε εμφάνιση.

Η Lee Radziwill υπήρξε πολυτάλαντη – πριγκίπισσα, ηθοποιός, διακοσμήτρια, PR executive – αλλά πάνω απ’ όλα υπήρξε ένας μοναδικός οδηγός στην τέχνη του ντυσίματος. Η «σιωπηλή πολυτέλεια» που εκπροσωπούσε δείχνει ότι η αληθινή κομψότητα δεν βρίσκεται στο να αφαιρείς, αλλά στο να γνωρίζεις πώς να φέρνεις τα πράγματα σε τέλεια ισορροπία. Σε μια εποχή που οι τάσεις έρχονται και φεύγουν, η Lee παραμένει μόνιμη πηγή έμπνευσης για τη διαχρονική κομψότητα.


Decluttering: hype ή σωτηρία;

Είναι το decluttering απλώς μια τάση ή πρόκειται τελικά για ένα εργαλείο που μπορεί να σου αλλάξει την καθημερινότητα;


READ MORE

Exit mobile version