Υπάρχουν υποθέσεις που δεν αφορούν μόνο τη Δικαιοσύνη, αλλά και την ίδια την κοινωνία. Υποθέσεις που λειτουργούν ως καθρέφτης για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη, την εξουσία και κυρίως τη φωνή των θυμάτων. Η περίπτωση του Δημήτρη Λιγνάδη ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Και το 2026, η επιστροφή της στο προσκήνιο, μέσα από τη διαδικασία του Εφετείου, επαναφέρει όχι μόνο τα νομικά ερωτήματα, αλλά και το βαθύτερο κοινωνικό αποτύπωμα που άφησε πίσω της.
Λίγο πριν από τις 8:00 το πρωί της Τετάρτης 17 Ιουνίου, ο Δημήτρης Λιγνάδης προσήλθε στο Εφετείο Αθηνών για τη συνέχιση της δίκης του σε δεύτερο βαθμό. Η διαδικασία είχε διακοπεί στις αρχές Ιουνίου και πλέον αρχίζει ξανά, σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται κρίσιμη τόσο για τον ίδιο όσο και για τη συνολική αποτίμηση της υπόθεσης.

Η παρουσία του στο δικαστήριο χωρίς τη συνοδεία συνηγόρου, αλλά και η στάση του απέναντι στα τηλεοπτικά συνεργεία, καταγράφηκαν ως ενδεικτικές της έντασης αλλά και της δημοσιότητας που εξακολουθεί να περιβάλλει την υπόθεση.
Υπενθυμίζεται ότι σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 12 ετών για δύο πράξεις βιασμού, με την ποινή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έως την εκδίκαση της έφεσης. Παράλληλα, είχε αθωωθεί για άλλες δύο υποθέσεις, γεγονός που αποτέλεσε βασικό σημείο αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, η εξέλιξη στο Εφετείο διαφοροποιεί σημαντικά το τοπίο. Η αποδοχή της εισαγγελικής έφεσης σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θα δικαστεί εκ νέου για τρεις υποθέσεις βιασμού, γεγονός που αυξάνει το διακύβευμα της διαδικασίας. Παράλληλα, η εισαγγελική πλευρά ζητά επανεξέταση όχι μόνο των αθωωτικών σκέλων της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και του ύψους της επιβληθείσας ποινής, εκτιμώντας ότι δεν ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα των πράξεων.
Το δικαστήριο διέκοψε για αύριο, προκειμένου να αποφασίσει επί του αιτήματος της υπεράσπισης του ηθοποιού και σκηνοθέτη να διοριστεί ειδικός σύμβουλος (ψυχολόγος/ ψυχίατρος), ως πραγματογνώμονας ώστε να κρίνει την αντιληπτική ικανότητα και ψυχική κατάσταση των καταγγελλόντων.

Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της δίκης ενδέχεται να παίξει και το αίτημα της υπεράσπισης για τον διορισμό ειδικού πραγματογνώμονα (ψυχολόγου ή ψυχιάτρου), προκειμένου να αξιολογηθεί η ψυχική κατάσταση και η αντιληπτική ικανότητα των καταγγελλόντων. Η εισαγγελέας της έδρας τάχθηκε υπέρ του αιτήματος, προτείνοντας όμως την αναβολή της διαδικασίας ώστε να διασφαλιστεί η ορθή προετοιμασία και συμμετοχή των μαρτύρων.
Η απόφαση επί του συγκεκριμένου αιτήματος αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τον ρυθμό αλλά και τη μορφή της δίκης, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της αποδεικτικής διαδικασίας.
Σε κάθε περίπτωση, η δίκη σε δεύτερο βαθμό δεν αποτελεί απλώς μια τυπική επανάληψη της πρώτης. Αντιθέτως, ανοίγει εκ νέου όλα τα κρίσιμα ζητήματα: την αξιολόγηση των μαρτυριών, τη στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων και τελικά την ίδια τη δικαστική κρίση για μια υπόθεση που συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό χώρο και την κοινή γνώμη.
