Σε μια βραδιά που έγραψε ιστορία τόσο μουσικά όσο και πολιτισμικά, ο Bad Bunny (κατά κόσμον Benito Antonio Martínez Ocasio) μετέτρεψε το ημίχρονο του Super Bowl 2026 σε μια σκηνή απόλυτης προσωπικής έκφρασης. Στο Levi’s Stadium της Santa Clara, ο Πορτορικανός σταρ δεν παρουσίασε απλώς ένα show, αλλά παρέδωσε μια δήλωση ταυτότητας, γλώσσας και αισθητικής συνέπειας.
Ο πρώτος καλλιτέχνης που παρουσίασε το halftime show εξ ολοκλήρου στα ισπανικά, ο Bad Bunny ανέβηκε στη σκηνή με την αυτοπεποίθηση κάποιου που γνωρίζει ότι η στιγμή ανήκει σε εκείνον — αλλά και σε μια ολόκληρη κοινότητα. Λίγες ημέρες πριν, είχε δηλώσει στη συνέντευξη Τύπου του NFL «To show θα είναι διασκεδαστικό και απλό. Ο κόσμος πρέπει να ανησυχεί μόνο για το να χορεύει». Και πράγματι, το κοινό δεν είχε παρά να αφεθεί στον ρυθμό.
Το άνοιγμα με το “Tití Me Preguntó” σε ένα σκηνικό που παρέπεμπε σε χορταριασμένο γήπεδο-όνειρο έδωσε τον τόνο: μια γιορτή λατινικής υπερηφάνειας, pop υπερβολής και street ευαισθησίας. Στη συνέχεια, κομμάτια όπως “NUEVAYoL” και “DeBÍ TiRAR MáS FOToS” μετέτρεψαν το halftime σε μια ενιαία αφήγηση – μια μουσική αυτοβιογραφία. Οι εμφανίσεις των Ricky Martin και Lady Gaga (η οποία ερμήνευσε μια λάτιν εκδοχή του “Die With a Smile”) προσέθεσαν διεθνή λάμψη, ενώ η παρουσία της ίδιας της Toñita, ιδιοκτήτριας του Caribbean Social Club της Νέας Υόρκης, έφερε στη σκηνή την αυθεντικότητα της διασποράς.
Όμως, πέρα από τη μουσική, το βλέμμα όλων στράφηκε στο styling. Για έναν καλλιτέχνη που έχει φορέσει από avant-garde δημιουργίες μέχρι couture ανδρικά σύνολα- ορόσημα (μόλις την προηγούμενη εβδομάδα εμφανίστηκε στα Grammys με την πρώτη ανδρική δημιουργία του οίκου Schiaparelli ever), η επιλογή του για το Super Bowl ήταν απροσδόκητα λιτή.
Το look, σχεδιασμένο από Zara, αποτέλεσε έναν ύμνο στον σύγχρονο μινιμαλισμό. Υπό την επιμέλεια των Storm Pablo και Marvin Douglas Linares, ο Bad Bunny εμφανίστηκε με total cream σύνολο: πουκάμισο με γιακά και γραβάτα, αθλητικό jersey με το όνομα Ocasio και τον αριθμό 64, chino παντελόνι και sneakers στην ίδια απαλή απόχρωση. Η μονοχρωμία δεν ήταν απλώς αισθητική επιλογή — ήταν στρατηγική. Σε μια σκηνή γεμάτη φώτα και ενέργεια, το ουδέτερο σύνολο λειτουργούσε ως καμβάς για την κίνηση και το συναίσθημα.
