Σκηνικό από το μακρινό 2017.
«Έλα μαμά, καλημέρα». Δεν έχω δει καν το νούμερο αυτού που με καλεί στο σταθερό, είμαι σίγουρη ότι τόσο αχάραγα μόνο η μάνα μπορεί να είναι. «Καλλλλημέρα παιδίμ» ακούω από την άλλη πλευρά. Το λάμδα ήταν τόσο παχύ και ρευστό, σαν να άκουγα το αντίστοιχο σύμφωνο από το κυριλλικό αλφάβητο, τύπου δηλαδή για λιουμπλιού τιμπιά (Я люблю тебя).
«Ποιος είναι» ρωτάω θυμωμένα γιατί έχουν φτάσει στα αυτιά μου πάμπολλες ιστορίες με τηλεφωνήματα για δήθεν ατυχήματα κάποιου μέλους της οικογένειας και την απαίτηση χρημάτων. «Η μαμά ίμι, έχω σπάσι το πόδιμ, ίμι στο νουσοκουμίο».
«Η μαμά μου δεν είναι μπαμπούσκα με μαγουλάδες» φωνάζω κοιτώντας την οθόνη του τηλεφώνου για να δω το νούμερο. Άγνωστο, όπως και αι βουλαί του Κυρίου. Σκέφτομαι πως το γεγονός ότι με έχουν βάλει στο μάτι οι μικροαπατεωνίσκοι της εποχής είναι καλύτερα να το πάρω ως φιλοφρόνηση.
«Μην το πάρεις ως τίποτα» λέει μια άλλη, κυνική φωνή, μέσα μου.

