Οι νεότεροι δεν θα καταλάβουν ποτέ την ψυχολογική ένταση του να γυρίζεις την κασέτα με ένα στυλό Bic. Ήταν μια πράξη που συνδύαζε μηχανική, πίστη, χαμηλό μπάτζετ και κάτι από την πάνκικη DIY κουλτούρα. Αν ο Σίσυφος περνούσε την εφηβεία του στα 80s, δεν θα έσπρωχνε βράχους. Θα ξεμπέρδευε μαγνητικές ταινίες.
Το πρώτο μου Walkman δεν ήταν απλώς ένα μηχάνημα αναπαραγωγής μουσικής. Ήταν η πρώτη προσωπική κυριαρχία πάνω στον εαυτό μου.
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς το απέκτησα. Κάποιος μεγαλύτερος ξάδερφός μου που σπούδαζε στο Αμέρικα το έφερε πεσκέσι στη βαλίτσα του. Κάπου εκεί, στην εφηβεία, τη μοναδική περίοδος της ζωής όπου αισθανόμουν ταυτόχρονα ηρωίδα του Γαλλικού Νέου Κύματος και κομπάρσος σε σχολική γιορτή.
Δεν μπορώ όμως να ξεχάσω εκείνη τη σχεδόν μεταφυσική στιγμή που φόρεσα τα πορτοκαλί, λεπτοκομμένα ακουστικά στα αυτιά μου και ο κόσμος απομακρύνθηκε κατά λίγα ντεσιμπέλ. Όχι αρκετά ώστε να εξαφανιστεί. Αρκετά, όμως, ώστε να πάψει να έχει τον τελευταίο λόγο.
Εκείνη ήταν ακριβώς η στιγμή που συνέδεσα την ελευθερία με τη μουσική.

Η Σούζαν Σόνταγκ είχε γράψει πως η φωτογραφία μάς διδάσκει πώς να βλέπουμε. Ενδεχομένως το Walkman μάς δίδαξε πώς να ακούμε ή, ακόμη περισσότερο, πώς να απομονωνόμαστε χωρίς να απολογούμαστε γι' αυτό. Για πρώτη φορά μπορούσες να βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους και να μην ανήκεις σε κανέναν τους. Σήμερα το θεωρούμε αυτονόητο. Τότε ήταν σχεδόν επαναστατικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κινηματογράφος της εποχής το κατάλαβε αμέσως. Οι έφηβοι του Τζον Χιουζ, οι σημερινοί βετεράνοι της Generation X, περπατούσαν σαν να είχαν προσωπικό soundtrack. Στο The Terminator του 1984 ο χαρακτήρας της Μπες Μότα κάνει ηλιοθεραπεία και ακούει μουσική από το Walkman της λίγο πριν δεχτεί επίθεση. Στο τέλος της ταινίας, η Λίντα Χάμιλτον ηχογραφεί τις σκέψεις της σε ένα Toshiba Walkman. Την ίδια χρονιά ο Κέβιν Μπέικον κάνει μουσικοθεραπεία μέσα από το Walkman του στο Footloose.
Ακόμη και όταν η μουσική δεν ακουγόταν μέσα στην ταινία, υπήρχε η αίσθηση ότι κάποιος απολαμβάνει κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν.
Και ύστερα ήταν οι κασέτες. Οι εκδοχές του εαυτού μας με Α’ και Β’ πλευρά.
Στην εποχή της ακαριαίας πρόσβασης δύσκολα εξηγείται η σχέση που αναπτύσσαμε με δώδεκα τραγούδια. Δεν τα καταναλώναμε. Συγκατοικούσαμε μαζί τους. Μαθαίναμε τις ανάσες των τραγουδιστών, τα λάθη στις ηχογραφήσεις, το ελαφρύ τρίξιμο πριν μπει το ρεφρέν. Η επανάληψη δεν ήταν εχθρός της απόλαυσης. Ήταν η προϋπόθεσή της.
Ίσως γι' αυτό οι σημερινές playlists, όσο αχανείς κι αν είναι, συχνά μοιάζουν χωρίς βιογραφία.
Ο Ουμπέρτο Έκο συνήθιζε να λέει πως οι λίστες είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να βάλουμε τάξη στο άπειρο. Οι κασέτες έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Έβαζαν όριο στην επιθυμία. Διαμόρφωναν το γούστο.
Την 1η Ιουλίου του 1979, όταν η Sony παρουσίασε το Walkman, ένα κασετόφωνο βάρους 396,89 γραμμαρίων , σε μπλε και ασημί χρώμα, με κουμπιά που έκαναν έναν ευχάριστο ήχο όταν τα πατούσε κανείς, ούτε καν οι ίδιοι οι μηχανικοί της Ιαπωνικής εταιρίας δεν εντυπωσιάστηκαν. Δεν ήταν ιδιαίτερα καινοτόμο, τα κασετόφωνα άλλωστε υπήρχαν ήδη, το ίδιο και τα ακουστικά. Επιπλέον, το Walkman μπορούσε μόνο να αναπαράγει, δεν μπορούσε να ηχογραφήσει. Ποιος θα ήθελε μια τέτοια συσκευή;
Όπως αποδείχθηκε, εκατομμύρια καταναλωτές. Η συσκευή των 200 δολαρίων τότε -ισοδυναμεί με πάνω από 700 δολάρια σε σημερινές τιμές (615 ευρώ περίπου)- ήταν τόσο ακριβή όσο ένα μεσαίο smartphone, ωστόσο είχε τεράστιο σουξέ, με την αρχική παρτίδα των 30.000 τεμαχίων να εξαντλείται στην Ιαπωνία.
Όταν πλασαρίστηκε στις βιτρίνες του Bloomingdale’s στη Νέα Υόρκη, η λίστα αναμονής έφτασε τους δύο μήνες.
«Η ζωή έγινε ταινία», όπως είχε σημειώσει κάποτε ο Γερμανοβραζιλιάνος σχεδιαστής πολυμέσων Αντρέας Πάβελ, ένας εφευρέτης που είχε κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το δικό του πρωτότυπο ενός «πρωτόγονου Walkman», χρόνια πριν από τη Sony.
«Έδινε συναισθηματική διάσταση στη ζωή σου. Πραγματικά έφερνε μαγεία στη ζωή σου». Ή, όπως το περιέγραψε ένας 16χρονος χρήστης του Walkman στην αφήγηση της ιστορικού Χάικε Βέμπερ: «Έχω τον δικό μου κόσμο, κατά κάποιον τρόπο. Τον βλέπω διαφορετικά, τον ακούω διαφορετικά και νιώθω πιο δυνατός».
Οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν το Walkman για να διαχειρίζονται τη διάθεσή τους και να ηρεμούν το άγχος τους, οι οδοντίατροι έβαζαν τα ακουστικά του Walkman στους ασθενείς πριν αρχίσουν τον τροχό. Ο Άντι Γουόρχολ απομόνωνε τον θόρυβο του Μανχάταν: «Είναι ωραίο να ακούς τον Παβαρότι αντί για κόρνες αυτοκινήτων» διευκρίνιζε.
Η συσκευή έγινε μόδα, ένα σήμα της νεωτερικότητας: οι διαφημίσεις της Sony παρουσίαζαν ένα ζευγάρι που έκανε πατινάζ με χαρά, κρατώντας ψηλά το Walkman. Για πρώτη φορά, το να φοράς ένα κομμάτι τεχνολογίας αιχμής ήταν μοντέρνο, όχι γελοίο.
«Ήταν η πρώτη φορητή συσκευή μαζικής κατανάλωσης», σημειώνει η Ρεμπέκα Τούχους-Ντάμπροου, συγγραφέας του βιβλίου Personal Stereo. «Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συγκατοικούσαν στον δημόσιο χώρο με έναν αρκετά βαθύ τρόπο.
»Άνοιξε τον δρόμο για την αποδοχή του κινητού τηλεφώνου, της σημερινής πραγματικά πανταχού παρούσας φορητής τεχνολογίας».
Ωστόσο το δικό μου παρθενικό Walkman δεν είχε καμία σχέση με την τεχνολογία. Είχε σχέση με τη συνείδηση.
Ήταν η πρώτη φορά που περπάτησα μόνη χωρίς να αισθάνομαι εκτεθημένη. Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι μπορούμε να επιλέγουμε το ηχητικό φόντο της ζωής μας, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε να επιλέξουμε τα γεγονότα της -μια μικρή άσκηση αυτονομίας, μεταμφιεσμένη σε ηλεκτρονικό γκάτζετ.
Σήμερα κουβαλάμε στις τσέπες μας περισσότερη μουσική από όση άκουσε ολόκληρη η ανθρωπότητα μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Μάλιστα, δεν κοπιάσαμε καν για να την αποκτήσουμε -μας βρήκε αυτή μέσω των αναζητήσεών μας στο ίντερνετ.
Ίσως εκεί να φωλιάζει η όποια νοσταλγία. Όχι στο πλαστικό κουτί της Sony ούτε στις μπαταρίες που τελείωναν πάντα τη χειρότερη στιγμή, αλλά στην εποχή όπου η τεχνολογία δεν προσπαθούσε να προβλέψει την επόμενη κίνησή μας, που δε μας υποδείκνυε τι θα μας αρέσει στη συνέχεια ή «κάτι παρόμοιο». Μας άφηνε τον χρόνο να το ανακαλύψουμε μόνοι μας και να πάρουμε την ικανοποίηση που μας αναλογούσε.
Κάτι σαν αυτό που ο Γερμανός φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν περιέγραψε ως την «αύρα» του μοναδικού έργου τέχνης πριν από τη μηχανική αναπαραγωγή.
Επιμύθιο: Ευτυχώς, η μνήμη παραμένει αναλογική -για την ώρα.
