Μια σχετικά πρόσφατη βόλτα στα νότια προάστια με έφερε αντιμέτωπη με μια σειρά από αλλόκοτα γκράφιτι με τη λέξη «λούζομαι» γραμμένη σε κλίμακα και κάπως τρεμάμενη. Μου φάνηκαν, δε, τόσο, ακαταλαβίστικα που ένα από αυτά το φωτογράφισα για στόρι στο ίνσταγκραμ, χωρίς λεζάντα. Φαντάστηκα ότι είναι η συνέχεια του παλιότερου, θρυλικού «βασανίζομαι», που αιωρούνταν πάνω από την πόλη -κάπου εκεί, στα πρώτα χρόνια της κρίσης, 2008 και βάλε.
Λίγες μέρες μετά η καθαρόαιμη Gen Z συνάδελφος μού απάντησε αυθόρμητα ότι «έλουσε μια συνέντευξη» όταν τη ρώτησα τι έκανε σχετικά με το θέμα. «Εγκατέλειψες την ιδέα;» διευκρίνισα για να λάβω ένα καταφατικό κούνημα του κεφαλιού αντί για «ναι».
Λένε ότι όταν σου επισημάνουν κάτι, μετά πέφτεις συνεχώς πάνω του. Έτσι, τις προάλλες, σε μια κουβέντα με έναν συνομήλικο φίλο μου κλήθηκα να αποκρούσω την εξής ατάκα: «έλουσα το ραντεβού με τον ορθοπεδικό, αλλά υποφέρω από τη μέση μου». Αφού γύρισα το κεφάλι μου με έκπληξη προς την πλευρά του σαν σκυλάκι όταν το ρωτάς αν θέλει λιχουδιά και τινάζει τα αυτιά του, τον πείραξα γελώντας «μα, καλά, εικασάχρονο είσαι και λες ότι το έλουσες;».
«Το έλουσα», σύμφωνα με τη γραμματική, είναι το α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος «λούζω» αλλά παράλληλα είναι ένας κωδικοποιημένος ιδιωματισμός για τις έννοιες «το ξέχασα εντελώς, το έκανα γαργάρα».
«Όχι, αλλά κάνω κακές παρέες» απάντησε κι αυτός γελώντας.
