Υπάρχει μια φωτογραφία του 1987 όπου ο πατέρας μου φοράει χιαστί σαγιονάρες, κρατάει ένα καρπούζι στο ένα χέρι και μια εφημερίδα στο άλλο και κοιτάζει τον φακό με την έκφραση ανθρώπου που δεν γνωρίζει ούτε τι θα φάει αύριο ούτε πού θα βρίσκεται σε δύο εβδομάδες. Με άλλα λόγια, είναι σε διακοπές.
Σήμερα, αν κάποιος δεν ξέρει πού θα βρίσκεται σε δύο εβδομάδες, θεωρείται είτε ύποπτος είτε αποτυχημένος χρήστης εφαρμογών περιεχομένου.
Δεν είμαι σίγουρη πότε χάθηκε η καλοκαιροσύνη του καλοκαιριού. Ίσως εκείνο τον Ιούλιο που όλοι κυνηγούσαμε Πόκεμον; Λίγο πριν, λίγο μετά, όταν αρχίσαμε να σχεδιάζουμε τις διακοπές μας με την ίδια επιμέλεια κι αφοσίωση που κάποτε παίζαμε Monopoli; Τότε που όλοι δείχναμε στα φέρι μποτ πιστοποιητικά υγείας πίσω από τις μάσκες μας σαν να πετούσαμε φέιγ βολάν; Ίσως όταν η μποέμ φράση «πάμε και βλέπουμε, μωρέ» αντικαταστάθηκε από ένα excel με έξι καρτέλες, τέσσερα χρώματα και έναν σύνδεσμο για early bird ακτοπλοϊκά.
Η αλήθεια είναι ότι παλιότερα οι διακοπές ξεκινούσαν με μια ιδέα. Σήμερα ξεκινούν με μια ειδοποίηση.
Τον Ιανουάριο αγοράζεις εισιτήρια για τον Αύγουστο. Τον Φεβρουάριο κλείνεις κατάλυμα. Τον Μάρτιο ανακαλύπτεις ότι κάποιος influencer από το Όσλο δημοσίευσε ένα βίντεο για το νησί που είχες διαλέξει. Τον Απρίλιο οι τιμές διπλασιάζονται. Τον Μάιο αρχίζεις να ανησυχείς ότι το ξενοδοχείο σου δεν έχει αρκετά «φωτογενή σημεία» για πόζες. Τον Ιούνιο διαβάζεις λίστες με τίτλους όπως «Δέκα μυστικές παραλίες που δεν είναι πλέον μυστικές». Μέχρι τον Ιούλιο είσαι τόσο κουρασμένη από την προετοιμασία των διακοπών ώστε αρχίζουν και σου μπαίνουν αρνητικές σκέψεις.
