Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό και ταυτόχρονα απολύτως δυστοπικό και γι’ αυτό και σουρεαλιστικό στις Πανελλαδικές: χιλιάδες παιδιά δεκαοχτώ χρονών να καλούνται να αποδείξουν μέσα σε τρεις ώρες ότι αξίζουν το μέλλον που ονειρεύτηκαν επί χρόνια. Με μπλε στυλό. Σε κόλλες αναφοράς που θα πρέπει να είναι διακριτό το «καλό» από το πρόχειρο. Υπό μια σιωπή πιο ηχηρή και από κραυγή.
Και κάπου απ’ έξω, σαν ένας ιδιότυπος, σχεδόν αστικός χορός αρχαίας τραγωδίας με έναν εσπρέσο φρέντο στο χέρι και ψυχραιμία που θα ζήλευε και ο καλύτερος οσκαρούχος ηθοποιός, στέκονται οι γονείς.
Πίστευα ότι δεν θα γίνω ποτέ «αυτή η μαμά». Η αλήθεια είναι ότι δεν κάθισα από τις 7.30 το πρωί έξω από το σχολείο, δεν έκανα τελετουργικά, δεν έζησα την είσοδο και την έξοδο της αίθουσας σαν λειτουργία. Προσπάθησα να κρατήσω μια απόσταση, μια κάποια αξιοπρέπεια θέασης. Γιατί τα παιδιά, σε αυτή τη φάση, δεν χρειάζονται άλλον έναν άνθρωπο που να τους υπενθυμίζει ότι «σήμερα κρίνεται κάτι μεγάλο». Το γνωρίζουν ήδη, με τρόπο σωματικό.
Κι όμως, έμεινα λίγο έξω από το εξεταστικό κέντρο. Και μέσα στην πρώτη μισή ώρα, ένα κορίτσι βγήκε από την τάξη κλαίγοντας με κρίση πανικού. Ουρλιάζοντας.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι πίσω από τη ρητορική περί «ευκαιρίας», «δοκιμασίας» και «αξιολόγησης», υπάρχει μια πολύ πιο εύθραυστη πραγματικότητα: παιδιά που έχουν κοιμηθεί ελάχιστα, που έχουν ζήσει για μήνες σε καθεστώς ελεγχόμενης αγωνίας, που καλούνται να μεταφράσουν μια ολόκληρη χρονιά σε τρεις ώρες γραπτού λόγου.
