ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Όταν η Ελλάδα θέλει να χαρεί, φοράει φόρμα

Όταν η Ελλάδα θέλει να χαρεί, φοράει φόρμα 1
Getty/Ideal Images

Η Ελλάδα ξέρει να χειροκροτεί τους πρωταθλητές της. Εκεί που ακόμη δυσκολεύεται είναι να τους στηρίζει πριν γίνουν πρωταθλητές. Κι όμως, η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι ακριβώς αυτή που χωρίζει μια χώρα που πανηγυρίζει από μια χώρα που σχεδιάζει.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Κάθε φορά που η Ελλάδα κουράζεται να είναι Ελλάδα που ξέρουμε, εμφανίζεται ένας αθλητής και μας θυμίζει ότι μπορεί να είναι και κάτι άλλο.

Ο Μίλτος Τεντόγλου κάνει ένα άλμα που μοιάζει να αψηφά τη βαρύτητα. Η Εθνική πόλο ανδρών ανεβαίνει για πρώτη φορά στην κορυφή του κόσμου. Η ελληνική κωπηλασία συνεχίζει να μαζεύει μετάλλια σαν να πρόκειται για καθημερινή υποχρέωση. Ξαφνικά, τα social media γεμίζουν σημαίες, καρδιές, συγκίνηση και την αγαπημένη ελληνική φράση: «Μας έκαναν περήφανους». Η Εθνική πόλο κατέκτησε το πρώτο χρυσό μετάλλιο της ιστορίας της σε μεγάλη παγκόσμια διοργάνωση, επισφραγίζοντας μια πορεία που χτιζόταν εδώ και χρόνια.

Και ύστερα;

Ύστερα επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Εκεί όπου η πισίνα έχει διαρροές, το στάδιο περιμένει ανακαίνιση, το κωπηλατοδρόμιο χρειάζεται χρηματοδότηση και ο επόμενος πρωταθλητής κάνει προπόνηση περισσότερο με πείσμα παρά με υποδομές.

Είναι εντυπωσιακό. Στην Ελλάδα ο αθλητισμός είναι ίσως ο τελευταίος χώρος που εξακολουθεί να παράγει μια σχεδόν καθολική χαρά. Δεν μας χωρίζει σε στρατόπεδα, δεν χρειάζεται αστερίσκους, δεν προκαλεί ατελείωτους καβγάδες. Όταν ένας Έλληνας αθλητής ανεβαίνει στο βάθρο, για λίγα λεπτά θυμόμαστε ότι υπάρχει ακόμη κάτι που μπορεί να μας ενώσει. Και ίσως αυτό συμβαίνει γιατί ξέρουμε πως πίσω από εκείνη τη στιγμή δεν κρύβεται επικοινωνία, αλλά χρόνια σιωπηλής δουλειάς. Έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τους πρωταθλητές. Δεν επενδύουμε συστηματικά στη διαδρομή τους, αλλά λατρεύουμε τον προορισμό. Η Ελλάδα είναι εξαιρετική στο να πανηγυρίζει το μετάλλιο. Λιγότερο καλή στο να χρηματοδοτεί τα πρωινά που προηγήθηκαν.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αντίφαση. Το κράτος εμφανίζεται πάντα στο τέλος της διαδρομής. Εκεί που μοιράζονται τα μετάλλια. Εκεί που βγαίνουν οι φωτογραφίες. Εκεί που οι υπουργοί ανεβάζουν συγχαρητήριες αναρτήσεις με ύφος «ήμασταν κι εμείς εκεί».

Στην εκκίνηση, όμως, ποιος ήταν;

Ποιος ήταν όταν οι οικογένειες πλήρωναν μετακινήσεις, εξοπλισμό και προπονήσεις; Ποιος ήταν όταν οι ομοσπονδίες πάλευαν με ελλείψεις; Ποιος ήταν όταν οι αθλητές έκαναν δύο δουλειές για να συνεχίσουν να κυνηγούν το όνειρο;

Η Ελλάδα έχει μια παράξενη σχέση με την επιτυχία. Δεν την σχεδιάζει. Τη γιορτάζει.

Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι θαύματα. Είναι αποτέλεσμα δουλειάς. Επαναλήψεων. Πειθαρχίας. Χιλιάδων ημερών που δεν τις είδε κανείς.

Ο Τεντόγλου δεν ξυπνάει κάθε πρωί και λέει «σήμερα θα κάνω περήφανη την πατρίδα». Ξυπνάει για να κάνει άλλη μία προπόνηση. Άλλο ένα άλμα. Άλλη μία λεπτομέρεια καλύτερα. Το ίδιο και οι πολίστες. Το ίδιο και οι κωπηλάτες. Το ίδιο και κάθε αθλήτρια και αθλητής που χαιρόμαστε για την διάκρισή τους Ο πατριωτισμός είναι μάλλον το τελευταίο πράγμα που σκέφτονται την ώρα που ιδρώνουν. Η τελειότητα είναι το πρώτο.

Και ίσως γι' αυτό τους αγαπάμε.

Γιατί σε μια χώρα που έχει μάθει να συμβιβάζεται με το «έλα μωρέ», εκείνοι λειτουργούν με το «μία φορά ακόμα».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες συλλογικές στιγμές αισιοδοξίας μας τα τελευταία χρόνια είναι σχεδόν όλες αθλητικές.

Δεν πανηγυρίσαμε επειδή λύθηκε κάποιο χρόνιο πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης.

Δεν βγήκαμε στα μπαλκόνια επειδή βελτιώθηκαν οι συγκοινωνίες.

Δεν συγκινηθήκαμε επειδή κάποιο εθνικό σχέδιο απέδωσε.

Συγκινηθήκαμε γιατί κάποιος έτρεξε πιο γρήγορα. Πήδηξε πιο μακριά. Κωπηλάτησε πιο δυνατά. Έβαλε ένα γκολ μέσα στο νερό.

Κάπως θλιβερό, αν το σκεφτεί κανείς.

Ο αθλητισμός έχει γίνει το εθνικό μας αντικαταθλιπτικό.

Και φυσικά, μόλις τελειώσουν οι πανηγυρισμοί, αρχίζει η αγαπημένη ελληνική παράδοση: η λήθη.

Μέχρι την επόμενη διάκριση.

Μέχρι το επόμενο μετάλλιο.

Μέχρι να εμφανιστεί κάποιος ακόμη που θα αποδείξει ότι το ελληνικό ταλέντο υπάρχει, αρκεί να μην περιμένει υπερβολικά πολλά από το ελληνικό κράτος.

Και όμως, ίσως εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη ειρωνεία.

Δεν χρειαζόμαστε άλλους ήρωες.

Χρειαζόμαστε λιγότερη ηρωική προσπάθεια.

Γιατί μια σοβαρή χώρα δεν βασίζεται στο φιλότιμο των πρωταθλητών της. Το οργανώνει. Το στηρίζει. Το χρηματοδοτεί πριν γίνει είδηση και όχι αφού γίνει πρωτοσέλιδο.

Να σταματήσουμε, δηλαδή, να αντιμετωπίζουμε κάθε ελληνικό μετάλλιο σαν εκείνον τον συγγενή που εμφανίζεται μόνο στον γάμο για να πει: «Πάντα πίστευα στο παιδί».

Αν πραγματικά πιστεύεις στο παιδί, είσαι εκεί όταν αγοράζει τα πρώτα του παπούτσια. Όχι μόνο όταν σηκώνει το κύπελλο.

Γιατί οι πρωταθλητές δεν χρειάζονται το χειροκρότημά μας μόνο την Κυριακή του τελικού.

Το χρειάζονται κάθε Δευτέρα πρωί. Έμπρακτα.


Πυρ και μανία (κυριολεκτικά και μεταφορικά)

Με αφορμή την φράση «πυρ και μανία», μιλάμε για τον πραγματικό κίνδυνο των πυρκαγιών, τα λάθη που κάνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε και τις κινήσεις που μπορούν να προστατεύσουν εμάς, το σπίτι μας και το περιβάλλον.


READ MORE

Exit mobile version