ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Οι δύο κόκκινες γραμμές

Οι δύο κόκκινες γραμμές 1
IStock

Σαράντα χρόνια μετά τη νομιμοποίηση της άμβλωσης στην Ελλάδα με τον νόμο 1609/1986, το δικαίωμα στην επιλογή παραμένει από τα πιο κρίσιμα – και πιο εύθραυστα – κεκτημένα. Μία γυναίκα που διατηρεί την ανωνυμία της, το έζησε στα 19 της, το 1998, όταν η επιλογή δεν ήταν έννοια αλλά μια πραγματική, δύσκολη απόφαση μέσα στον φόβο.

ΑΠΟ GRACE TEAM

Ήμουν 19 χρονών όταν έμεινα για πρώτη φορά έγκυος. Το 1998. Μόλις είχα περάσει στο Πανεπιστήμιο. Είχα αρχίσει να φαντάζομαι μια ζωή που τότε μου φαινόταν σχεδόν απλή: αμφιθέατρο το πρωί, καφέδες με συμφοιτητές που νομίζεις ότι θα γίνουν φίλοι ζωής, σημειώσεις που μυρίζουν καινούργιο τετράδιο, μια Αθήνα που ενώ την κατοικείς, μαθαίνεις σιγά σιγά να σου ανήκει.

Και παράλληλα μια σχέση από το σχολείο, ο εφηβικός μου έρωτας, που θα γινόταν από απόσταση. Εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει για Αγγλία. Εγώ έμενα εδώ με όλα τα «θα» μου: θα σπουδάσω, θα δουλέψω, θα ταξιδέψω, θα αλλάξω, θα ζήσω, θα φτιάξω λίστα με όνειρα και στόχους.

Τα πιο καθημερινά, σχεδόν αστεία όνειρα: να μάθω να πίνω καφέ χωρίς ζάχαρη, να αποκτήσω το δικό μου αγαπημένο ποτό, να κάνω μία part-time δουλειά για να πάρω εκείνο το πανάκριβο φόρεμα που είχα βάλει στο μάτι, να διαβάζω μέχρι αργά χωρίς να με νοιάζει το ξύπνημα, να γυρνάω με τα πόδια και να ξέρω ότι η πόλη είναι δική μου για λίγο.

Μετά από ένα ξενύχτι σε πάρτυ με ποτά, άρχισα να ανακατεύομαι. Την πρώτη μέρα το θεώρησα αποτέλεσμα του hangover. Όμως αυτό το ανακάτεμα συνεχίστηκε.

Πάγωσα. Έκλαψα. Θύμωσα. Δεν κοιμήθηκα. Κάποια στιγμή χάιδεψα τρυφερά την κοιλιά μου σαν να είχε ήδη φουσκώσει. Και μετά άρχισαν οι σκέψεις που δεν είναι ποτέ καθαρές. Μου πέρασε από το μυαλό να το κρατήσω. Όχι, επειδή ήμουν σίγουρη. Αλλά επειδή έτσι είχαμε μάθει στο σπίτι.

Τότε εμφανίστηκαν στη ζωή μου οι δύο γραμμές. Έκανα το τεστ εγκυμοσύνης, μόνη μου. Δεν ήρθε σαν αποκάλυψη. Ήρθε σαν διακοπή ρεύματος μέσα σε μια ζωή που νόμιζα ότι μόλις είχε ξεκινήσει να φωτίζεται.

Στην αρχή δεν το είπα σε κανέναν. Το κουβαλούσα όπως κουβαλάς κάτι εύθραυστο που φοβάσαι μην σπάσει, μόνο που στην περίπτωσή μου ήμουν εγώ αυτό που μπορούσε να σπάσει. Πάγωσα. Έκλαψα. Θύμωσα. Δεν κοιμήθηκα. Κάποια στιγμή χάιδεψα τρυφερά την κοιλιά μου σαν να είχε ήδη φουσκώσει. Και μετά άρχισαν οι σκέψεις που δεν είναι ποτέ καθαρές. Μου πέρασε από το μυαλό να το κρατήσω. Όχι, επειδή ήμουν σίγουρη. Αλλά επειδή έτσι είχαμε μάθει στο σπίτι. Να «κάνεις το σωστό». Να «αναλαμβάνεις την ευθύνη». Οι φράσεις αυτές δεν ακούγονται πάντα σαν εντολές. Ακούγονται σαν τον υποβολέα στο θέατρο που λέει στον ηθοποιό τα λόγια. Αν δεν τα πεις ακριβώς, θα καταστρέψεις τη ροή της παράστασης. Όμως η ζωή δεν είναι παράσταση. Και η αγάπη δεν επιβάλει ούτε υποβάλλει ρόλους, αποφάσεις ή διαδρομές που δεν αντέχεις να ζήσεις ως δικές σου.

Κάτι αναγούλες μετά, με το αδιάσειστο μητρικό ένστικτο, το κατάλαβε και η μητέρα μου και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: ότι αν το γεννήσω, θα το μεγαλώσει εκείνη. Το είπε απλά. Σχεδόν πρακτικά. Σαν λύση. Σαν να μιλούσαμε για κάτι που μπορεί να τοποθετηθεί αλλού μέχρι να μεγαλώσει. Λες και ένα παιδί είναι φυτό σε γλάστρα: το βάζεις σε μια γωνία, το ποτίζεις και κάπως όλα τα υπόλοιπα γίνονται μόνα τους. Δεν της είπα τίποτα τότε, γιατί μέσα στον παραλογισμό της πρότασης της είχε τρυφερότητα,  αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι καθαρό: ότι η ζωή δεν είναι project που μπορείς να αναθέσεις, ούτε συναισθηματικό συμβόλαιο που μοιράζεται σε βάρδιες.

Το είπα στην κολλητή μου. Αυτή που τελικά με συνόδευσε και στο νοσοκομείο. Εκείνη μου είπε ότι έπρεπε πρώτα να πάω σε γυναικολόγο για να επιβεβαιωθεί επίσημα η εγκυμοσύνη, για να ξέρω ακριβώς πού βρίσκομαι. Το είπε πρακτικά, χωρίς φορτίο, και αυτό με γείωσε.

Στην ίδια αίθουσα αναμονής υπήρχαν κι άλλες γυναίκες. Και για λίγα λεπτά ένιωθα, μια σιωπηλή συνύπαρξη ανθρώπων που δεν γνωρίζονται αλλά κουβαλούν το ίδιο βάρος. Καθεμία με τη δική της ιστορία, αλλά όλες μέσα σε μια στιγμή που δεν χωράει εύκολα σε λέξεις.

Όταν το είπα στον σύντροφό μου, η αντίδρασή του ήταν άμεση. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει όλα, να μην φύγει για Αγγλία, να αλλάξουμε σχέδια, να ξεκινήσουμε μια ζωή αλλιώς, μαζί. Το έλεγε με εκείνη τη βιασύνη της αγάπης που θέλει να διορθώσει τα πάντα μονομιάς. Δεν τον άφησα. Όχι από σκληρότητα. Ούτε από βεβαιότητα. Απλώς ήξερα ότι δεν θα ήταν σωστό να χτιστεί μια ολόκληρη ζωή πάνω σε μια απόφαση που εγώ δεν είχα ακόμη καταλάβει αν ήταν δική μου. Ούτε δική του.

Και μετά ήρθε το νοσοκομείο. Λευκοί τοίχοι, καρέκλες αναμονής, εκείνη η σιωπή που έχουν οι χώροι όπου όλοι ξέρουν αλλά κανείς δεν λέει πολλά. Και τότε παρατήρησα ότι δεν ήμουν μόνη.

Στην ίδια αίθουσα αναμονής υπήρχαν κι άλλες γυναίκες. Και για λίγα λεπτά ένιωθα, μια σιωπηλή συνύπαρξη ανθρώπων που δεν γνωρίζονται αλλά κουβαλούν το ίδιο βάρος. Καθεμία με τη δική της ιστορία, αλλά όλες μέσα σε μια στιγμή που δεν χωράει εύκολα σε λέξεις.

Κι όμως, δίπλα σε αυτή την άρρητη υποστήριξη, υπήρχαν και ΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ. Όχι ανοιχτά επιθετικά. Πιο ύπουλα. Εκείνα τα βλέμματα που δεν βλέπουν έναν άνθρωπο, αλλά μια ηθική κατηγορία έτοιμη. Που σε κοιτούν σαν να έχεις ήδη κριθεί πριν καν μιλήσεις. Όχι επειδή ξέρουν, αλλά επειδή νομίζουν ότι ξέρουν. Δεν ήταν «δολοφόνος» αυτό που ένιωθα. Ήταν κάτι πιο ψυχρό: η αίσθηση ότι για κάποιους δεν ήμουν πια πρόσωπο, αλλά θέση σε μια συζήτηση που δεν μου ανήκε.

Και όσο κι αν αυτό μοιάζει να ανήκει στο 1998, δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το σήμερα. Απλώς άλλαξε γλώσσα. Έγινε πιο ευγενικό, πιο σιωπηλό, πιο υπαινικτικό. Ο συντηρητισμός δεν εξαφανίζεται, μαθαίνει να χαμογελάει.

Μια νοσοκόμα με φώναξε. Ένας μικρός γιατρός μου εξήγησε. Ο μεγάλος γιατρός, ο γιατρός μου με αντιμετώπισε ως άνθρωπο που παίρνει μια δύσκολη αλλά πραγματική απόφαση. Κι αυτό, μέσα σε όλη αυτή την ένταση, ήταν ανακούφιση.

Δίπλα σε αυτή την άρρητη υποστήριξη, υπήρχαν και ΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ. Όχι ανοιχτά επιθετικά. Πιο ύπουλα. Εκείνα τα βλέμματα που δεν βλέπουν έναν άνθρωπο, αλλά μια ηθική κατηγορία έτοιμη.

Μετά την επιστροφή από το νοσοκομείο, δεν υπήρχε τίποτα «μεγάλο». Υπήρχε σιωπή. Κούραση. Και ένα σώμα που ξαφνικά ήταν μόνο σώμα όχι πεδίο μάχης, όχι ηθικό επιχείρημα, όχι κοινωνική προβολή.

Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή πείνασα. Και έφαγα μια τυρόπιτα που εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε η πιο τίμια, σχεδόν καθησυχαστική πράξη του κόσμου. Κοίτα να δεις που η ζωή συνεχίζεται χωρίς να ζητά άδεια.

Δεν ήταν εύκολο. Δεν έγινε εύκολο με τον χρόνο. Έγινε απλώς δικό μου. Η επιλογή μου. Και αυτό ήταν το πιο σημαντικό.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, γυναίκες ψάχνουν στο χάρτη την Πολιτεία που επιτρέπεται η άμβλωση.

Σαράντα χρόνια μετά τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων στην Ελλάδα, σκέφτομαι πόσο εύκολα ξεχνάμε ότι τα δικαιώματα δεν είναι ποτέ πραγματικά δεδομένα. Η Ελλάδα τα κατοχύρωσε με τον νόμο 1609/1986 και από τότε το θεσμικό πλαίσιο δεν αμφισβητήθηκε ανοιχτά σε εθνικό επίπεδο, κάτι που μας έδωσε την ψευδαίσθηση ότι το ζήτημα «έκλεισε». Γενικά. Όχι, εμείς οι γυναίκες στην Ελλάδα μπορεί να θεωρούμαστε και προνομιούχες στο ανθρώπινο αυτονόητο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Ένα πρόχειρο βλέμμα μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικου ίσως αρκεί.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, βλέπω γυναίκες να ψάχνουν στο χάρτη την Πολιτεία που επιτρέπεται η άμβλωση. Γιατί μετά την ανατροπή της απόφασης Roe v. Wade το 2022, το δικαίωμα στην άμβλωση δεν προστατεύεται πλέον σε ομοσπονδιακό επίπεδο και κάθε Πολιτεία μπορεί να το επιτρέπει, να το περιορίζει ή και να το απαγορεύει πλήρως κι έτσι η ελευθερία παύει να είναι κοινή εμπειρία και γίνεται γεωγραφία.

Εγώ τότε δεν ένιωσα ότι κάνω κάτι μεγάλο. Ένιωσα μόνο ότι προσπαθώ να σταθώ μέσα σε κάτι που με ξεπερνά.

Αλλά τελικά και αυτό δεν είναι η ελευθερία; Να έχεις την επιλογή να αποφασίζεις ακόμα και μέσα στο φόβο σου. Και να ξέρεις ότι αυτή η επιλογή και η απόφαση δεν σε μικραίνει. Σε κατοχυρώνει.


Dating το 2026: Apps, φλογίτσες, μύθοι και πρώτα ραντεβού

Σε αυτό το επεισόδιο μιλάμε για dating apps, social media, φλερτ, πρώτα ραντεβού, φιλιά στα πρώτα ραντεβού αλλά και για τους άγραφους κανόνες που συχνά κάνουν τις γνωριμίες πιο περίπλοκες απ’ όσο χρειάζεται.


READ MORE

Cookies