Ήμουν 19 χρονών όταν έμεινα για πρώτη φορά έγκυος. Το 1998. Μόλις είχα περάσει στο Πανεπιστήμιο. Είχα αρχίσει να φαντάζομαι μια ζωή που τότε μου φαινόταν σχεδόν απλή: αμφιθέατρο το πρωί, καφέδες με συμφοιτητές που νομίζεις ότι θα γίνουν φίλοι ζωής, σημειώσεις που μυρίζουν καινούργιο τετράδιο, μια Αθήνα που ενώ την κατοικείς, μαθαίνεις σιγά σιγά να σου ανήκει.
Και παράλληλα μια σχέση από το σχολείο, ο εφηβικός μου έρωτας, που θα γινόταν από απόσταση. Εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει για Αγγλία. Εγώ έμενα εδώ με όλα τα «θα» μου: θα σπουδάσω, θα δουλέψω, θα ταξιδέψω, θα αλλάξω, θα ζήσω, θα φτιάξω λίστα με όνειρα και στόχους.
Τα πιο καθημερινά, σχεδόν αστεία όνειρα: να μάθω να πίνω καφέ χωρίς ζάχαρη, να αποκτήσω το δικό μου αγαπημένο ποτό, να κάνω μία part-time δουλειά για να πάρω εκείνο το πανάκριβο φόρεμα που είχα βάλει στο μάτι, να διαβάζω μέχρι αργά χωρίς να με νοιάζει το ξύπνημα, να γυρνάω με τα πόδια και να ξέρω ότι η πόλη είναι δική μου για λίγο.
Μετά από ένα ξενύχτι σε πάρτυ με ποτά, άρχισα να ανακατεύομαι. Την πρώτη μέρα το θεώρησα αποτέλεσμα του hangover. Όμως αυτό το ανακάτεμα συνεχίστηκε.
Πάγωσα. Έκλαψα. Θύμωσα. Δεν κοιμήθηκα. Κάποια στιγμή χάιδεψα τρυφερά την κοιλιά μου σαν να είχε ήδη φουσκώσει. Και μετά άρχισαν οι σκέψεις που δεν είναι ποτέ καθαρές. Μου πέρασε από το μυαλό να το κρατήσω. Όχι, επειδή ήμουν σίγουρη. Αλλά επειδή έτσι είχαμε μάθει στο σπίτι.
