«Τα Όσκαρ φαίνονται γελοία σε μια εποχή ατέρμονης κρίσης. Όμως ο κινηματογράφος εξακολουθεί να έχει σημασία» σχολιάζει με πικρό χιούμορ ο συγγραφέας Ντέιβ Σίλινγκ στον Guardian και γίνεται πιο σαφής συγκρίνοντας τα φετινά βραβεία με αυτά μιας δεκαετίας πριν, του 2016:
«Φέτος, η τελετή μεταδόθηκε υπό τη σκιά των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράν, καθώς και, ας πούμε, 700 άλλων καταθλιπτικών γεγονότων. Είναι δύσκολο να απολαύσει κανείς τα Όσκαρ όταν κάθε χρόνο φαίνεται ότι η Ακαδημία πρέπει να ζητά συγγνώμη μόνο και μόνο επειδή διοργανώνει την εκδήλωση “υπό τις τρέχουσες συνθήκες”. Το 2016, τα Όσκαρ θα μπορούσαν άνετα να θεωρηθούν ως μια ασήμαντη εκδήλωση που βραβεύει εγωκεντρικές διασημότητες για τη ματαιοδοξία τους. Φυσικά, δεν ήταν ποτέ πραγματικά έτσι. Ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι το πιο ισχυρό και σημαντικό μέσο για την τέχνη της μαζικής αγοράς. Ακόμα και αν τα πολυκινηματογραφικά συγκροτήματα σε όλο τον κόσμο πλημμυρίζουν από εμπορικές ταινίες χαμηλής ποιότητας, ο πραγματικός κινηματογράφος εξακολουθεί να υπάρχει, και τα Όσκαρ παρουσιάζουν αυτές τις ταινίες σε ένα ευρύ κοινό. Ήταν απλά εύκολο να είμαστε αλαζονικοί γι' αυτό, επειδή η απάθεια φαινόταν πιο ελκυστική κάποτε».
Σε συνέχεια αυτή της σκέψης η αδιάψευστη αλήθεια των αριθμών περιγράφει την μη αναστρέψιμη κατάσταση: «Η ιστορικά χαμηλή τηλεθέαση της 98ης τελετής απονομής των βραβείων Όσκαρ θορύβησε τη βιομηχανία καθώς τα επίσημα στοιχεία της Nielsen κατέγραψαν συνολικά 17,86 εκατομμύρια τηλεθεατές μέσω των δικτύων ABC και Hulu, σημειώνοντας πτώση 9% σε σύγκριση με τα περσινά 19,7 εκατομμύρια» διαβάζουμε στους New York Times ενώ το πάρτι μοιάζει να τελείωσε και τα φώτα να άναψαν ξαφνικά.
Στην εποχή που η λάμψη μετριέται σε pixel και όχι σε καράτια, τα Όσκαρ μοιάζουν λιγότερο με εκείνη τη βελούδινη τελετουργία του παλιού Χόλιγουντ και περισσότερο με ένα υπερπαραγωγικό επεισόδιο κάποιου ατελείωτου, παγκόσμιου feed.
«Ο νέος rookie αρχισυντάκτης του περιοδικού Vanity Fair, Μαρκ Γκουιντούτσι, μείωσε δραστικά τη λίστα των καλεσμένων, απαγορεύοντας την είσοδο στον Τύπο, καλύπτοντας τις κάμερες των κινητών και αλλάζοντας τον χώρο διεξαγωγής από το παραδοσιακό Beverly Hills στο LACMA, το οποίο βρισκόταν ακόμη υπό κατασκευή» σχολιάζει η El Pais κι ο φωτογράφος των Όσκαρ, Ντέιβιντ Τζόουνς θυμάται με νοσταλγία τη ζαλισμένη, παράφορη εποχή που «οι διάσημοι ξεχνούσαν τα χρυσά τους αγαλματίδια ακουμπισμένα ανέμελα σε καναπέδες και τραπέζια».
Τώρα, οι διάσημοι γκρινιάζουν για τα σταφιδιασμένα, άχαρα κι διόλου κολακευτικά πορτρέτα του ανακριτικού φωτισμού στο χαλί του Vanity Fair Oscar Party («σαν να βγήκαν από τον φακό της Νταϊάν Άρμπους») καθώς και για το ίδιο το χαλί, το οποίο αντί για κόκκινο ήταν ένα θαμπό γκρι («διακόσμηση σαλονιού στο Λονγκ Άιλαντ») .
Στην εποχή που η λάμψη μετριέται σε pixel και όχι σε καράτια, τα Όσκαρ μοιάζουν λιγότερο με εκείνη τη βελούδινη τελετουργία του παλιού Χόλιγουντ και περισσότερο με ένα υπερπαραγωγικό επεισόδιο κάποιου ατελείωτου, παγκόσμιου feed. Η βραδιά των βραβείων ήταν μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία, ένα σημείο συνάντησης του μύθου και της φιλοδοξίας, όπου η τέχνη ντυνόταν με σμόκιν και η ματαιοδοξία αποκτούσε έμμετρη υπόσταση. Σήμερα, όμως, κάτι έχει ξεθωριάσει, σαν εκείνη την παλιά αφίσα κινηματογράφου που έχει ξεμείνει χρόνια στον ήλιο κάτω από την ταμπέλα «προσεχώς».
«Τα Όσκαρ, πλέον, βρίσκονται σε έναν ατέρμονο κύκλο τρέλας που καθιστά σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίσουμε την εκδήλωση απλώς ως μια διασκεδαστική απόδραση, γεμάτη όμορφους ανθρώπους που απολαμβάνουν την καλή τους τύχη» συνεχίζει ο Ντέιβ Σίλινγκ στον Guardian και προσθέτει:
Μέσα στην υπαρξιακή κόπωση της βιομηχανίας, έρχεται η πιο σουρεαλιστική εικόνα: ο Μπραντ Πιτ γυρίζει σκηνές της ταινίας «The Riders» στο Μενίδι.
«Θυμάμαι όταν ήμουν νέος, έξω από τη μηχανή του Χόλιγουντ, και με γοήτευαν τα Βραβεία της Ακαδημίας. Διάσημοι άνθρωποι με όμορφα ρούχα που φωτογραφίζονται, απευθύνονται σε μια πολύ πρωτόγονη πλευρά της ανθρώπινης ψυχής. Οι έμποροι και οι επιχειρηματίες λατρεύουν να χρησιμοποιούν τον όρο “φιλόδοξος” για να περιγράψουν διάφορα προϊόντα και “κομμάτια περιεχομένου” -τα Όσκαρ ήταν η επιτομή αυτού πολύ πριν ο όρος καταντήσει τόσο αναμασημένος».
Το σόου, ωστόσο, συνεχίστηκε ως όφειλε. Ο Κόναν Ο' Μπράιεν στον ρόλο του παρουσιαστή αστειεύτηκε με την πολιτική επικαιρότητα και την αντιπάθεια του Τιμοτέ Σαλαμέ για το μπαλέτο και την όπερα, οι νικητές ευχαρίστησαν μάνατζερ, γονείς και σκύλους, παρά το γεγονός ότι η Τζέσι Μπάκλεϊ είχε δηλώσει νωρίτερα πόσο βαθιά αντιπαθεί τις γάτες, η Τεγιάνα Τέιλορ χάρηκε πικαρισμένα και περισσότερο από την ίδια την Έιμι Μάντιγκαν που κέρδισε το Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου, ενώ κάπου στο βάθος χαμογελούσε πονηρά η αίσθηση ότι όλοι πρωταγωνιστούσαν σε μια ταινία που δεν ήταν σίγουροι αν αξίζει το εισιτήριο.
Κάποτε, οι ευχαριστήριοι λόγοι ακούγονταν στα αυτιά μας σαν μικρές υπαρξιακές εξομολογήσεις, μια διασταύρωση ανάμεσα σε Καμύ και σε ένα καλό μελόδραμα του Ντάγκλας Σερκ. Σήμερα, όλο και πιο συχνά, θυμίζουν προσεκτικά επιμελημένα captions στο ίνσταγκραμ, γραμμένα με τη βιασύνη κάποιου που ξέρει ότι το κοινό του έχει ήδη κολλήσει το βλέμμα στο επόμενο reelάκι. Η αίσθηση της «στιγμής» έχει αντικατασταθεί από την αγωνία του αλγορίθμου.
Όταν ένας σταρ του Χόλιγουντ βρίσκεται σε μια γειτονιά της Αττικής και αυτό μοιάζει πιο αυθεντικό από ένα red carpet, τότε σίγουρα κάτι έχει μετατοπιστεί βαθιά στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το «θέαμα».
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την υπαρξιακή κόπωση της βιομηχανίας, έρχεται η πιο σουρεαλιστική εικόνα: ο Μπραντ Πιτ γυρίζει σκηνές της ταινίας «The Riders» στο Μενίδι. Δεν είναι ακριβώς σαφές αν πρόκειται για art-house πείραμα, για meta-σχόλιο πάνω στην παγκοσμιοποίηση ή απλώς για μια περίεργη μέρα του location scouting.
Ωστόσο, η είδηση μοιάζει λιγότερο απίθανη απ’ όσο θα περίμενε κανείς - η ζωή έχει αρχίσει να παράγει πιο ενδιαφέρουσες εικόνες από τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Όταν ένας σταρ του Χόλιγουντ βρίσκεται σε μια γειτονιά της Αττικής και αυτό μοιάζει πιο αυθεντικό από ένα red carpet, τότε σίγουρα κάτι έχει μετατοπιστεί βαθιά στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το «θέαμα».
Επιμύθιο: Βαδίζουμε πάνω στη λεπτή, παράδοξη γραμμή όπου ο πραγματικός κόσμος συναντά το Χόλιγουντ και, για μια στιγμή, μοιάζει να το καταλαβαίνει.
