Υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό στο γεγονός ότι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της γενιάς του, ένας καλλιτέχνης που χτίστηκε μέσα από τον ευρωπαϊκό κινηματογραφικό αισθητισμό, την ευαισθησία του ανεξάρτητου σινεμά και την πολιτισμική κληρονομιά των παραστατικών τεχνών, αποφάσισε ξαφνικά να εξηγήσει στο κοινό ότι η όπερα και το μπαλέτο είναι, λίγο-πολύ, τέχνες για τις οποίες «κανείς δεν ενδιαφέρεται πια».
Αυτή η viral ατάκα του Timothée Chalamet αποδείχθηκε μάλλον πιο αποκαλυπτική απ’ όσο φανταζόταν ο ίδιος εκείνη τη στιγμή. Μιλώντας για το είδος των ρόλων που τον ενδιαφέρουν, εξήγησε ότι δεν θέλει να ασχολείται με «πράγματα όπως το μπαλέτο ή η όπερα», χώρους όπου, όπως είπε, κάποιος προσπαθεί να κρατήσει κάτι ζωντανό ενώ κανείς πια δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, πρόσθεσε χιουμοριστικά: «Μόλις έχασα 14 σεντς σε τηλεθέαση».
Θα μπορούσε κανείς να απορρίψει τα παραπάνω ως μια αδέξια ατάκα. Όμως το ζήτημα δεν είναι η άποψη του ηθοποιού per se αλλά το γεγονός ότι αποκαλύπτει μια μεγαλύτερη μετατόπιση - τόσο του ίδιου του Chalamet όσο και του πολιτισμικού κλίματος μέσα στο οποίο λειτουργεί σήμερα το star system.
Διότι το ερώτημα δεν είναι αν η όπερα ή το μπαλέτο βρίσκονται σε κρίση. Ας μη γελιόμαστε, οι περισσότερες παραστατικές τέχνες βρίσκονται. Το ερώτημα είναι πώς ένας ηθοποιός που χρωστά μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας σε ένα οικοσύστημα «υψηλής» κουλτούρας, αποφάσισε ξαφνικά να μιλήσει γι’ αυτήν σαν να πρόκειται για ένα παρωχημένο χόμπι.
Ο «παλιός» Timothée
Για να κατανοήσει κανείς το παράδοξο, χρειάζεται να θυμηθεί πώς μας συστήθηκε ο ηθοποιός πριν από μερικά χρόνια. Όταν εμφανίστηκε στο Call Me by Your Name του Luca Guadagnino το 2017, ο Timothée Chalamet βρέθηκε σχεδόν αμέσως στο επίκεντρο μιας πολύ συγκεκριμένης πολιτισμικής στιγμής. Η ερμηνεία του κατάφερε να συμπυκνώσει μια ολόκληρη αισθητική που εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσε έντονα στον δημόσιο λόγο. Ο Elio της ταινίας, ένας έφηβος βυθισμένος στη μουσική, στη σκέψη και στις λεπτές μεταπτώσεις του συναισθήματος, παρουσίασε μια εκδοχή ανδρικής ταυτότητας που συνδεόταν με το πολιτισμικό κλίμα της πρωτο-woke εποχής, που άνθισε μετά τη πρώτη εκλογή του Trump.
Σε εκείνη τη συγκυρία, η παρουσία του Chalamet έμοιαζε να κρυσταλλώνει την εικόνα μιας διαφορετικής αρρενωπότητας που συζητιόταν έντονα καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010. Ο Elio προβαλλόταν ως νεαρός άνδρας που κινείται χωρίς αμηχανία μέσα στην ευαισθησία, την επιθυμία και την πνευματική αναζήτηση. Μέσα από αυτή τη μορφή, η ταινία έδωσε πρόσωπο σε μια γενιά θεατών που έβλεπε την ανδρική ταυτότητα να μετατοπίζεται μακριά από τις παλιές βεβαιότητες και να αναζητά νέους τρόπους έκφρασης.
Όταν εμφανίστηκε στο Call Me by Your Name του Luca Guadagnino το 2017, ο Timothée Chalamet βρέθηκε σχεδόν αμέσως στο επίκεντρο μιας πολύ συγκεκριμένης πολιτισμικής στιγμής. Η παρουσία του Chalamet έμοιαζε να κρυσταλλώνει την εικόνα μιας διαφορετικής αρρενωπότητας που συζητιόταν έντονα καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010.
Η ίδια ευαισθησία διαπερνούσε τις πρώτες του σημαντικές επιλογές: Beautiful Boy, Lady Bird, Little Women, ακόμη και το σκοτεινό Bones and All. Πρόκειται για ταινίες που συνδέονται με δημιουργούς του ανεξάρτητου κινηματογράφου και, αξιοσημείωτα συχνά, με γυναίκες σκηνοθέτιδες. Αυτό δεν είναι κάποια τυχαία λεπτομέρεια. Οι ταινίες αυτές χαρακτηρίζονται από έναν συγκεκριμένο δραματουργικό τόνο, με έμφαση στη συναισθηματική πολυπλοκότητα, ευάλωτους χαρακτήρες, σχέσεις που εξελίσσονται μέσα από λεπτές ψυχολογικές εντάσεις, κλπ. Για να αποδοθούν πειστικά τέτοιες ιστορίες απαιτείται ένα είδος υποκριτικής που δεν βασίζεται στην επιβολή, αλλά στην ευαισθησία.
Και ο Chalamet ήταν εξαιρετικός σε αυτό.
Πέραν των ρόλων του, όμως, ο Chalamet «σέρβιρε» μια αντίστοιχη ευάλωτη και genderfluid εικόνα και εκτός κινηματογραφικών πλατό. Πολλοί έσπευσαν να σχολιάσουν ότι οι φαν του 31χρονου ηθοποιού, απλώς προέβαλαν πάνω του ιδιότητες, χαρακτηριστικά κι αρετές τις οποίες ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε ότι κατείχε. Πως έπεσαν θύματα του branding και τώρα απογοητεύονται που ο Chalamet δεν είναι το νεραϊδένιο αγόρι που έπλασαν στο μυαλό τους. Θα διαφωνήσω εν μέρει με αυτή τη κριτική. Πράγματι, τα αστέρια του κινηματογράφου είναι συχνά λευκοί καμβάδες για τις φαντασιώσεις μας κι αυτό το γνωρίζουν και οι ίδιοι και το αξιοποιούν καταλλήλως. Ωστόσο, ο Chalamet και η ομάδα του είχαν επενδύσει συνειδητά σε μια εικόνα, η οποία τώρα καταρρέει.
Στις συνεντεύξεις του, ο ηθοποιός αγχωνόταν, τραύλιζε και γελούσε αμήχανα, κάτι που τον έκανε απείρως πιο ανθρώπινο. Στην πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή του Jimmy Fallon, ο ηθοποιός ζητά προκαταβολικά συγγνώμη από το κοινό που θα παρακολουθήσει την άβολη συνέντευξή του. Δίνει συνεντεύξεις στα αγγλικά και τα γαλλικά, ενώ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Call Me by Your Name έμαθε και ιταλικά. Μιλά για τα αγαπημένα του βιβλία, για τις αγαπημένες του ταινίες και για τους αγαπημένους του δίσκους (από τον Chalamet ανακάλυψα το εγκληματικά slept-on δίσκο της Mariah Carey, Caution). Στα κόκκινα χαλιά συχνά τον συνοδεύει η μητέρα του. Το στυλ του είναι ανδρόγυνο και gender-bending. Από όλη την παραπάνω περιγραφή, συγγνώμη που δεν περιμέναμε ότι θα είχε πρόβλημα με το μπαλέτο ή την όπερα!
Και τότε, πότε ακριβώς συνέβη η μεταστροφή, από golden retriever boyfriend σε Αμερικάνο Τρανό;
Στροφή στην ποιότητα
Για πολλούς, η αλλαγή έγινε αισθητή όταν ανακοινώθηκε πως θα συμμετέχει σε παραγωγή της A24. Οι ταινίες του στούντιο έχουν πάντα έντονη αισθητική φιλοδοξία, όμως οι χαρακτήρες τους παραμένουν συχνά αδύναμοι και επίπεδοι. Η προσοχή μετατοπίζεται στην ατμόσφαιρα και στην αφαιρετική διάθεση αντί για την ανάπτυξη της ιστορίας. Με δεδομένο το μέχρι τότε υποκριτικό του αποτύπωμα, η συμμετοχή του σε ένα τέτοιο πρότζεκτ άφησε αρκετούς θεατές απογοητευμένους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Marty Supreme είναι κακή ταινία (κάθε άλλο!). Η φωτογραφία, η μουσική, το μοντάζ και ο ρυθμός της δράσης λειτουργούν εξαιρετικά, ενώ η καμπάνια προώθησης υπήρξε από τις πιο αποτελεσματικές των τελευταίων χρόνων. Το γεγονός ότι η ταινία συνεχίζει να συζητιέται αποδεικνύει πόσο επιτυχημένη υπήρξε αυτή η στρατηγική.
Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στη γραφή των χαρακτήρων από τον John Safdie. Ιδίως οι γυναικείοι ρόλοι στερούνται ουσιαστικού βάθους, ενώ η πληθώρα δευτερευόντων προσώπων κάνει την αφήγηση να μοιάζει κουραστική. Ο ίδιος ο Marty Mauser προκαλεί μια περίεργη συναισθηματική αντίδραση. Είναι εύκολο να νιώσει κανείς συμπάθεια για κάποιον που προσπαθεί να ξεπεράσει τα όρια που του έθεσε η ζωή. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υπερ-προσπάθεια και στην πραγματική αξία. Και αυτή η γραμμή μοιάζει να έχει περάσει και στην δημόσια εικόνα του Chalamet.
Η πρώτη ένδειξη αυτής της μετατόπισης εμφανίστηκε στην ομιλία του στα βραβεία SAG-AFTRA το 2025. Εκεί δήλωσε: «Κυνηγάω πραγματικά τη μεγαλοσύνη. Ξέρω ότι οι άνθρωποι συνήθως δεν μιλούν έτσι, αλλά θέλω να γίνω ένας από τους μεγάλους. Εμπνέομαι από τους μεγάλους που βρίσκονται εδώ απόψε. Με εμπνέουν ο Daniel Day-Lewis, ο Marlon Brando και η Viola Davis όσο και ο Michael Jordan ή ο Michael Phelps. Θέλω να φτάσω εκεί. Είμαι βαθιά ευγνώμων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έχω καταφέρει, αλλά μου δίνει λίγη ακόμη ενέργεια, λίγα ακόμη πυρομαχικά για να συνεχίσω».
Η δήλωση τότε είχε προκαλέσει αμηχανία και είχε χαρακτηριστεί «cringe» από μερίδα των social media. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε τίποτα αλαζονικό στα λεγόμενά του. Ίσα-ίσα, έχουμε κουραστεί να βλέπουμε nonchalant καλλιτέχνες που «δεν τους πολυ-νοιάζει» κιόλας η τέχνη τους. Θέλω να βλέπω ηθοποιούς που τους ενδιαφέρει το επάγγελμά τους, που θέλουν να γίνονται καλύτεροι, που πραγματικά ζουν και αναπνέουν για τη τέχνη τους και που δεν ντρέπονται να παραδεχτούν ότι έχουν φιλοδοξίες. Ωστόσο, κατανοώ γιατί η ομιλία αυτή «ξένισε» σε πολλούς. Η κινηματογραφική βιομηχανία προτιμά σεμνές ευχαριστίες και τελετουργική ταπεινότητα. Η ευθύτητα του Chalamet θύμιζε περισσότερο δηλώσεις πρωταθλητών.
Πέραν αυτού, όμως, εκείνος ο λόγος του Chalamet διέλυε την εικόνα του σεμνού και ντροπαλού ηθοποιού που είχε οικοδομηθεί γύρω του. Αυτό συνεχίστηκε και στις επόμενες συνεντεύξεις του. Το παιδί που τραύλιζε και χαχάνιζε αμήχανα στις συνεντεύξεις του, είχε δώσει τη θέση του σε έναν ηθοποιό με στεντόρεια πίστη στις δυνατότητές του και δίψα για ανέλιξη.
Καθώς η καριέρα του περνούσε σε μεγαλύτερα στούντιο πρότζεκτ και εμπορικά franchises, η δημόσια εικόνα του γινόταν πιο σίγουρη και λιγότερο «εύθραυστη». Η επιτυχία του Dune τον μεταφέρει ξεκάθαρα στο πεδίο του μεγάλου σταρ, ενώ η προώθηση του A Complete Unknown τον παρουσιάζει ως ηθοποιό που διεκδικεί ρόλους εμβληματικών ανδρικών μορφών. Η συνολική του παρουσία άρχισε να θυμίζει περισσότερο νεαρό άνδρα που έχει πλήρη επίγνωση της θέσης του στη βιομηχανία. Την ίδια περίοδο, άλλαξε αισθητά το στυλ του. Τα πιο ανδρόγυνα στοιχεία έδωσαν τη θέση τους σε μια πιο athleisure / frat boy αισθητική.
Ο Chalamet, όπως και κάθε ενήλικας, έχει δικαίωμα να αλλάζει το στυλ του, την κατεύθυνση της δουλειάς του, τον τρόπο που εκφράζεται γενικότερα. Ωστόσο, όταν ένα πλήθος celebrities (βλ. Chalamet, Damiano David, Harry Styles) που καθιερώθηκαν λόγω του ανδρόγυνου στυλ τους, τώρα υιοθετούν ένα πιο παραδοσιακά "αντρικό" ντύσιμο, μιλάμε για ένα μοτίβο. Στην ποπ κουλτούρα, τα μοτίβα είναι αρκετά αποκαλυπτικά για το πολιτισμικό τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε.
They shoot twinks, don't they
Η μετατόπιση αυτή δεν συμβαίνει εν κενώ. Ζούμε σε μια περίοδο όπου η πολιτισμική ατμόσφαιρα στρέφεται ξανά προς πιο επιθετικές μορφές αρρενωπότητας. Η άνοδος της ακροδεξιάς, η κουλτούρα του «alpha male», το Manosphere, οι trad wives του Tiktok και η γενικότερη επιστροφή σε πιο συντηρητικές έμφυλες νόρμες επηρεάζουν και το Χόλιγουντ. Οι celebrities προσαρμόζονται στο πολιτισμικό κι ιδεολογικό τοπίο της εποχής τους με γοργούς ρυθμούς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αισθητική της έμφυλης ρευστότητας αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως μόδα που μπορεί να εγκαταλειφθεί όταν το απαιτούν οι ανάγκες του marketing. Η πρακτική αυτή έχει περιγραφεί ως queerbaiting, δηλαδή υιοθέτηση στοιχείων της queer κουλτούρας κι αισθητικής χωρίς ουσιαστική δέσμευση σε ό,τι αυτά συμβολίζουν. Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια αίσθηση πολιτισμικής εργαλειοποίησης, ιδίως όταν το κοινό που στήριξε την εικόνα αυτή παρακολουθεί τον καλλιτέχνη να την εγκαταλείπει επιδεικτικά.
Οι παλαιότερες στυλιστικές επιλογές του Chalamet φαίνονται αδιανόητα μακρινές το 2026. Είναι πλέον εμφανές ότι το target group του δεν είναι γυναίκες και queer άτομα. Το προφίλ του διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο γύρω από μια εικόνα επαγγελματικής φιλοδοξίας, ανταγωνιστικότητας και αρρενωπής αυτοπεποίθησης. Η νέα αφήγηση απευθύνεται σε ένα διαφορετικό δημογραφικό κοινό, δηλαδή σε νεότερους άνδρες που αναγνωρίζουν σε αυτή την εικόνα μια φιλοσοφία επιτυχίας και ινσταγκραμικού grinding.
Υπήρξαν όμως κι άλλα «καμπανάκια» που ενίσχυσαν την αίσθηση μιας αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται πλέον δημόσια ο ηθοποιός. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, όταν η συζήτηση έφτασε στο ζήτημα της οικογένειας, σχολίασε μια δήλωση γνωστού προσώπου που είχε πει ότι απολαμβάνει τη ζωή χωρίς παιδιά επειδή έτσι έχει περισσότερο χρόνο για τον εαυτό του· η αντίδρασή του, όπως την περιέγραψε, ήταν απλή και απόλυτη: «Θεέ μου. Τι θλιβερό». Στο ίδιο σημείο της συνέντευξης διατύπωσε την άποψη ότι η αναπαραγωγή αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τον θεμελιώδη σκοπό της ανθρώπινης ζωής, μια θέση που προκάλεσε αντιδράσεις επειδή αρκετοί τη θεώρησαν υποτιμητική προς όσους επιλέγουν να μη γίνουν γονείς.
Η νέα αφήγηση απευθύνεται σε ένα διαφορετικό δημογραφικό κοινό, δηλαδή σε νεότερους άνδρες που αναγνωρίζουν σε αυτή την εικόνα μια φιλοσοφία επιτυχίας και ινσταγκραμικού grinding
Τι τζίρο κάνουν τα μπαλέτα;
Υπάρχει μια κοινωνιολογική διάσταση που συχνά παραβλέπεται όταν συζητάμε για νέους σταρ. Η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων καλλιτεχνών προέρχεται από οικογένειες που διαθέτουν το οικονομικό περιθώριο να στηρίξουν τις καλλιτεχνικές τους φιλοδοξίες. Προς θεού, αυτό δεν το αναφέρω σαν κατηγορία. Είναι απλώς η πραγματικότητα της πολιτισμικής βιομηχανίας. Για τους ανθρώπους αυτούς, η όπερα, το μπαλέτο ή το θέατρο δεν είναι κάτι μυστηριώδες ή απρόσιτο αλλά απλώς επιλογές στο μενού. Και συχνά, ό,τι δεν επιλέγεται αντιμετωπίζεται ως περιττό.
Πράγματι, το μπαλέτο και η όπερα δεν έχουν τη μαζική απήχηση που είχαν κάποτε. Η διαπίστωση αυτή είναι μάλλον προφανής. Η διατύπωση ότι «κανείς δεν νοιάζεται πια» είναι κάτι διαφορετικό. Οι τέχνες αυτές απαιτούν χρόνια εκπαίδευσης και εξαντλητικής πρακτικής από ανθρώπους που αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους σε αυτές.
Η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων καλλιτεχνών προέρχεται από οικογένειες που διαθέτουν το οικονομικό περιθώριο να στηρίξουν τις καλλιτεχνικές τους φιλοδοξίες
Η ειρωνεία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν θυμηθεί κανείς την οικογενειακή ιστορία του ίδιου του Chalamet. Η γιαγιά του, η μητέρα του και η αδελφή του ήταν χορεύτριες μπαλέτου που σπούδασαν στο American School of Ballet. Οι διασυνδέσεις της οικογένειας με τον κόσμο των καλών τεχνών συνέβαλαν καθοριστικά στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε.
Σε κάθε περίπτωση, είναι απογοητευτικό η τέχνη να αντιμετωπίζεται σαν πολυτέλεια, σαν κάτι περιττό ή δευτερεύον, ένα είδος διακοσμητικής δραστηριότητας που μπορεί εύκολα να παραμεριστεί. Η απογοήτευση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τέτοιες αντιλήψεις εκφράζονται από καλλιτέχνες, δηλαδή από ανθρώπους των οποίων η ίδια η ύπαρξη στον δημόσιο χώρο οφείλεται στην αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος σκληραίνει και οι κοινωνίες δείχνουν ολοένα μεγαλύτερη ανοχή σε αυταρχικές λογικές, η συρρίκνωση της σημασίας της τέχνης είναι κυριολεκτικά επικίνδυνη. Η τέχνη λειτουργεί ως χώρος στοχασμού, ευαισθησίας και κριτικής σκέψης κι η υποβάθμισή της αφήνει τον δημόσιο πολιτισμό φτωχότερο.
Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος σκληραίνει και οι κοινωνίες δείχνουν ολοένα μεγαλύτερη ανοχή σε αυταρχικές λογικές, η συρρίκνωση της σημασίας της τέχνης είναι κυριολεκτικά επικίνδυνη.
Πολλοί έσπευσαν να απαντήσουν πως το μπαλέτο και η όπερα μόνο «νεκρές» τέχνες δεν μπορούν να θεωρηθούν. Οι οργανισμοί που τις στηρίζουν κινούν οικονομικούς κύκλους δισεκατομμυρίων και οι αίθουσες παραμένουν συχνά γεμάτες, με παραστάσεις που εξαντλούν τα εισιτήριά τους μήνες πριν. Η εικόνα αυτή μοιάζει ειρωνικά αντίστροφη από ό,τι συμβαίνει στον κινηματογράφο, όπου ολοένα περισσότερες αίθουσες κλείνουν. Στην εποχή του streaming και της τεχνητής νοημοσύνης, αρκετοί υποστηρίζουν ότι το μέσο που βρίσκεται πραγματικά σε κρίση είναι το σινεμά κι όχι ο χορός ή το θέατρο. Οι συζητήσεις γύρω από τις συμφωνίες μεγάλων πλατφορμών όπως το Netflix τροφοδοτούν ακόμη περισσότερο αυτή την αίσθηση ότι ο κινηματογράφος κινδυνεύει να μετατραπεί, εν ριπή οφθαλμού, σε ανάμνηση μιας άλλης εποχής.
Έτσι, η δημόσια συζήτηση καταλήγει συχνά σε μια αντιπαράθεση για το αν το μπαλέτο και η όπερα είναι ακμαίοι και κερδοφόροι χώροι ή αν, όπως υποστήριξε ο ηθοποιός, βρίσκονται σε παρακμή. Και οι δύο πλευρές όμως μοιάζουν να παραβλέπουν κάτι ουσιαστικό. Όπως έγραψε κάποιος πολύ εύστοχα: «Η τέχνη δεν υπάρχει για να δικαιολογεί τον εαυτό της στον καπιταλισμό». Ακόμη κι αν μια μορφή τέχνης δεν «πουλάει» τόσο όσο άλλες, αυτό δεν μειώνει την αξία της ούτε αναιρεί τη σημασία της για όσους τη δημιουργούν και την αγαπούν. Η πραγματική δύναμη της τέχνης βρίσκεται στην ικανότητά της να διαπερνά τον χρόνο και τη συνείδηση, να μας μεταμορφώνει και να μας θυμίζει γιατί αξίζει να συνεχίζουμε να τη στηρίζουμε.
Η τέχνη δεν υπάρχει για να δικαιολογεί τον εαυτό της στον καπιταλισμό
Αν έπρεπε να κάνω μια τολμηρή πρόβλεψη, θα έλεγα ότι ο Timothée Chalamet κινδυνεύει να βιώσει το «φαινόμενο Nicki Minaj»: η στιγμή όπου ένα καλλιτεχνικό brand, κυνηγώντας ένα νέο κοινό, καταλήγει να φλερτάρει με πολιτικά στρατόπεδα που κάποτε θα θεωρούσε αδιανόητα. Προβλέπω, λοιπόν, ότι αν δεν κερδίσει φέτος το Όσκαρ (με τον ίδιο τρόπο που η Minaj δεν κέρδισε ποτέ το Grammy), θα «πάθει» Nicki Minaj πολύ σύντομα.
Ίσως να μη φτάσουμε ποτέ εκεί.
Σε κάθε περίπτωση, κάπου στη διαδρομή, ο Timothée Chalamet έχασε κάτι από εκείνη την καλλιτεχνική ευαισθησία που κάποτε αποτελούσε το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παρουσίας του.
Ίσως, τελικά, να του έκανε καλό να ξαναγίνει λίγο Γάλλος.



