ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Μουριά στα Εξάρχεια – Κλείνουν ιστορικά μαγαζιά για να φτιαχτούν νέα που θα μοιάζουν παλιά 1

Η Αθήνα πέρασε δεκαετίες γκρεμίζοντας τις μονοκατοικίες 18 καρατίων με τις αυλές για να χτίσει πολυκατοικίες χάριν αστυφιλίας. Τώρα αδειάζει τα αυθεντικά στέκια για να πλασάρει κάτι νουβό, που να μυρίζει παλαιότητα κι οριτζινάλιτι ώστε να μπορεί να ανέβει στο ίνσταγκραμ, χάριν γούστου.

ΑΠΟ ΕΦΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Το 1915 η Δανία τροποποίησε το σύνταγμά της για να παραχωρήσει το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Την ίδια χρόνια στην Ελλάδα ορκίστηκε η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ενώ η νουβέλα του Φραντς Κάφκα Η Μεταμόρφωση δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν παρουσίασε τις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών.

Επίσης, το 1915 άνοιξε το καφενείο Μουριά στα Εξάρχεια κι έκτοτε δεν έκλεισε ποτέ παραμένοντας φωλιά συνύπαρξης και κοινωνικής ζύμωσης με φόντο Παγκόσμιους Πολέμους, Κατοχή, εμφύλιο, Χούντα, μεταπολίτευση, ηλεκτρονική επανάσταση στη μουσική, μνημόνια, πανδημία, σόσιαλ μίντια, τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα, εκατόν έντεκα χρόνια μετά, η Μουριά κινδυνεύει να κλείσει για να γίνει, όπως λέγεται, ένα ακόμα φαρμακείο ανάμεσα στα 3.900 που υπάρχουν ήδη στην Αττική (σύμφωνα με το pharmamanage.gr).

Αφού με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, αποχαιρετήσαμε τους κινηματογράφους Ideal στο Σύνταγμα και Παλλάς στο Παγκράτι, τον φούρνο του Γεωργιάδη στη Βάρκιζα, το Γιασεμί στην Πλάκα, το βιβλιοπωλείο Λεξικοπωλείο στο Παγκράτι πάλι, τα περίπτερα και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, τα άδεια, ισόγεια καταστήματα που γίνανε σπίτια, τώρα μαθαίνουμε τα μαντάτα για το ιστορικό καφενείο της συμβολής Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου, που πήρε το όνομά του από μια μουριά στο πεζοδρόμιο.

Γκρεμίζουμε τα θαμπωμένα από την πατίνα του χρόνου στέκια ενώ την ίδια ώρα πουλάμε αυθεντικότητα, αρχαίες δονήσεις και καφέ στη χόβολη στους τουρίστες.

Και παρακολουθούμε να παίζεται μπροστά στα μάτια μας ένα ακόμη σύγχρονο, ελληνικό δράμα. Γκρεμίζουμε τα θαμπωμένα από την πατίνα του χρόνου στέκια ενώ την ίδια ώρα πουλάμε αυθεντικότητα, αρχαίες δονήσεις και καφέ στη χόβολη στους τουρίστες.

Τόσο αντιφατικό και κενόδοξο. Τόσο ρηχό και κοντόφθαλμο. Σαν να γύρισε ο Γουές Άντερσον μια ταινία για τον Κεν Λόουτς. Σαν να παίζει ο Νικ Κέιβ σε beach bar. Σαν να βλέπεις έναν εικοσάχρονο να φοράει το δερμάτινο μπουφάν του παππού του, αλλά να το έχει πληρώσει 480 ευρώ.

Η Μουριά στα Εξάρχεια λάτρευε τις σεισμικές αναμνήσεις της. Στον προτζέκτορα της μνήμης της ξεπροβάλλουν πορείες, έρωτες, τσίπουρα, μπίρες, πανκιά, ροκάδες, ΜΑΤ και κλούβες, φοιτητές που έγιναν καθηγητές και καθηγητές που έγιναν αρθρογράφοι, ανέντακτοι, καταληψίες, ποιητές, βιβλιοφάγοι, διανοητές, διακινητές, άνθρωποι του πνεύματος και του θεάματος.

Ο Λεωνίδας Κύρκος, ο οποίος έμενε στην Καλλιδρομίου και την Μπλε Πολυκατοικία, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, που διέμενε στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, η Σοφία Βέμπο, κάτοικος κι αυτή της Μπλε Πολυκατοικίας, η Κατίνα Παξινού, ο Φρέντυ Γερμανός, η Αρλέτα, ο Δημήτριος Φιλιππότης, ο Νικόλαος Γύζης, ο Γεώργιος Σουρής.

Οι Παύλος Σιδηρόπουλος, Νικόλας Άσιμος και Κατερίνα Γώγου που συνδέθηκαν με τα Εξάρχεια με έναν καλλιτεχνικό ιστό, δαιδαλώδες και χαοτικό μέσα στη διαφάνεια των αδάμαστων -ακόμα και για τους ίδιους- συναισθημάτων τους.

Κι όμως, τώρα ξεπροβάλλει κάτι πιο διεστραμμένο: είναι η νοσταλγία που γίνεται επιχειρηματικό μοντέλο.

Βρισκόμαστε στο σημείο όπου το αυθεντικό πρέπει να μοιάζει αρκετά ορίτζιναλ αλλά να έχει ξεφορτωθεί τον σκόρο. Η αγορά έχει καταλάβει ότι η νοσταλγία πουλάει καλύτερα από το μέλλον.

Κλείνει το παλιό ουζερί. Ανοίγει ένα wine concept με vintage αισθητική. Κλείνει το βιβλιοπωλείο. Ανοίγει ένας χώρος «πολιτιστικής εμπειρίας» με παλιές φωτογραφίες στους τοίχους. Όλα έχουν εμφανή τούβλα, λαμπτήρες retro led Edison και ξύλινα τραπέζια που μοιάζουν να τα έφτιαξε κάποιος Σουηδός ξυλοκόπος το 1958, ενώ στην πραγματικότητα τα έφερε ένα κοντέινερ από κάποιο εργοστάσιο έξω από την Αθήνα, που ειδικεύεται στην τεχνητή walnut.

Βρισκόμαστε στο σημείο όπου το αυθεντικό πρέπει να μοιάζει αρκετά ορίτζιναλ αλλά να έχει ξεφορτωθεί τον σκόρο. Η αγορά έχει καταλάβει ότι η νοσταλγία πουλάει καλύτερα από το μέλλον. Οι άνθρωποι πληρώνουν περισσότερα για να πιουν καφέ σε χώρο που μοιάζει εγκαταλελειμμένος και τεχνηέντως φθαρμένος παρά σε ένα πραγματικά παλιό καφέ που απλώς δεν είχε το μπάτζετ να αλλάξει τα πλακάκια του.

Η κουλτούρα έχει γίνει σκηνικό. Οι γειτονιές μετατρέπονται σε πλατό όπου όλοι παίζουν τον κάτοικο μιας πόλης που υπήρξε κάποτε αληθινή. Κάτι ανάμεσα στο The Truman Show και στο The Grand Budapest Hotel. Όμορφο στο μάτι. Ακαταλαβίστικο εάν ζεις μέσα του.

Ο βασικότερος λόγος που αγαπάμε τα παλιά είναι επειδή άντεξαν. Επειδή απέκτησαν χαρακτήρα περνώντας από στόμα σε στόμα κι όχι επειδή βαϊράλιασαν. Επειδή κουβάλησαν στις πλάτες τους ιστορίες που δεν αραδιάστηκαν ποτέ κάτω από τη βινιέτα «Our Story» σε κάποιο website αλλά έγιναν αστικοί μύθοι αφήγησης, ξεκινώντας κάπως έτσι: «θυμάσαι τότε που ο Χατζιδάκις κάπνιζε εδώ απέναντι;».

Οι άνθρωποι πληρώνουν περισσότερα για να πιουν καφέ σε χώρο που μοιάζει εγκαταλελειμμένος και τεχνηέντως φθαρμένος παρά σε ένα πραγματικά παλιό καφέ που απλώς δεν είχε το μπάτζετ να αλλάξει τα πλακάκια του.

Ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη δεν είναι να διατηρήσουμε τα κτίρια. Είναι να αφήσουμε χώρο για τους ανθρώπους που τα έκαναν σημαντικά. Για τους παθιασμένους οικοδεσπότες που το μαγαζί τους ήταν η ζωή τους κι όχι ένα ακόμη λογιστικό εξέλ μιας μαμάς-εταιρίας. Γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε σε καινούργια μαγαζιά που μοιάζουν παλιά, σε γειτονιές που θα μοιάζουν ζωντανές, μέχρι να αναρωτηθούμε γιατί δεν αισθανόμαστε τίποτα όταν περνάμε από εκεί.

Κάπου ανάμεσα στα Airbnb, στα matcha latte και στις νέες επιγραφές αλά παλαιά, που κατασκευάζονται μαζικά, η γειτονιά φυσικά συνεχίζει να υπάρχει. Αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες πόλεις, δεν κινδυνεύει να χάσει τα κτίριά της. Κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη της. Και η μνήμη είναι κρίση.

Το μπαρ Marsella στη Βαρκελώνη, στέκει εκεί από το 1820, μυρίζει αψέντι, νικοτίνη και όλο το ταβάνι του είναι καλυμμένο με αράχνες σχεδόν διακοσίων ετών. Έχει επιβιώσει από το καθεστώς του Φράνκο και τη μεταμόρφωση μιας εξευγενισμένης γειτονιάς, αλλά κράτησε ψηλά τη σημαία της μποέμικης Ισπανίας. Κάτι ξέρει.

Επιμύθιο: «Το καφενείο είναι τόπος για κρυφές συναντήσεις και για συνωμοσίες, για διανοητικές συζητήσεις και για κουτσομπολιά, για τον Flâneur και για τον ποιητή ή τον μεταφυσικό με το σημειωματάρι του.

»Είναι ανοιχτό σε όλους, αλλά την ίδια στιγμή είναι μια λέσχη, μια μασονία, που προσφέρει πολιτική ή φιλολογική-λογοτεχνική αναγνώριση και προγραμματική παρουσία.

»Ένα φλιτζάνι καφέ, ένα ποτήρι κρασί, ένα τσάι με ρούμι σού εξασφαλίζουν έναν χώρο για να δουλέψεις, να ονειρευτείς, να παίξεις σκάκι ή απλώς να περάσεις τη μέρα σου καθισμένος κάπου ζεστά. Είναι λέσχη του πνεύματος και ταχυδρομείο του αστέγου» - Ποίημα του Τζώρτζ Στάινερ από το βιβλίο του «Η ιδέα της Ευρώπης».

*Ο Χρήστος Βάνας, ιδιοκτήτης της Μουριάς, έφτιαξε ένα ψήφισμα με τίτλο «Η ιστορία δεν αλλάζει χρήση – 111 χρόνια Μουριά» (μπορείτε να ψηφίσετε εδώ), διεκδικώντας από το ΥΠΠΟ να προστατεύσει τον χώρο και να τον αναγνωρίσει ως στοιχείο της σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε να μην αλλάξει η χρήση του.


Οι συμβουλές που δίνουμε στους άλλους (αλλά δεν ακολουθούμε ποτέ εμείς)

Είμαστε εξαιρετικές στο να λύνουμε τα προβλήματα των άλλων. Γιατί τότε δεν ακολουθούμε κι εμείς τις (δικές μας) συμβουλές;


READ MORE

Exit mobile version