Θα αρχίσω με τα γνωμικά «ένας κύκλος είναι η ζωή», «εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις», «τα πάντα ρει» και άλλα τέτοια του θυμόσοφου λαού μας. Τι θέλω να πω με τα παραπάνω; Ανοίγω το θέμα «διακοπές». Καίριο για κάθε ελληνική οικογένεια και για κάθε Έλληνα νομοταγή –και μη– πολίτη να συμπληρώσω. Οι διακοπές είναι η σανίδα σωτηρίας του πνιγμένου όλο το χρόνο εργαζόμενου, ο οποίος ελπίζει πως, μέσα στις 365 ημέρες απόγνωσης που ζει, θα υπάρχουν αυτές οι 15 που θα απελευθερωθεί από τα δεινά του. Τότε θα έρθει σαν όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό, ο θεός των ελληνικών διακοπών να τον μαγέψει, να τον φυγαδεύσει από τη δεινή καθημερινότητα, να τον ξεκουράσει. Σαν άλλη Πυθία, μασώντας παραισθησιογόνα φύλλα, θα ξεχάσει ταλαιπωρίες ενός ολόκληρου χρόνου και θα επιστρέψει τελικά στην παλιά του ζωή δριμύτερος, σαν να μην πέρασε μια μέρα, έτοιμος για νέες μάχες.
Όταν ήμουν παιδί, οι διακοπές για τη γενιά μου –ανήκω στη Γενιά Χ– ήταν κάτι σαν τον Αϊ-Βασίλη: ήθελες να πιστέψεις πως υπάρχει, αλλά πάντα κάποιος σου ψιθύριζε την τελευταία στιγμή «μην είσαι ηλίθιο, δεν υπάρχει Αϊ-Βασίλης, οι γονείς σου φέρνουν τα δώρα» και σου έκοβε τη χαρά. Εκεί όπου προετοίμαζες ψυχολογικά τον εαυτό σου για ατέλειωτες βουτιές, για κουλούρες, σωσίβια με κίτρινα αλογάκια, βατραχοπέδιλα και πυργίσκους στην παραλία, έτρωγες την ψυχρολουσία last minute. Πάλι στο καμπίσιο χωριό της μαμάς σου με τους 48 βαθμούς αυγουστιάτικα και τη γιαγιά σου να σε υποχρεώνει σε μεσημεριανό ύπνο, μπάμιες-φακές δύο φορές την εβδομάδα οπωσδήποτε και βραδινό ύπνο κατά τη δύση του ηλίου! Οδυρμός!
Τα καλύτερα των διακοπών μου συνέβησαν last minute και χωρίς προγραμματισμό, σαν ένας αυτοσχεδιασμός.
Διακοπές διαρκείας, ξενοιασιάς και κραιπάλης έκανα στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου, όταν πήρα την κατάσταση στα χέρια μου και αφού είχα εξασφαλίσει το πολυπόθητο απολυτήριο με 18 για να πάρω το πράσινο φως από τον πατέρα μου. Αρσακειάς μεν, αλλά ο δεύτερος όρος ήταν να φιλοξενηθώ στο σπίτι της φίλης μου στα Γιάλτρα Ευβοίας. Την επόμενη χρονιά, για να πάρω την έγκριση του πατέρα μου, το αφήγημα ήταν να πάω με το φίλο μου, νέο, καλής οικογένειας και διαπιστευμένο με περγαμηνές –άλλο αν θα οδηγούσαμε κρυφά μηχανή στην Κέρκυρα–, και μαζί με πολλούς συμμαθητές κονβόι και με ξεχωριστές διαμονές για τα κορίτσια και τα αγόρια – οι δυο μας ήμαστε, σε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο στην Παλιά Πόλη. Όλα αυτά πάλι κλείστηκαν last minute, μέχρι να πάρουμε τη συγκατάθεση του μπαμπά. Πρωτίστως, όμως, αφού προλάβω, πάλι τελευταία στιγμή, να μεθοδεύσω τη συνεργασία της μαμάς, που πάντα ήξερε κάτι παραπάνω, αλλά σώπαινε στωικά για να με έχει από κοντά και να της λέω τα μυστικά – τα δικά μου αλλά και, ως κυνική καταδότρια, εκείνα της μεγάλης μου αδελφής…
Έχω την εντύπωση ότι και τα επόμενα χρόνια οι ωραιότερες διακοπές μου ήταν πάλι last minute γιατί ακόμη αντιστεκόμασταν στη μαζικότητα. Η χαλαρότητα ήταν μέρος της ζωής μας, ο υπερτουρισμός δεν είχε εισβάλει ακόμη και ήμαστε όλοι πιο αθώοι και καλοί άνθρωποι γενικά – άλλο κεφάλαιο αυτό. Και ω του θαύματος! Πάντα, last minute, βρίσκαμε εισιτήρια, ξενοδοχείο, πανσιόν, αυτοκίνητο να νοικιάσουμε, επιπλέον δωμάτιο για τον/την ξέμπαρκο/η χωρισμένο/η φίλο/η ή, αργότερα, την νταντά, που έπρεπε να κοιμάται σε έξτρα χώρο-σαλονάκι, αλλά κοντά στα παιδιά όταν βγαίναμε τα βράδια στο νησί.
