Κάπου στα μέσα των ’90s, τα Ημισκούμπρια δεν ήταν απλώς ένα συγκρότημα που άκουγες. Ήταν κάτι που συνέβαινε γύρω σου. Ήταν οι βόλτες, οι παρέες, τα καλοκαίρια, τα πάρτι, οι στιγμές που η μουσική δεν έμπαινε απλώς σαν ήχος στο σπίτι, αλλά γινόταν κομμάτι της ηλικίας σου.
Έβαζες το τραγούδι και ξαφνικά όλα έμοιαζαν λίγο πιο ανάλαφρα. Χόρευες, γελούσες, έλεγες τις ατάκες απ’ έξω και δεν καταλάβαινες πάντα ότι πίσω από το χιούμορ, υπήρχαν πράγματα που κάποτε θα μάθαινες να ονομάζεις.
Τα Ημισκούμπρια είχαν αυτή τη σπάνια ικανότητα: να σε κάνουν να θέλεις να χορέψεις, αλλά ταυτόχρονα να σου αφήνουν μια σκέψη να γυρίζει στο μυαλό.
Τότε δεν αποκωδικοποιούσα όλα όσα έλεγαν. Άκουγα τα τραγούδια, γελούσα με τις ατάκες, τραγουδούσα με την παρέα, έβαζα μουσική στις κοπάνες, στις εκδρομές, στα καλοκαίρια που νόμιζα ότι δεν θα τελείωναν ποτέ.
Και μετά, χρόνια αργότερα, άρχισα να ακούω τα ίδια τραγούδια με άλλα αυτιά. Όχι γιατί άλλαξαν εκείνα, αλλά γιατί είχα αλλάξει εγώ. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι πίσω από το χιούμορ, υπήρχαν πράγματα πολύ πιο βαθιά.
