ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Εκεί που τελειώνει το “δεν μπορείς”, υπάρχει ο Αλεξάντερ Ζβέρεφ 1

Ο Αλεξάντερ Ζβέρεφ έγινε ο πιο άβολος αντίλογος στη λέξη «δεν μπορείς». Όχι επειδή την αντέκρουσε θεωρητικά, αλλά επειδή την διέψευσε στην πράξη μέσα στο κορτ, με διαβήτη τύπου 1, απέναντι σε μια πρόβλεψη που τον ήθελε εκτός πρωταθλητισμού πριν καν ξεκινήσει.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων που λατρεύει να προφέρει τη λέξη «δεν μπορείς» με ύφος σχεδόν επιστημονικής βεβαιότητας. Είναι το ίδιο ύφος που χρησιμοποιείται όταν κάποιος έχει αποφασίσει το μέλλον σου χωρίς να έχει ρωτήσει ούτε το παρόν σου. Ας πούμε: «Δεν μπορείς να γίνεις πρωταθλητής με διαβήτη τύπου 1». «Δεν μπορείς να αντέξεις τον πρωταθλητισμό». «Δεν μπορείς να σταθείς στο ίδιο επίπεδο». Το «δεν μπορείς» είναι μια λέξη οικονομική: δεν κοστίζει τίποτα σε αυτόν που τη λέει, αλλά συχνά επιχειρεί να χρεώσει ολόκληρη ζωή σε αυτόν που τη δέχεται.

Και μετά εμφανίζεται ο Αλεξάντερ Ζβέρεφ.

Όχι ως κάποιο μεταφυσικό σύμβολο υπέρβασης, ούτε ως αγιογραφία του αθλητισμού, αλλά ως κάτι πιο ενοχλητικό για τις βεβαιότητες: ως δεδομένο που δεν συμμορφώθηκε. Ένας αθλητής που δεν μπήκε ποτέ άνετα στο κουτάκι όπου τον τοποθετούσαν οι προβλέψεις.

Και, για να μην υπάρχει η παραμικρή παρεξήγηση ότι μιλάμε για αγιογραφία, αξίζει να ειπωθεί κάτι που συνήθως το κοινό των τροπαίων προσπερνά: οι ιστορίες των πρωταγωνιστών δεν είναι μονοδιάστατες. Ο Ζβέρεφ έχει βρεθεί στο παρελθόν αντιμέτωπος με σοβαρές καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά σε σύντροφό του τις οποίες ο ίδιος έχει αρνηθεί και οι οποίες δεν κατέληξαν σε δικαστική καταδίκη. Όταν το θέμα επανέρχεται στη δημόσια σφαίρα, ο ίδιος επιλέγει σταθερά να υπερασπίζεται τη θέση του χωρίς να ανοίγει περαιτέρω διάλογο, όπως συχνά συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις αθλητών υψηλού προφίλ. Αυτό δεν «καθαρίζει» ούτε ακυρώνει τίποτα, ούτε φυσικά επιτρέπει την εύκολη εξιδανίκευση: απλώς θυμίζει ότι οι ιστορίες που βλέπουμε μέσα από τρόπαια και επιδόσεις δεν είναι ποτέ ιδανικές, όσο κι αν θα μας βόλευε να είναι.

Ο Ζβέρεφ διαγνώστηκε με διαβήτη τύπου 1 σε ηλικία τεσσάρων ετών. Από τότε, η καθημερινότητά του δεν ήταν ποτέ μόνο προπόνηση, τακτική, φυσική κατάσταση και ψυχική αντοχή. Ήταν και κάτι ακόμα πιο αθόρυβο και επίμονο: η διαχείριση μιας χρόνιας πάθησης που δεν κάνει διάλειμμα επειδή ξεκίνησε match point. Οι μετρήσεις σακχάρου, οι ρυθμίσεις ινσουλίνης, οι αποφάσεις μέσα στο σώμα που πρέπει να παρθούν ενώ το σώμα ήδη πιέζεται στα όρια: όλα αυτά δεν εμφανίζονται ποτέ στην τηλεοπτική μετάδοση. Δεν έχουν slow motion. Δεν έχουν επανάληψη. Ψέματα! Ο Ζβέρεφ φρόντισε κάποια πράγματα να φαίνονται στην τηλεοπτική μετάδοση: ανάμεσα στα σετ εκεί που ξεκουράζεται λίγο να δείχνει ότι κάνει ινσουλίνη.  

Για έναν αθλητή με διαβήτη τύπου 1, ο αγώνας δεν είναι μόνο απέναντι στον αντίπαλο. Είναι και απέναντι σε μια φυσιολογία που δεν υπακούει πάντα στη στρατηγική.

Οι περισσότεροι, ωστόσο, βλέπουν τον τίτλο. Τον πανηγυρισμό. Τη στιγμή που σηκώνεται το τρόπαιο και όλα μοιάζουν αναπόφευκτα. Αυτό που δεν βλέπουν και συνήθως δεν θέλουν να δουν είναι το παράλληλο σύστημα διαχείρισης που λειτουργεί ακριβώς από κάτω. Για έναν αθλητή με διαβήτη τύπου 1, ο αγώνας δεν είναι μόνο απέναντι στον αντίπαλο. Είναι και απέναντι σε μια φυσιολογία που δεν υπακούει πάντα στη στρατηγική.

Και για χρόνια, η απάντηση του κόσμου ήταν απλή και με κάποια λύπηση: δεν μπορείς.

Ότι πρέπει να είσαι πιο προσεκτικός. Ότι καλό θα ήταν να διαλέξεις κάτι λιγότερο απαιτητικό. Ότι ο πρωταθλητισμός είναι «άλλο επίπεδο». Η λέξη «ρεαλισμός» χρησιμοποιήθηκε με άνεση για να περιγράψει κάτι που στην πραγματικότητα ήταν απλώς ο επιβεβλημένος περιορισμός ντυμένος με σοβαρό ύφος.

Ο Ζβέρεφ, όμως, έκανε κάτι απλό και σχεδόν αγενές απέναντι σε αυτή τη βεβαιότητα: συνέχισε. Και κέρδισε. Αλλά η σημασία του δεν σταματά εκεί.

Ο Αλεξάντερ Ζβέρεφ έχει ιδρύσει την Alexander Zverev Foundation, μια πρωτοβουλία που επικεντρώνεται στην υποστήριξη παιδιών και νέων με διαβήτη τύπου 1, στη βελτίωση της πρόσβασης σε ινσουλίνη και ιατρική φροντίδα, αλλά και στη γενικότερη ενδυνάμωση της ένταξης των παιδιών στον αθλητισμό και την καθημερινότητα με τη νόσο. Και αυτό αλλάζει ριζικά το πλαίσιο της αφήγησης.

Γιατί άλλο είναι να λες «ένας αθλητής με διαβήτη κατέκτησε τίτλους» και άλλο να βλέπεις έναν άνθρωπο που όχι μόνο διέψευσε τις προβλέψεις, αλλά επενδύει ενεργά στο να μην είναι αυτές οι προβλέψεις ο κανόνας για τους επόμενους. Η επιτυχία εδώ δεν είναι απλώς προσωπική δικαίωση. Είναι μετατροπή εμπειρίας σε δομή υποστήριξης. Είναι η σπάνια περίπτωση όπου η ατομική διαδρομή δεν κλείνει τον κύκλο της με το «τα κατάφερα», αλλά ανοίγει έναν δεύτερο κύκλο με το «να τα καταφέρουν κι άλλοι».

Το «δεν μπορείς» σπάνια βασίζεται σε πραγματικά όρια. Συνήθως βασίζεται σε όρια φαντασίας. Και η ιστορία του Ζβέρεφ λειτουργεί σαν μια ήρεμη αλλά επίμονη διόρθωση.

Η εικόνα που δεν βλέπουμε συχνά είναι αυτή: ένας αθλητής που στα διαλείμματα δεν ξεκουράζεται απλώς, αλλά ρυθμίζει το σώμα του ώστε να συνεχίσει να αποδίδει σε επίπεδο που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί δεδομένο ότι δεν είναι καν προσβάσιμο. Και μετά, εκτός γηπέδου, να μετατρέπει αυτή την εμπειρία σε υποστήριξη για παιδιά που ξεκινούν τη ζωή τους έχοντας ήδη ακούσει ότι υπάρχουν πράγματα που «δεν μπορούν να κάνουν».

Εδώ είναι η ειρωνεία που δεν ζητά χειροκρότημα: το «δεν μπορείς» σπάνια βασίζεται σε πραγματικά όρια. Συνήθως βασίζεται σε όρια φαντασίας. Και η ιστορία του Ζβέρεφ λειτουργεί σαν μια ήρεμη αλλά επίμονη διόρθωση. Όχι γιατί αναιρεί τη δυσκολία του διαβήτη τύπου 1, κάθε άλλο. Αλλά γιατί αποδεικνύει ότι η δυσκολία δεν είναι ταυτόσημη με τον περιορισμό. Ότι η διαχείριση μιας χρόνιας πάθησης δεν ακυρώνει την κορυφαία απόδοση. Τη συνοδεύει.

Και αυτό είναι κάτι που αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις όχι μόνο τον αθλητισμό, αλλά και την ίδια τη λέξη «δυνατό». Γιατί τελικά, οι τίτλοι του Ζβέρεφ είναι αυτό που βλέπει το κοινό. Η πραγματική όμως πρόκληση, και ίσως η πραγματική του συμβολή, είναι ότι διαταράσσει μια βολική αφήγηση: ότι ξέρουμε εκ των προτέρων ποιος μπορεί και ποιος όχι.

Και αν κάτι μένει από αυτή την ιστορία, δεν είναι μόνο ένας ακόμη πρωταθλητής που κέρδισε έναν τίτλο. Είναι η υπενθύμιση ότι κάθε φορά που κάποιος λέει «δεν μπορείς», αυτό συνήθως σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μπορούσες. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν έχεις διαβήτη ή κάποιο άλλο χρόνιο νόσημα. Είναι η άποψη του περίγυρου για σένα. Ότι δεν μπορείς. Εσύ όμως μόνον ξέρεις!

Ο Ζβέρεφ είχε την κακή συνήθεια να μην αποδέχεται θέσφατα και δεδομένα. Κυρίως δε να τα ανατρέπει. Και το πιο ενοχλητικό για όσους προτιμούν τις βεβαιότητες είναι ότι δεν το κράτησε μόνο για τον εαυτό του: το μετέτρεψε σε μήνυμα, σε πράξη και σε στήριξη για άλλους ανθρώπους που ακούνε ακόμη το ίδιο «δεν μπορείς».

*Κεντρική φωτογραφία: Getty Images/ Ideal Image


Οι συμβουλές που δίνουμε στους άλλους (αλλά δεν ακολουθούμε ποτέ εμείς)

Είμαστε εξαιρετικές στο να λύνουμε τα προβλήματα των άλλων. Γιατί τότε δεν ακολουθούμε κι εμείς τις (δικές μας) συμβουλές;


READ MORE

Cookies