ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Χάρις Αλεξίου: Μια χώρα σε φωνή 1

Από την αποθέωση της σκηνής μέχρι τη συνειδητή στροφή στη σιωπή και στον επαναπροσδιορισμό της καλλιτεχνικής της ύπαρξης, η πορεία της καθρεφτίζει μια Ελλάδα που δεν σταματά να αλλάζει: μόνο να ψάχνει νέους τρόπους να εξελίσσεται.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ CALLIOPE ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΛΛΙΟΥ ΜΑΚΙΓΙΑΖ/ ΧΤΕΝΙΣΜΑ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΓΕΝΤΗ

Υπάρχουν πρόσωπα που δεν ανήκουν απλώς στην ιστορία της μουσικής, αλλά στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θυμάται τον εαυτό της. Η Χάρις Αλεξίου είναι ένα τέτοιο πρόσωπο όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή η διαδρομή της συνέπεσε με τη διαδρομή ενός τόπου που άλλαζε συνεχώς μορφή, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει την ανάγκη του να τραγουδηθεί.

Αν η Ελλάδα είναι μια χώρα που διαρκώς μετακινείται ανάμεσα στη συλλογική εμπειρία και την ατομική αγωνία, τότε η Αλεξίου λειτουργεί σαν ένα είδος ενδιάμεσου χώρου: εκεί όπου το προσωπικό γίνεται κοινό, διατηρώντας πάντα την ιδιομορφία του. Δεν είναι σύμβολο με την κλασική έννοια, ούτε μύθος. Είναι κάτι πιο λεπτό: μια φωνή που επιτρέπει στη μνήμη να αποκτήσει ρυθμό.

Η ίδια ξεκινά από έναν κόσμο που σήμερα μοιάζει σχεδόν απομακρυσμένος, όχι μόνο χρονικά, αλλά και υπαρξιακά. «Γεννήθηκα στη Θήβα, η οικογένειά μου ήταν αγροτική», λέει περιγράφοντας μια παιδική ηλικία μέσα σε κύκλους εποχών, εργασίας και γιορτής. Εκεί η ζωή δεν είναι ακόμη διαχωρισμένη από το τραγούδι. Το τραγούδι δεν είναι τέχνη, είναι προέκταση της καθημερινότητας. Ο θερισμός, η συγκομιδή και το πάτημα των σταφυλιών δεν είναι απλώς αγροτικές διαδικασίες, αλλά στιγμές που η κοινότητα αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα από ήχους και φωνές. «Όλοι τραγουδούσαν στις γιορτές τους», θα πει σε μια συνέντευξή της. Και σε αυτήν τη φράση δεν υπάρχει νοσταλγία. Υπάρχει περιγραφή ενός κόσμου όπου η έκφραση δεν είχε γίνει ακόμη επάγγελμα.

Αυτή η Ελλάδα, η αγροτική, η συλλογική, είναι μια Ελλάδα χωρίς σκηνή. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο έντονη στη μνήμη. Δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που τραγουδά και σε αυτόν που ακούει. Υπάρχει μόνο συμμετοχή. Το τραγούδι δεν απευθύνεται, συμβαίνει.

Χάρις Αλεξίου: Μια χώρα σε φωνή 2
*Κεντρική φωτογραφία: Καφτάνι και καρφίτσα QUEEN CALLIOPE.

Η μετάβαση στην Αθήνα, όπως την αφηγείται η ίδια, είναι η πρώτη ρωγμή σε αυτή την ενότητα. «Χάσαμε τη ζωή μας, τη ρουτίνα μας, τους ανθρώπους», αναφέρει. Δεν πρόκειται απλώς για γεωγραφική μετακίνηση, αλλά για αλλαγή τρόπου ύπαρξης.

Η φωνή της δεν σχεδιάζεται, εμφανίζεται. Κι αυτό είναι κρίσιμο για να καταλάβει κανείς γιατί η παρουσία της δεν έγινε ποτέ καθαρά βιομηχανική. Δεν υπήρξε προϊόν, αλλά συνέπεια μιας συλλογικής συνθήκης όπου η μουσική ήταν ήδη παντού.

Η πόλη δεν είναι συνέχεια του χωριού. Είναι ένας άλλος κόσμος, όπου η επιβίωση αποκτά διαφορετικούς κανόνες και η εγγύτητα των ανθρώπων αντικαθίσταται από μια νέα, πιο σκληρή απόσταση.

Αυτή η ρήξη είναι βαθιά ελληνική εμπειρία. Η χώρα που πέρασε από την ύπαιθρο στη μητρόπολη μέσα σε λίγες δεκαετίες κουβαλά ακόμη τη μνήμη αυτής της μετάβασης. Και η Αλεξίου τη φέρει μέσα της όχι ως αφήγηση, αλλά ως εσωτερική δομή.

Όταν λέει ότι «δεν είχα ποτέ βάλει στο μυαλό μου πως θα ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι», δεν περιγράφει απλώς μια προσωπική διαδρομή. Περιγράφει έναν κόσμο όπου η τέχνη δεν προηγείται της ζωής, αλλά αναδύεται από αυτήν.

Η φωνή της δεν σχεδιάζεται, εμφανίζεται. Κι αυτό είναι κρίσιμο για να καταλάβει κανείς γιατί η παρουσία της δεν έγινε ποτέ καθαρά βιομηχανική. Δεν υπήρξε προϊόν, αλλά συνέπεια μιας συλλογικής συνθήκης όπου η μουσική ήταν ήδη παντού.

Χάρις Αλεξίου: Μια χώρα σε φωνή 3
*Κεντρική φωτογραφία: Καφτάνι QUEEN CALLIOPE.

Σε αυτήν τη διαδρομή, η Αθήνα της δισκογραφίας, των στούντιο και των μεγάλων δημιουργών δεν λειτουργεί ως αντίθεση προς την παιδική της εμπειρία, αλλά ως επέκτασή της. Όταν μιλά για τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μάνο Λοΐζο, δεν μιλά για συνεργασίες με τη στενή έννοια. Μιλά για ένα οικοσύστημα όπου η δημιουργία ήταν κοινός τόπος. «Καθόμασταν σαν κρυφό σχολειό και ακούγαμε τα τραγούδια του Μίκη», θυμάται. Η φράση αυτή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: ότι η ελληνική μουσική κουλτούρα εκείνης της εποχής λειτουργούσε ως άτυπη παιδεία. Μια εκπαίδευση στο συναίσθημα, στη γλώσσα, στη συλλογική ευαισθησία.

Όμως, όσο περνά ο χρόνος, κάτι μετατοπίζεται. Η φωνή δεν είναι πια απλώς εργαλείο έκφρασης. Γίνεται φορέας εμπειρίας. «Όσο πιο πολύ έχεις ζήσει τόσο πιο πολλά έχει να πει η φωνή σου», σημειώνει. Η πρόταση αυτή δεν αφορά μόνο τη μουσική. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος εγγράφεται στο σώμα. Η φωνή γίνεται αρχείο ζωής, όχι μόνο ήχου.

Κι εδώ αρχίζει να εμφανίζεται ο παραλληλισμός με την ίδια τη χώρα πιο καθαρά. Η Ελλάδα δεν είναι στατική. Δεν είναι ένα αφήγημα που εξελίσσεται γραμμικά. Είναι μια συσσώρευση εμπειριών που συχνά δεν συμφιλιώνονται μεταξύ τους. Η αγροτική Ελλάδα συνυπάρχει με τη μητροπολιτική. Η συλλογική εμπειρία με την ατομική απομόνωση. Η πίστη στη συνέχεια με τη διαρκή αίσθηση ρήξης. Όπως και η φωνή της Αλεξίου, έτσι και η χώρα φαίνεται να κουβαλά μέσα της περισσότερες εκδοχές του εαυτού της απ’ όσες μπορεί να ενοποιήσει.

Η ίδια, μιλώντας για τη διαδρομή της, δεν χρησιμοποιεί ποτέ τη γλώσσα της βεβαιότητας. «Δεν αισθάνομαι ότι άλλαξε η πορεία μου», λέει. Σαν να μην υπήρξε ποτέ μια καθαρή γραμμή, αλλά μια διαρκής μετατόπιση μέσα στο ίδιο πεδίο. Αυτό έχει σημασία γιατί απομακρύνει την ιδέα της καλλιτεχνικής εξέλιξης από τη λογική της προόδου. Δεν υπάρχει προς τα εμπρός. Μόνο βάθεμα.

Και μπορεί γι’ αυτό, όταν φτάνει στο σημείο να μιλήσει για το τέλος των ζωντανών εμφανίσεων, η στάση της δεν είναι δραματική, αλλά σχεδόν φυσική. «Ένιωσα μια ανακούφιση», ομολογεί. Δεν υπάρχει εδώ η αφήγηση της αποχώρησης ως απώλειας. Υπάρχει η αποδοχή ενός κύκλου που ολοκληρώνεται. Κάτι ανάλογο με τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί τα όρια των δικών της αφηγήσεων.

Αλλά αυτό το τέλος δεν είναι σιωπή. Είναι μετατόπιση.

Η Χάρις Αλεξίου δεν εγκαταλείπει την έκφραση: αλλάζει το μέσο της. Περνά στο θέατρο, στη σκηνή με άλλους όρους, πιο εκτεθειμένους, λιγότερο προστατευμένους από τη μουσική. Δοκιμάζεται στο σινεμά, σε μια τέχνη που δεν της χαρίζει τίποτα από την ασφάλεια της φωνής της. Σαν να αφαιρεί συνειδητά το πιο ισχυρό της όπλο για να δει τι μένει από κάτω.

Αυτή η μετάβαση δεν είναι απλώς καλλιτεχνική. Είναι υπαρξιακή. Όταν λέει ότι «τώρα μαθαίνω θέατρο, τώρα κάνω σχολή», δεν μιλά σαν μια καταξιωμένη καλλιτέχνιδα που επεκτείνεται.

Χάρις Αλεξίου: Μια χώρα σε φωνή 4
*Κεντρική φωτογραφία: Καφτάνι και καρφίτσα QUEEN CALLIOPE.

Μιλά σαν κάποιος που επιστρέφει στη μαθητεία. Σαν να αποδέχεται ότι η ταυτότητα δεν είναι ποτέ οριστική, ότι, ακόμα και μετά από μια ολόκληρη ζωή δημιουργίας, υπάρχει χώρος για αρχή.

H πορεία της παύει να είναι αφήγηση καριέρας και γίνεται κάτι πιο κοντά σε αυτό που είναι τελικά και η πορεία μιας χώρας: μια διαδοχή μεταμορφώσεων που δεν ακυρώνουν η μία την άλλη. Αντίθετα, συνυπάρχουν δημιουργώντας ένα σύνολο που δεν εξηγείται εύκολα, μόνο βιώνεται.

Κι εδώ ο παραλληλισμός με την Ελλάδα γίνεται ξανά εμφανής – ίσως πιο καθαρός από ποτέ. Γιατί και η Ελλάδα, μετά από περιόδους έντονης αυτοβεβαιότητας –πολιτισμικής, κοινωνικής, ακόμα και οικονομικής–, βρέθηκε να επανεφευρίσκει τον εαυτό της μέσα από την αμφιβολία. Να επιστρέφει αναγκαστικά σε μια μορφή μαθητείας: να ξαναβλέπει τους θεσμούς της, τις αφηγήσεις της, τις βεβαιότητές της.

Η στροφή της Αλεξίου στο θέατρο και το σινεμά μοιάζει με αυτή την κίνηση μιας χώρας που εγκαταλείπει το γνώριμό της ρόλο και δοκιμάζει κάτι πιο εύθραυστο, πιο αβέβαιο, αλλά ίσως και πιο αληθινό. Δεν είναι τυχαίο που η ίδια χαρακτηρίζει αυτήν τη νέα φάση ως «άλλο γλέντι». Η λέξη επανέρχεται, με άλλη σημασία όμως. Δεν είναι πια το γλέντι της κοινότητας στη Θήβα ούτε της επιτυχίας στη σκηνή. Είναι το γλέντι της ανακάλυψης: εκεί όπου η χαρά δεν προκύπτει από την αναγνώριση, αλλά από την ίδια τη διαδικασία. Σαν να κλείνει ένας κύκλος και να ανοίγει ένας νέος, όχι σε ευθεία γραμμή, αλλά σε σπείρα.

Και κάπως έτσι, η πορεία της παύει να είναι αφήγηση καριέρας και γίνεται κάτι πιο κοντά σε αυτό που είναι τελικά και η πορεία μιας χώρας: μια διαδοχή μεταμορφώσεων που δεν ακυρώνουν η μία την άλλη. Αντίθετα, συνυπάρχουν δημιουργώντας ένα σύνολο που δεν εξηγείται εύκολα, μόνο βιώνεται.

Το πιο ριζικό ίσως στοιχείο σε όλη αυτή την πορεία της Χαρούλας μας είναι η απλότητα στην οποία καταλήγει. «Δεν θέλω τίποτα άλλο από το να υπάρχω απλώς», έχει δηλώσει. Η φράση αυτή, αν απομονωθεί, μοιάζει σχεδόν κανονική. Αν ιδωθεί όμως μέσα στο σύνολο μιας ζωής που πέρασε από την αγροτική κοινότητα στη μεγάλη δισκογραφία, τη διεθνή αναγνώριση και τη θεατρική σκηνή, αποκτά φιλοσοφική βαρύτητα. Γιατί αυτό που περικλείει δεν είναι παραίτηση, είναι απογύμνωση από την ανάγκη να εξηγηθεί η ύπαρξη. Μια επιστροφή σε κάτι αρχικό – όχι ως νοσταλγία, αλλά ως καθαρότητα.

Κι εκεί η σύμπτωση με την Ελλάδα γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Μια χώρα η οποία πέρασε από τόσες μορφές της ίδιας της της ταυτότητας που συχνά μοιάζει να μην επιδιώκει πλέον να οριστεί, αλλά να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στις αντιφάσεις της. Ως διάρκεια όμως, όχι ως ενότητα.

Η Χάρις Αλεξίου δεν είναι απλώς η φωνή αυτής της χώρας. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η χώρα αναγνωρίζει τον εαυτό της όταν αλλάζει. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο σταθερό στοιχείο και στις δύο: ότι δεν παύουν ποτέ να μεταμορφώνονται – χωρίς ποτέ να χάνουν την αλήθεια τους μέσα στη μεταμόρφωση.

*Κεντρική φωτογραφία: Καφτάνι και καρφίτσα QUEEN CALLIOPE.


Είναι τελικά η αλλαγή καριέρας μια τρομακτική απόφαση ή η νέα κανονικότητα;

Είναι τελικά η αλλαγή καριέρας μια τρομακτική απόφαση ή κάτι που πλέον θα χρειαστεί να περάσουμε σχεδόν όλοι κάποια στιγμή στη ζωή μας;


READ MORE

Exit mobile version