Κάποτε, οι γνώμες των κριτικών διέθεταν πραγματική ισχύ διαμόρφωσης του πολιτιστικού τοπίου. Επρόκειτο για μορφές σοβαρές, συχνά αδυσώπητες και ουδόλως απολογητικές ως προς τον ελιτισμό τους, ενσαρκωμένες σε γραφιάδες της λεγόμενης gonzo δημοσιογραφίας, όπως ο Lester Bangs, η Susan Sontag, ο Roger Ebert, ο T.S. Eliot κι η πολιτικώς ανυπότακτη Ellen Willis. Ο κριτικός λόγος μπορούσε, εν ριπή οφθαλμού, να καταδικάσει ένα εστιατόριο σε αφανισμό ή να ανακόψει την πορεία ενός μουσικού.
Εν πολλοίς, οι κριτικοί γκρέμιζαν και έχτιζαν καριέρες μέσα σε χίλιες λέξεις. Οι στήλες τους λειτουργούσαν ως αυθεντία, προσφέροντας την κανονιστική εκείνη κρίση που όριζε τι άξιζε να αγαπηθεί και τι όφειλε να απορριφθεί. Πριν τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας άποψης μέσω των social media, πριν τους influencers, τα reviews στο Letterbox και τα haul στο Youtube, μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, έψαχνε σε ιλουστρασιόν σελίδες να δει πού θα βγει, τι θα δει, τι θα φορέσει, τι θα φάει και πώς θα κάνει σεξ.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος του «παντοδύναμου κριτικού» μοιάζει να έχει υποβαθμιστεί από παντεπόπτης ρυθμιστής σε σχεδόν παρωχημένη φιγούρα. Εν μέσω του μιντιακού αναλφαβητισμού, της διαδικτυακής παρενόχλησης και του doxxing (να σας θυμίσω το fandom μιας συγκεκριμένης ποπ σταρ, εξ Αμερικής ορμώμενης, που στέλνει απειλές θανάτου σε κριτικούς που επιτελούν το έργο τους), ένα μέρος του κοινού έχει αρχίσει να απορρίπτει τα όρια και τις συμβάσεις της παραδοσιακής κριτικής.
Παράλληλα, η άνοδος των social media, ιδίως πλατφορμών όπως το Letterboxd και το Substack, επέτρεψε σε οποιονδήποτε να εκφέρει και να διαχέει την άποψή του, άνευ προσφυγής σε καθιερωμένες εκδοτικές διαδικασίες ή φίλτρα επιμέλειας. Το ερώτημα, όμως, παραμένει αναπόδραστο: ποιο είναι το μέλλον του πολιτισμού όταν καθείς μπορεί να τον ορίσει;
