Κατεβαίνω τη γνωστή διαδρομή από Κηφισό για γραφείο, κλασική η κίνηση, φρένο, γκάζι, ραδιόφωνο, σύντομα τηλεφωνήματα, σκέψεις, σιγοψιθυρίζοντας στίχους με φευγαλέα δάκρυα – άλλες φορές, τις νύχτες που γυρίζω, γίνονται αναφιλητά που κυλούν χωρίς τύψεις.
Αυτά τα γνωστά, όταν οδηγείς μόνη σου και δεν σε βλέπει κανείς. Ένα τραγούδι, μια θύμηση, ένα τεράστιο WTF της ζωής μου, οι διαδρομές με το αυτοκίνητό μου.
Σήμερα οι μονίμως ευδιάθετες πρωινές ραδιοφωνικές φωνές μού έκαναν την υπενθύμιση: 12 Ιανουαρίου, Δευτέρα… 34 χρόνια πριν σαν σήμερα, 9 μ.μ., πέταξε στο φως ο πατέρας μου. Μια ολιγομελής οικογένεια τεσσάρων ατόμων, ακουμπισμένοι όλοι μας ταπεινά στα πόδια μιας παλιάς ’50s πολυθρόνας σαν τους μάγους της φάτνης, κρατώντας του τα χέρια, μέτρησα τρεις ανάσες του, κι αυτό ήταν.
Το σπαρακτικό «αγάπη μου» της μάνας μου, επαναλαμβανόμενο πολλές φορές, θα με συντροφεύει για όλη μου τη ζωή. Σταμάτησε ο χρόνος, η μάνα μου δεν ήταν απλώς μια μάνα, αλλά και μια γυναίκα που έχασε τον έρωτα της ζωής της. Ξεροκατάπια κοιτάζοντας και ακούγοντας για πρώτη φορά αλλιώς αυτή την κραυγή.
Ο πόνος για την απώλεια του πατέρα βρήκε το κουτί του, κρύφτηκε εκεί για πολλά πολλά χρόνια, μπαινόβγαινε όταν δεν γινόταν αλλιώς και ξεχείλιζε ανάλογα με τις αναμνήσεις και τις συγκυρίες. Ανακατεύτηκε το κουτί του πόνου εκείνου με τον πόνο του χαμού της μάνας μου, αλλά αυτός κατέλαβε μεγαλύτερο χώρο, πάνω πάνω στην ψυχή μου και όχι στα έγκατα του είναι μου.
Δεν χρειάζεται να είσαι διάνοια ή να ξοδέψεις μια περιουσία σε ψυχιάτρους για να καταλάβεις ότι έψαχνα έναν πατέρα-σύμβολο ασφάλειας στη ζωή μου
Επιβεβαιωμένο ότι πάντα κυνηγούσα την αντρική ασφάλεια που δεν μου παρείχε ποτέ ο πατέρας μου στη ζωή μου. Όλη μου η λιλιπούτεια, ελεύθερη, ξένοιαστη (ας γελάσω) νιότη περιελάμβανε σχέσεις μόνο με μεγαλύτερους ή πολύ μεγαλύτερους άντρες. Πάντα ο πατέρας μου άφαντος σε αυτούς, ξανά μια απογοήτευση εγκατάλειψης, μετριότητας, ανεπάρκειας.
Μέχρι που βρήκα ΚΑΙ τον ιδανικό πατέρα στο πρόσωπο του συζύγου μου, δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερού μου. Άντρας, αρσενικό καθαρόαιμο, πατέρας, εραστής, φιλαράκι, κολλητός, καθηγητής, μέντορας, προστάτης της ζωής μου όλης. Εγώ όποτε ήθελα αδύναμη κι εκείνος πάντα δυνατός βράχος για μένα. Εκείνος εκεί για τα πάντα όλα. Εκείνος ένας για όλους και για όλα.
Δεν χρειάζεται να είσαι διάνοια ή να ξοδέψεις μια περιουσία σε ψυχιάτρους για να καταλάβεις ότι έψαχνα έναν πατέρα-σύμβολο ασφάλειας στη ζωή μου που είχε φουλ παιδικά ψυχικά τραύματα, έναν άντρα-σύντροφο, που όμως να μη με απογοήτευε σε τίποτα σχεδόν.
Και το πέτυχα η τυχερή άτυχη που τα έζησα πάλι όλα, που έζησα τα ίδια – ή σχεδόν τα ίδια. Λαμπρός επιχειρηματίας ο πατέρας μου που έχασε μια τεράστια περιουσία σαν τον άντρα μου. Μια μάνα στήριγμα έρωτα στα άσχημα, δίπλα του στα δύσκολα. Μια κόρη, εγώ, με τη δυναμική μορφή της μάνας μου, με το ίδιο σαρκαστικό χιούμορ.
Η ζωή μου, όταν θυμάμαι τον πατέρα μου, μια βόλτα στο τρένο του λούνα παρκ: σφιχτός κόμπος με πεταλούδες στις αναβάσεις, τρόμος στις καταβάσεις, τρελός παροξυσμός στις στροφές, ζάλη –άλλοτε γλυκιά, άλλοτε απελπιστικά άρρωστη– στο τέλος της διαδρομής. Με πρόδωσαν και με τραυμάτισαν θανάσιμα νωρίς –για τους δικούς τους, άλλους λόγους– και οι δύο «πατεράδες» της ζωής μου.
Σήμερα ένα «αχ, βρε πατέρα!» βγήκε από τα χείλη μου κάπου εκεί κοντά στη γέφυρα του Αιγάλεω ακούγοντας ένα λυπητερό τραγούδι της Αλεξίου. Αυτό το «αχ» ήταν για όλες τις φορές που μετουσίωσα τη λέξη «πατέρας» στο μυαλό μου, για όλες τις φορές που ο πατέρας μου ήταν ανεπαρκής, για όλες τις φορές που ο άντρας μου βρήκε τη μορφή του πατέρα που επιθυμούσα διακαώς μέσα μου.
Ένα «αχ» που θα γίνει επιτύμβια στήλη. Μπλεγμένο έτσι; Φυσικά! Πώς αλλιώς θα ήταν; Η ζωή μου είναι καλά κρυμμένα και άλλα, ανοιχτά τραύματα που κακοφορμίζουν, που αυτομολύνονται.
Τραύματα από δύο άντρες που με στιγμάτισαν – ο ένας, ο γεννήτοράς μου, ένας ευθυτενής και ευγενικός κύριος του καιρού του, και ο άλλος, ο ένας και μοναδικός μου άντρας, ο προστάτης που τελικά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει αυτό που μου υποσχέθηκε. Τον βλέπω στα όνειρά μου κάθε βράδυ και δεν μπορεί να με κοιτάξει στα μάτια, μόνο με αγαπά σε κάθε όνειρό μου, από μακριά και από κοντά. Χαμένη και από τους δύο, κερδισμένη και από τους δύο.
Άλλαξα σταθμό, έβαλα τσιριχτό ροκ, η κίνηση ξεκόλλησε, τρέχω πάλι, δεν έβαψα τα μάτια μου, σήμερα επιτρέπεται ένα δάκρυ λόγω της ημέρας, σκέφτηκα – λες και θέλω άλλοθι, αφού κλαίω, γελάω, φιλοσοφώ, σκέφτομαι και λυπάμαι με την ίδια συχνότητα. «Μα τι θα απογίνω;», αναρωτιέμαι. Άλλη μία στη λίστα όπου ο πατέρας, ο άντρας της ζωής της, ήταν τελικά αυτή η ίδια. Είμαστε πολλές, το ξέρω…
