Η Δικαιοσύνη στην ώρα της Αναθεώρησης: Οι αιχμές, οι διαφωνίες και τα ανοιχτά μέτωπα

Άρθρο 86, «αμελλητί», τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και μέλλον των δικαστών μετά την αφυπηρέτηση: Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Μάκης Βορίδης, Δημήτρης Μάντζος, Μιχάλης Πικραμένος, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος και Γιώργος Καραβοκύρης για όλα τα δύσκολα της Αναθεώρησης.

Η Δικαιοσύνη στην ώρα της Αναθεώρησης: Οι αιχμές, οι διαφωνίες και τα ανοιχτά μέτωπα

Στον απόηχο της ολοκλήρωσης των εργασιών της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και ενώ η διαδικασία περνά πλέον στην επόμενη κοινοβουλευτική της φάση, η Δικαιοσύνη βρέθηκε σε πρώτο πλάνο σε εκδήλωση του Ινστιτούτου για τη Δικαιοσύνη και την Ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου, την Τετάρτη 15 Ιουλίου.

Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα που απασχολούν τον δημόσιο διάλογο: την ποινική ευθύνη των υπουργών, την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, το όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών, την αξιοποίησή τους μετά την αφυπηρέτηση, αλλά και το βαθύτερο ερώτημα αν το πρόβλημα βρίσκεται στο ίδιο το Σύνταγμα ή στον τρόπο εφαρμογής του.

Υπό τον συντονισμό της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και τέως Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Μάκης Βορίδης, Βουλευτής της ΝΔ, Πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, και ο Δημήτρης Μάντζος, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ, συζήτησαν με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχάλη Πικραμένο, τον νέο Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και τον Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Καραβοκύρη.

Οι τοποθετήσεις ανέδειξαν τις βασικές γραμμές της θεσμικής αντιπαράθεσης. Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου υπενθύμισε ότι ζητούμενο είναι «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, όχι αυτόνομη», εκφράζοντας επιφυλάξεις ως προς την αποκλειστική επιλογή της δικαστικής ηγεσίας από τους ίδιους τους δικαστές. Ο Μάκης Βορίδης έθεσε το ερώτημα αν «στο Σύνταγμα βρίσκεται το μείζον ζήτημα των δυσλειτουργιών του ελληνικού κράτους», ενώ άνοιξε τη συζήτηση για την κατάργηση του «αμελλητί» στο άρθρο 86 και την ανάγκη προηγούμενης δικαστικής κρίσης πριν από τη διαβίβαση υποθέσεων στη Βουλή. Ο Δημήτρης Μάντζος αντέτεινε ότι «το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα, αλλά η εφαρμογή του», φέρνοντας ως παράδειγμα τη μη εφαρμογή της απόφασης του ΣτΕ για την ενημέρωση των θυμάτων των υποκλοπών από την ΕΥΠ.

Από την πλευρά της Δικαιοσύνης, ο Μιχάλης Πικραμένος προειδοποίησε ότι «η δύναμη της Δημοκρατίας, η ψήφος, αποτελεί ταυτόχρονα και την αδυναμία της», όταν πολιτικές μεγάλης πνοής ανατρέπονται για πρόσκαιρα εκλογικά ακροατήρια. Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος απάντησε στην καχυποψία απέναντι στους ανώτατους δικαστές, τονίζοντας ότι «η ενοχοποίηση των ανώτατων δικαστών δεν μας οδηγεί πουθενά». Ο Γιώργος Καραβοκύρης, τέλος, περιέγραψε τη συζήτηση για τη Δικαιοσύνη ως υπερβολικά ηθικολογική, πίσω από την οποία κρύβεται «μία ολισθηρή απαξίωση τόσο των πολιτικών όσο και των δικαστών», ενώ για το άρθρο 86 σημείωσε ότι «δεν ταιριάζει στη Βουλή ο ρόλος του ποινικού δικαστή».

Κατερίνα Σακελλαροπούλου: «Έχω πολλές επιφυλάξεις ως προς την άποψη ότι μόνο τα οικεία δικαστήρια, δηλαδή οι ίδιοι οι δικαστές, πρέπει να επιλέγουν την ηγεσία τους»

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και τέως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπογράμμισε ότι το ισχύον Σύνταγμα έχει την ίδια ηλικία με τη μεταπολιτευτική Δημοκρατία και, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 51 ετών, έχει επιδείξει «αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα» μέσα σε περιόδους μεγάλων διακυμάνσεων και κρίσεων. Όπως επισήμανε, αυτό δεν αφορά μόνο τη μεγάλη οικονομική κρίση και την πανδημία, αλλά και τα επιμέρους προβλήματα που αντιμετώπισε η χώρα σε όλη αυτή τη διαδρομή.

Σακελλαροπούλου

Η ίδια τόνισε ότι είναι σημαντικό να εκτιμάται αυτή η ανθεκτικότητα και να αποφεύγεται η χρήση ακραίων και επικίνδυνων εκφράσεων σχετικά με την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. «Μέχρι και περί χούντας γίνεται λόγος ορισμένες φορές», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας τέτοιες εκφράσεις ενδεικτικές άγνοιας και προειδοποιώντας ότι μπορεί να αποβούν παραπλανητικές και επικίνδυνες. «Είναι καλό να εκτιμάμε όσα έχουμε και να προσπαθούμε να τα βελτιώνουμε», σημείωσε.

Αναφερόμενη στην προσαρμοστικότητα του Συντάγματος, υποστήριξε ότι αυτή οφείλεται στους θεσμούς και στις διαδικασίες που περιλαμβάνει και οι οποίοι του επιτρέπουν, όπως έχει γράψει ο Αντώνης Μανιτάκης, «να μεταλλάσσεται από αυστηρό σε ήπιο ως προς τα νοήματα που περιέχει και ως προς την κανονιστικότητά του». Πρόσθεσε ότι η εξέλιξη αυτή επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αξιοποίηση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, καθώς και στην ευελιξία που προσέφεραν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 28.

Το Σύνταγμα άντεξε, αλλά η εφαρμογή του παραμένει το μεγάλο ζητούμενο

Η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισήμανε, ωστόσο, ότι «το Σύνταγμα είναι και η εφαρμογή του» και αναφέρθηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα στο άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος. Όπως είπε, όταν η συγκεκριμένη διάταξη εντάχθηκε στο Σύνταγμα του 1975, αποτελούσε μία από τις πιο προοδευτικές συνταγματικές ρυθμίσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Εξέφρασε, όμως, επιφυλάξεις ως προς την πρακτική εφαρμογή της. «Παρατηρώντας την κατάσταση του περιβάλλοντος στη χώρα μας, δεν ξέρω αν μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την επιτυχή εφαρμογή της διάταξης αυτής», ανέφερε.

Σε σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση, η Κατερίνα Σακελλαροπούλου υποστήριξε ότι κάθε αναθεωρητική διαδικασία προϋποθέτει συναίνεση, κάτι που, όπως παρατήρησε, «δεν μοιάζει να αποτελεί το δυνατό σημείο του ελληνικού πολιτικού συστήματος». Τόνισε ότι απαιτούνται συναινέσεις, νηφαλιότητα και «συνταγματικός πατριωτισμός», τον οποίο περιέγραψε ως μία ανυστερόβουλη πολιτική ματιά, αποστασιοποιημένη από τη μικροπολιτική.

Όπως εξήγησε, μέσα από αυτή την προσέγγιση το πολιτικό σύστημα και ο αναθεωρητικός νομοθέτης μπορούν να εξετάσουν τι χρειάζεται μακροπρόθεσμα η χώρα και ποια ζητήματα δεν μπορεί να ρυθμίσει μόνος του ο κοινός νομοθέτης.

Περνώντας στο κεντρικό θέμα της συζήτησης, αναφέρθηκε στη Δικαιοσύνη «ως θεματοφύλακα της Δημοκρατίας». Η Δικαιοσύνη, όπως τόνισε, αποτελεί τον πυρήνα μιας φιλελεύθερης Δημοκρατίας, ενώ το κράτος δικαίου εκφράζεται μέσα από αυτήν. Ο Έλληνας δικαστής, πρόσθεσε, καλείται να εφαρμόζει τόσο το Σύνταγμα όσο και τον κοινό νόμο, προκειμένου να απονέμει δικαιοσύνη.

Καθυστερήσεις και αξιοπιστία: Τα δύο μεγάλα προβλήματα της Δικαιοσύνης

Επισήμανε ότι ο Έλληνας δικαστής διαθέτει ένα ευρύ πλαίσιο ανεξαρτησίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Ως δύο κεντρικά ζητήματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη ανέδειξε τις καθυστερήσεις στην απονομή της και τον «κλονισμό της αξιοπιστίας» της.

Για τις καθυστερήσεις σημείωσε ότι δεν αποτελούν ένα πρόσφατο πρόβλημα, αλλά ένα ζήτημα που υφίσταται εδώ και πολλά χρόνια. Ως προς την αξιοπιστία, υποστήριξε ότι οι δικαστές έχουν ευθύνη να αξιοποιούν σωστά την ανεξαρτησία που τους παρέχει το Σύνταγμα και «να κάνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δουλειά που τους έχει ανατεθεί».

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το βάρος της ευθύνης δεν μπορεί να πέφτει αποκλειστικά στους δικαστές. «Όταν υπάρχουν προβλήματα στη Δικαιοσύνη, δεν μπορεί οι δικαστές να είναι άμοιροι ευθυνών», ανέφερε, προσθέτοντας όμως ότι ευθύνη φέρουν επίσης το πολιτικό σύστημα και τα μέσα ενημέρωσης.

Η κριτική στη Δικαιοσύνη και τα «επικίνδυνα μονοπάτια» της απαξίωσης

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου υποστήριξε ότι η κριτική προς τη Δικαιοσύνη είναι απολύτως θεμιτή, αλλά διαχώρισε την κριτική συγκεκριμένων αποφάσεων από τη συνολική αμφισβήτηση και απαξίωση του θεσμού. «Εκεί μπαίνουμε σε επικίνδυνα μονοπάτια», προειδοποίησε, τονίζοντας ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον δημόσιο λόγο.

Εξέφρασε, μάλιστα, τη δυσφορία της για πρώην δικαστικούς λειτουργούς που εκφράζονται απαξιωτικά για τη Δικαιοσύνη, το δικαστήριο στο οποίο υπηρέτησαν ή άλλα ομόλογα δικαστήρια. «Μου προκαλεί στενόχωρη εντύπωση», είπε, προσθέτοντας ότι δεν διανοείται να υιοθετούν αντίστοιχες αντιλήψεις εν ενεργεία δικαστές.

Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, όχι αυτόνομη»

Αναφερόμενη στα «καυτά» θέματα της αναθεώρησης, στάθηκε αρχικά στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Υποστήριξε ότι «η διασταύρωση των λειτουργιών είναι αναγκαία σε μία Δημοκρατία» και περιέγραψε τη διαδικασία εξέλιξης ενός δικαστικού λειτουργού.

Όπως ανέφερε, ο Έλληνας δικαστής εισέρχεται στη Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και εξελίσσεται βάσει των αποφάσεων ενός Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές. Η εκτελεστική εξουσία παρεμβαίνει μόνο στην τελική βαθμίδα, όταν πρόκειται να επιλεγεί ένας δικαστής για τη θέση του αντιπροέδρου ή του προέδρου ενός από τα ανώτατα δικαστήρια. Η ίδια εκτίμησε ότι, εάν οι εκάστοτε κυβερνήσεις ήταν περισσότερο προσεκτικές στην επιλογή των προσώπων, δεν θα υπήρχε τόσο έντονο πρόβλημα. Υπογράμμισε ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 51 ετών, όλες οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν τη συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη και ότι θα έπρεπε να επιλέγονται δικαστές ικανοί και άξιοι, με παράλληλη προσοχή στην επετηρίδα, ώστε αυτή να μη διαταράσσεται υπερβολικά.

Εξέφρασε, πάντως, σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην πρόταση που έχουν διατυπώσει ορισμένες δικαστικές ενώσεις, σύμφωνα με την οποία η ηγεσία των δικαστηρίων θα πρέπει να επιλέγεται αποκλειστικά από τους ίδιους τους δικαστές των οικείων δικαστηρίων. Κατά την άποψή της, μία τέτοια λύση είναι λανθασμένη από συνταγματική άποψη, καθώς η πολιτική ευθύνη της επιλογής δεν ανήκει στους ίδιους τους δικαστές. «Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, όχι αυτόνομη», τόνισε χαρακτηριστικά.

Τέλος, αναφέρθηκε στη συζήτηση για την παράταση του ορίου ηλικίας των δικαστικών λειτουργών, επισημαίνοντας ότι οι ίδιοι οι δικαστές δεν φαίνεται να συμφωνούν με αυτή την προοπτική. Υποστήριξε ότι το ισχύον όριο του 67ου έτους προέρχεται από μία διαφορετική εποχή και ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά. «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι ικανοί στα σαράντα τους και άλλοι που, στα ογδόντα τους, είναι απολύτως ακμαίοι και ικανοί να ασκούν τα καθήκοντά τους», σημείωσε. Κατέληξε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο μπορεί να εξετάσει ο αναθεωρητικός νομοθέτης.

Μάκης Βορίδης: «Δεν θεωρώ ότι στο Σύνταγμα βρίσκεται το μείζον ζήτημα των δυσλειτουργιών του ελληνικού κράτους»

Ο Μάκης Βορίδης, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και πρώην υπουργός, ξεκίνησε την τοποθέτησή του θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο το Σύνταγμα αποτελεί σήμερα το βασικό πρόβλημα πίσω από τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κράτους.

«Είναι τώρα το Σύνταγμα ο μεγάλος μας καημός για τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κράτους;» διερωτήθηκε και απάντησε ευθέως ότι δεν θεωρεί πως εκεί εντοπίζεται το μείζον ζήτημα. Όπως υποστήριξε, το ελληνικό Σύνταγμα έχει, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργήσει καλά, είναι συγκροτημένο και αρκετά ισορροπημένο στα μεγάλα και βασικά του σημεία. «Δεν βρίσκεται εκεί το κύριο πρόβλημα», τόνισε. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπάρχουν επιμέρους ζητήματα που μπορούν να βελτιωθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, επισημαίνοντας ότι αυτά έχουν, κατά την άποψή του, αποτυπωθεί σε σημαντικό βαθμό στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Ως πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το άρθρο 16 και το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Διευκρίνισε ότι δεν υποστηρίζει πως η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί τη μοναδική ή κατ’ ανάγκην την ορθότερη οδό για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος. Επισήμανε, ωστόσο, ότι αποτελεί «παραφωνία σε σχέση με όλο τον κόσμο» το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια και ότι το Σύνταγμα απαγορεύει τη λειτουργία τους. «Εντάξει, ας το αλλάξουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο άρθρο 24 και στην προστασία του περιβάλλοντος, αποκαλύπτοντας ότι στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας υπάρχουν διαφορετικές οπτικές σχετικά με την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθεί η αναθεώρηση. Όπως επισήμανε, στο εσωτερικό του κόμματος διεξάγεται μία συζήτηση αρκετά επικριτική απέναντι σε ιδιαίτερα αυστηρές νομολογιακές προσεγγίσεις που έχουν διαμορφωθεί, ιδίως από το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά τον ίδιο, οι συγκεκριμένες προσεγγίσεις δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες στην πολεοδομική νομοθεσία, αλλά και σε άλλα πεδία.

«Αυτή η συζήτηση υπάρχει. Είναι μία εσωτερική συζήτηση, την οποία κάνουμε συχνά και η οποία μας απασχολεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι εξετάζεται προς ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να υπάρξει συνταγματική παρέμβαση. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν υπάρχει ακόμη οριστική κατάληξη, ούτε καν στο εσωτερικό του κόμματος. Καταθέτοντας την προσωπική του θέση, ο Μάκης Βορίδης δήλωσε ότι ανήκει στους επικριτές της νομολογίας του Ε΄ Τμήματος. «Θεωρώ ότι έχουμε γείρει αρκετά τη βάρκα προς τη μία πλευρά», υποστήριξε.

Ως ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα ανέδειξε τη ρήτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, την οποία χαρακτήρισε κατά κάποιον τρόπο «κληρονομιά της εμπειρίας της πτώχευσης». Όπως εξήγησε, πρόκειται ουσιαστικά για τη συνταγματική κατοχύρωση ενός βιώσιμου προϋπολογισμού.

Αναφέρθηκε επίσης στη συνταγματοποίηση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία αποτέλεσε ένα από τα «ενδιαφέροντα θέματα της σχετικής συζήτησης». Σύμφωνα με όσα ανέφερε, θα μπορούσε να προβλεφθεί στο Σύνταγμα όχι μόνο η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και η επιβράβευση της καλής απόδοσης μέσω μπόνους, καθώς και οι όροι υπό τους οποίους η αξιολόγηση θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση της εργασιακής σχέσης.

Από το «αμελλητί» στη δικαστική αξιολόγηση πριν από τη Βουλή

Περνώντας στα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη, στάθηκε αρχικά στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. «Σας λέω ειλικρινά ότι ακόμη δεν έχω καταλήξει σε μία απολύτως ικανοποιητική θέση», παραδέχθηκε.

Ο Μάκης Βορίδης αναφέρθηκε ειδικότερα στην υποχρέωση της «αμελλητί» διαβίβασης μιας δικογραφίας στη Βουλή, εξηγώντας ότι η έννοια του «αμελλητί» σημαίνει πως, όταν μία δικογραφία φτάσει στη Δικαιοσύνη και προκύψει εμπλοκή πολιτικού προσώπου, διαβιβάζεται στη Βουλή χωρίς καμία προηγούμενη δικαστική αξιολόγηση. Περιγράφοντας το θεωρητικό και ιδανικό μοντέλο λειτουργίας του άρθρου 86, υποστήριξε ότι οι βουλευτές θα έπρεπε να αξιολογούν τη δικογραφία χωρίς πολιτικά πάθη και χωρίς πολιτικά ή κομματικά κίνητρα. Θα έπρεπε, όπως είπε, να τη διαβάζουν «με την ψυχραιμία και την αμεροληψία ενός ιδανικού δικαστή» και να τοποθετούνται απέναντί της με καθαρά αντικειμενικά κριτήρια.

Διερωτήθηκε, ωστόσο, αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απάντησε κατηγορηματικά: «Καμία σχέση. Είναι η μέρα με τη νύχτα». Επισήμανε ότι, στην πράξη, ο στόχος μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας μπορεί να είναι πολιτικός και να αποβλέπει στο να πληγεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. «Ο στόχος μπορεί να είναι να βλάψω τον τάδε», ανέφερε χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια, όπως υποστήριξε, η υποχρέωση του «αμελλητί», η οποία υποτίθεται ότι αποκλείει τη Δικαιοσύνη από κάθε προηγούμενη αξιολόγηση, μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μία διαδικασία η οποία τραυματίζει ακόμη και τον ίδιο τον ελεγχόμενο υπουργό ή πολιτικό.

Αναφερόμενος στις εσωτερικές συζητήσεις που έχουν γίνει για την αναμόρφωση του άρθρου 86, δήλωσε ότι η κατεύθυνση στην οποία έχουν καταλήξει προσομοιάζει με τη διαδικασία άρσης της βουλευτικής ασυλίας. Όπως εξήγησε, στο σύστημα αυτό θα ζητείται άδεια από τη Βουλή προκειμένου να κινηθεί η ποινική δίωξη. Προηγουμένως, όμως, δικαστικοί λειτουργοί θα έχουν εξετάσει την υπόθεση, θα έχουν διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση και θα έχουν κρίνει αν πρέπει ή όχι να ζητηθεί η σχετική άδεια. Η υπόθεση θα μπορεί να αρχειοθετείται χωρίς να ζητηθεί άδεια από τη Βουλή ή, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις, να υποβάλλεται αίτημα για την κίνηση της ποινικής δίωξης.

Ο ίδιος επισήμανε ότι το αίτημα για την κίνηση ποινικής δίωξης σημαίνει, με βάση τους κανόνες του ποινικού συστήματος, ότι έχει ήδη αναγνωριστεί η ύπαρξη ορισμένων ενδείξεων. Συνοψίζοντας την κατεύθυνση που εξετάζεται, σημείωσε ότι, εφόσον αυτή παραμείνει η τελική θέση, θα καταργηθεί το «αμελλητί» και θα προηγείται μία δικαστική κρίση πριν από τη διαβίβαση της υπόθεσης στη Βουλή.

Δικαστική ηγεσία: Να εναρμονιστεί το Σύνταγμα με την πράξη

Σε σχέση με την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ο Μάκης Βορίδης συμφώνησε με όσα είχε αναφέρει προηγουμένως η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, επισημαίνοντας, ωστόσο, μία κρίσιμη παράμετρο.

Όπως ανέφερε, η Ελλάδα δέχεται διαρκώς παρατηρήσεις από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς που παρακολουθούν την κατάσταση του κράτους δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες η αποκλειστική επιλογή της ανώτατης δικαστικής ηγεσίας από την κυβέρνηση αποτελεί πρόβλημα. «Μας βάζουν έναν αστερίσκο και λένε ότι το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί καλά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Διευκρίνισε ότι οι παρατηρήσεις αυτές προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο της Ευρώπης, την GRECO και άλλους οργανισμούς που παρακολουθούν ζητήματα κράτους δικαίου. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, πραγματοποιήθηκε και πάλι εσωτερική συζήτηση για το θέμα.

Υπενθύμισε ότι τα προηγούμενα χρόνια εντάχθηκε στη διαδικασία η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής και, προσφάτως, προστέθηκε και η γνώμη της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Κατά τον ίδιο, οι διαδικασίες αυτές πρέπει να αποτυπωθούν με κάποιον τρόπο στο Σύνταγμα, καθώς σήμερα υπάρχει «πλήρης αναντιστοιχία» ανάμεσα σε όσα εφαρμόζονται στην πράξη κατά την επιλογή των ηγεσιών και σε όσα προβλέπει το συνταγματικό κείμενο. «Πρέπει να εναρμονίσουμε το Σύνταγμα με τη διαδικασία που ήδη εφαρμόζουμε», τόνισε.

Συνταγματικό Δικαστήριο και ασφάλεια δικαίου: Η προσωπική θέση Βορίδη

Ο Μάκης Βορίδης κατέθεσε επίσης την προσωπική του θέση υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. «Εγώ είμαι υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο», δήλωσε. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η άποψή του δεν επικράτησε στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας και, για τον λόγο αυτό, δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην πρόταση αναθεώρησης.

Ως βασικό πλεονέκτημα της πρότασής του ανέδειξε την ασφάλεια δικαίου. Όπως εξήγησε, όταν ένας νόμος προσβάλλεται οκτώ χρόνια μετά την ψήφισή του, με αφορμή την έκδοση μιας διοικητικής πράξης, και στη συνέχεια κρίνεται αντισυνταγματικός, δημιουργείται η ανάγκη να επανεξεταστούν όλα από την αρχή. «Το να λέμε ξαφνικά “όλα από την αρχή” δημιουργεί τεράστια δυσκολία και τεράστια ανασφάλεια δικαίου», επισήμανε. Τόνισε ότι το ζήτημα αυτό είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο στο πεδίο των επενδύσεων και αποτελεί ένα πρόβλημα το οποίο η κυβέρνηση συναντά συστηματικά.

Αναφερόμενος στο όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών, ο Μάκης Βορίδης δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν υπέρ της αναθεώρησής του. Επισήμανε, ωστόσο, ότι υπάρχει πολύ μεγάλη εσωτερική διαφωνία, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των δικαστών. Όπως ανέφερε, τελικά επικράτησε η άποψη να μην τεθεί προς αναθεώρηση η σχετική διάταξη και, συνεπώς, το ισχύον όριο ηλικίας παραμένει. Εξήγησε ότι το βασικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησής του αφορούσε τη ροή του δικαστικού σώματος: τον αριθμό των δικαστών που εισέρχονται, εκείνων που αποχωρούν και τις συνέπειες που θα είχε μία παράταση του ορίου ηλικίας στην υπηρεσιακή εξέλιξη των νεότερων.

Ο ίδιος, ωστόσο, δήλωσε ότι δεν πείστηκε από το επιχείρημα αυτό. Όπως υποστήριξε, αν γίνει δεκτό, σημαίνει ουσιαστικά ότι το όριο ηλικίας δεν θα αλλάξει ποτέ και ότι το 67ο έτος θα παραμείνει για πάντα το ανώτατο όριο. «Εκτός αν πούμε ότι προηγουμένως πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο σε σχέση με τη ροή. Δεν ξέρω ποιο ακριβώς θα είναι αυτό», ανέφερε. Αναγνώρισε ότι, αν παραμείνουν για ακόμη τρία χρόνια στην υπηρεσία όσοι πρόκειται σήμερα να αποχωρήσουν, ενδέχεται να δημιουργηθεί εμπόδιο στην εξέλιξη των νεότερων δικαστών. Διευκρίνισε ότι πρόκειται για σημαντικό επιχείρημα και ότι αναγνωρίζει την αξία του.

Υποστήριξε, όμως, ότι πρέπει κάποια στιγμή να γίνει στάθμιση ανάμεσα στα αντίθετα επιχειρήματα, καθώς και η άλλη πλευρά έχει αξία. Όπως σημείωσε, το να υποχρεώνονται να αποχωρήσουν άνθρωποι 67 ετών, οι οποίοι βρίσκονται σε απολύτως καλή κατάσταση, επειδή εξακολουθεί να εφαρμόζεται ένα μοντέλο που ανήκει σε άλλη εποχή και ανταποκρίνεται στα ηλικιακά δεδομένα μιας διαφορετικής περιόδου, αποτελεί επίσης ένα σοβαρό και ανθρώπινο ζήτημα.

Κλείνοντας, ο Μάκης Βορίδης επισήμανε ότι, πέρα από το ποια άρθρα θα κριθούν τελικά αναθεωρητέα, το πλέον κρίσιμο ζήτημα στην επόμενη φάση θα είναι οι ακριβείς διατυπώσεις των συνταγματικών ρυθμίσεων. «Οι διατυπώσεις θα είναι εξαιρετικά κρίσιμες», τόνισε, καταλήγοντας ότι η αναθεωρητική Βουλή θα έχει μπροστά της σημαντική και εκτεταμένη εργασία.

Δημήτρης Μάντζος: «Η απόφαση του ΣτΕ που διατάσσει την ΕΥΠ να ενημερώσει τα θύματα του σκανδάλου των υποκλοπών δεν εφαρμόζεται»

Ο Δημήτρης Μάντζος υποστήριξε ότι η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης θα αποτελούσε μία σημαντική ευκαιρία για να εξεταστούν και οι ίδιες οι διατάξεις που διέπουν την αναθεώρηση του Συντάγματος, και ειδικότερα το άρθρο 110. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι «πέρασε και αυτή η ιστορική ευκαιρία αναξιοποίητη».

Θέτοντας το βασικό πλαίσιο της τοποθέτησής του, τόνισε ότι «το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα, αλλά η εφαρμογή του». Παρέπεμψε, μάλιστα, σε πρόσφατη τοποθέτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος, όπως είπε, διατύπωσε με τον καθαρότερο τρόπο ότι «δεν είναι το πρόβλημα της χώρας το Σύνταγμα». Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ επισήμανε ότι πολλά από τα ζητήματα που περιλαμβάνονται στον δημόσιο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν απαιτούν κατ’ ανάγκην συνταγματικές αλλαγές. Όπως ανέφερε, πρόκειται συχνά για θέματα κοινής νομοθεσίας ή για ζητήματα που επιλύονται μέσα από υπέρτερες πηγές δικαίου, στο πλαίσιο του πολυεπίπεδου Συντάγματος που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες, όπως η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και οι διεθνείς συνθήκες.

Περνώντας ειδικότερα στη Δικαιοσύνη και στο κράτος δικαίου, ανέδειξε την ιδιαίτερη θέση που κατέχουν η ανεξαρτησία και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης ως θεμέλια του ελληνικού και του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Συμφώνησε ότι η ελληνική Δημοκρατία, 52 χρόνια μετά την αποκατάστασή της και 51 χρόνια μετά την υιοθέτηση του Συντάγματος, είναι ώριμη και ανθεκτική. Η ανθεκτικότητά της, όπως είπε, αποδείχθηκε ιδίως κατά τη μεγάλη δημοσιονομική, ηθική και πολιτική κρίση, μέσα από την οποία η χώρα κατάφερε τελικά να εξέλθει «με τους θεσμούς της όρθιους», χάρη και στην ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα του Συντάγματος.

Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι, παρά την ωριμότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές προκλήσεις για το κράτος δικαίου. Ως τέτοιες ανέφερε τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την ευνοιοκρατία, την αδιαφάνεια, την ασυδοσία και την αίσθηση αδικίας και ατιμωρησίας. Οι παθογένειες αυτές, όπως επισήμανε, «είναι ακόμη εδώ» και αποτελούν τις ίδιες αιτίες που οδήγησαν στην κρίση του 2008-2009. Το ζήτημα αυτό, πρόσθεσε, αφορά το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Ο Δημήτρης Μάντζος ενέταξε τη συζήτηση και στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, τονίζοντας ότι η Δημοκρατία βάλλεται σήμερα από τον αυταρχισμό «σε όλες τις όχθες του Ατλαντικού και παντού στον κόσμο». Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι είναι ακόμη πιο σημαντικό να μιλήσουν για τη Δημοκρατία και τους θεσμούς της εκείνοι που πραγματικά πιστεύουν σε αυτήν. «Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα έρθουν κάποιοι άλλοι, στο όνομά μας και εν τη απουσία μας, να υποδυθούν τους υπερασπιστές της Δημοκρατίας, ενώ είναι οι εχθροί της», προειδοποίησε, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις αυτές θα τη βλάψουν αντί να την προστατεύσουν.

Κατά συνέπεια, όπως σημείωσε, το καθήκον των δημοκρατικών δυνάμεων είναι ιδιαίτερα βαρύ: να προστατεύσουν το κράτος δικαίου, τη Δικαιοσύνη και, μέσω αυτών, τη Δημοκρατία, σε μία περίοδο γενικευμένης έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Ως βασικό κριτήριο για το αν μία Πολιτεία σέβεται πραγματικά τη Δικαιοσύνη της ανέδειξε τον σεβασμό και την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων. «Το βασικό δείγμα γραφής και η απόδειξη του ότι μία πολιτεία σέβεται τη Δικαιοσύνη της είναι, πρώτα και κύρια, ο σεβασμός στις αποφάσεις της και η εφαρμογή των αποφάσεών της», τόνισε. Αναφέρθηκε ειδικότερα στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών διατάχθηκε να ενημερώσει τα θύματα του σκανδάλου των υποκλοπών και να τους γνωστοποιήσει για ποιον λόγο παρακολουθήθηκαν, με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν εφαρμόζεται από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, πολιτικός προϊστάμενος της οποίας είναι ο Πρωθυπουργός. «Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς όταν μιλούμε για τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη», υπογράμμισε, χαρακτηρίζοντας τη Δικαιοσύνη «βάθρο του συνταγματισμού μας».

Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στα τέσσερα βασικά σημεία στα οποία, κατά την εκτίμησή του, εστίασε η αναθεωρητική συζήτηση για τη Δικαιοσύνη.

Το άρθρο 86 και η ποινική ευθύνη των υπουργών

Ως πρώτο ζήτημα ανέδειξε το άρθρο 86, επισημαίνοντας ότι απείλησε να μονοπωλήσει τη συζήτηση, χωρίς τελικά να το κατορθώσει, καθώς εξετάστηκαν και άλλα εξίσου σημαντικά θέματα. Ο Δημήτρης Μάντζος διερωτήθηκε αν το άρθρο 86 αποτελεί ένα δομικό και ενδημικό πρόβλημα, ένα ζήτημα αρχιτεκτονικής, διαχρονικής φιλοσοφίας και εφαρμογής, και απάντησε αρνητικά. Στο ερώτημα αν πρόκειται για μία αδυναμία που καταγράφηκε στο πέρασμα των ετών και έφτασε έως το σήμερα, απάντησε «ναι και όχι». Εξήγησε ότι η διάταξη αναθεωρήθηκε ήδη το 2019, αλλά το γεγονός ότι η κοινωνία εξακολουθεί να ζητεί νέα αναθεώρησή της δείχνει, κατά την άποψή του, ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε νέα κατάχρηση και καταστρατήγησή της.

Όπως υποστήριξε, μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προκειμένου να προστατεύσει επανειλημμένως τα μέλη της, «όρθωσε ένα τείχος προστασίας στο όνομα του άρθρου 86», είτε απέναντι σε ελληνικές δικογραφίες είτε απέναντι σε δικογραφίες ευρωπαϊκών οργάνων. Κατά συνέπεια, τόνισε ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ίδιο το άρθρο, όσο ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιήθηκε και καταστρατηγήθηκε από την πλειοψηφία. Με αυτή την πρακτική, όπως είπε, χάθηκε και το θετικό μήνυμα της διάταξης, το οποίο υπάρχει ήδη από το 1843 και συνίσταται στην προστασία των υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αναγνώρισε ότι είναι απολύτως θεμιτό να προστατεύονται οι υπουργοί από τη «δαμόκλειο σπάθη της ποινικής δίωξης» και ότι πρέπει να υφίσταται ένα ελάχιστο δικονομικό πλαίσιο.

Κατήγγειλε, ωστόσο, ότι τα τελευταία χρόνια εφαρμόστηκε αυτό που χαρακτήρισε δημόσια ως «δόγμα Γεωργιάδη»: «Έχω 151 και μπορώ να κάνω ό,τι θέλω». Υποστήριξε ότι η κυβερνητική πλειοψηφία, λόγω και των εσωτερικών ζητημάτων που δημιουργεί η πολιτική συγκυρία, κατέληξε να προτείνει τη συνταγματοποίηση αυτού του δόγματος. Όπως εξήγησε, με βάση την πρόταση αυτή, έπειτα από έρευνα κοινοβουλευτικής επιτροπής και γνώμη ή εισήγηση δικαστικού συμβουλίου, θα αποφασίζει και πάλι η Βουλή με 150 ψήφους, δηλαδή, στην πράξη, η κυβερνητική πλειοψηφία.

Επισήμανε, παράλληλα, ότι προτείνεται η συνταγματοποίηση και αυτού που το ΠαΣοΚ χαρακτήρισε, στις 30 Ιουλίου 2025, «θεσμική εκτροπή των πολλών επιστολικών ψήφων» στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Διερωτήθηκε γιατί η πλειοψηφία προτείνει την εγκατάλειψη του κανόνα της μυστικής ψήφου και την εισαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας για τη δίωξη υπουργών. Κατά την εκτίμησή του, αυτό αποτελεί «την πεμπτουσία και την αποθέωση της κομματικής πειθαρχίας». Απέναντι στην πρόταση αυτή, το ΠαΣοΚ εισηγείται τη συγκρότηση τριμελούς δικαστικού συμβουλίου, αποτελούμενου από έναν πρόεδρο Εφετών και δύο εφέτες. Το δικαστικό αυτό συμβούλιο θα διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση και όλες τις προανακριτικές πράξεις, ενώ θα ασκεί και την ποινική δίωξη.

Ο Δημήτρης Μάντζος διερωτήθηκε ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα με αυτή την πρόταση και αν ένας βουλευτής μπορεί να διακρίνει και να αξιολογήσει καλύτερα τα στοιχεία μιας δικογραφίας από έναν δικαστικό λειτουργό. «Μπορώ εγώ, ως βουλευτής, να το κάνω αυτό καλύτερα από έναν από εσάς;» ρώτησε χαρακτηριστικά. Αναφέρθηκε, επίσης, σε δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που περιλαμβάνουν πολλές χιλιάδες σελίδες και διερωτήθηκε πώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι μέσα σε αυτές δεν υπάρχει ούτε μία απλή ένδειξη που να δικαιολογεί τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, όπως συμβαίνει για κάθε πολίτη. Όπως τόνισε, δεν θα ήθελε οι βουλευτές να κρίνουν οι ίδιοι υποθέσεις που αφορούν τους εαυτούς τους. «Θα ήθελα να την κάνει ένα δικαστικό συμβούλιο, όπως γίνεται για όλους», ανέφερε.

Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Ως δεύτερο σημείο ανέδειξε την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Υπογράμμισε ότι η αφαίρεση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της κυβέρνησης ως προς την επιλογή των επικεφαλής των δικαστηρίων αποτελεί πάγιο αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εδώ και πολλά χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε πρόοδο την αναγνώριση του δικαιώματος των δικαστηρίων να διατυπώνουν γνώμη για τις υποψηφιότητες. «Αυτό αποτελεί κεκτημένο, είναι κάτι σωστό και δεν μπορούμε να επιστρέψουμε προς τα πίσω», τόνισε.

Η πρόταση του ΠαΣοΚ, όπως την παρουσίασε, προβλέπει την αποσύνδεση και αποπολιτικοποίηση της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία. Όπως στο άρθρο 86, έτσι και στο άρθρο 90 παράγραφος 5, το κόμμα προτείνει να αφαιρεθεί η επιλογή από το αποκλειστικό προνόμιο της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που τη στηρίζει, ιδίως όταν πρόκειται για μονοκομματικές κυβερνήσεις. Ειδικότερα, προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας σε μία ειδική μεικτή επιτροπή 19 μελών. Η επιτροπή θα αποτελείται κατά πλειοψηφία από μέλη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, αλλά σε αυτή θα συμμετέχουν επίσης δικαστές και μέλη της νομικής κοινότητας, όπως καθηγητές νομικών σχολών και δικηγόροι.

Η πλειοψηφία των βουλευτών στη σύνθεση της επιτροπής, όπως εξήγησε, διατηρεί τη δημοκρατική νομιμοποίηση που απαιτεί το Σύνταγμα. Η τελική επιλογή, όμως, δεν θα μπορεί να γίνεται αποκλειστικά από την κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως, κατά την άποψή του, εξακολουθεί να προβλέπει η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας. Ανέφερε, επίσης, ότι ένα αντίστοιχο σύστημα εφαρμόζεται εδώ και πολλά χρόνια με επιτυχία στη Γαλλία για την ηγεσία της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Η αφυπηρέτηση των δικαστών και η συζήτηση για τη «μετα-δικαστική» τους διαδρομή

Ως τρίτο ζήτημα έθεσε το ασυμβίβαστο για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων από δικαστικούς λειτουργούς. Υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία προσέγγισε εν μέρει θέσεις που το ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει δημοσίως εδώ και χρόνια. Η πρόταση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβλέπει ότι το ασυμβίβαστο θα διαρκεί τέσσερα χρόνια μετά την αφυπηρέτηση του δικαστικού λειτουργού, δηλαδή για χρονικό διάστημα ίσο με μία κυβερνητική θητεία. Ο Δημήτρης Μάντζος διευκρίνισε ότι η πρόταση αυτή δεν εκφράζει δυσπιστία προς τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς. «Είναι το ακριβώς αντίθετο», υποστήριξε. Όπως εξήγησε, ακριβώς επειδή οι δικαστικοί λειτουργοί διαθέτουν προσόντα, εμπειρία, σοφία, νομική επάρκεια, αρτιότητα και αριστεία, πρέπει να μπορούν να αξιοποιούνται από την Πολιτεία σε δημόσιες θέσεις. Για να συμβεί, όμως, αυτό χωρίς αμφισβητήσεις, πρέπει να εξαλειφθεί κάθε σκιά ή ένδειξη δυσπιστίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουν τις θέσεις αυτές.

Μιχάλης Πικραμένος: «Η δύναμη της Δημοκρατίας, η ψήφος, αποτελεί ταυτόχρονα και την αδυναμία της»

Ο Μιχάλης Πικραμένος επισήμανε εξαρχής ότι το ελληνικό κράτος και το Σύνταγμα του 2026 δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους που ίσχυαν το 1975. «Το κράτος του 2026 και το Σύνταγμα του 2026 δεν είναι το ίδιο με το κράτος και το Σύνταγμα του 1975», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι το κράτος δεν αποτελεί πλέον έναν απομονωμένο οργανισμό, αλλά συμμετέχει σε υπερεθνικούς και διεθνείς οργανισμούς.

Όπως ανέφερε, μεγάλο μέρος των νομοθετημάτων (πάνω από τα μισά) αφορά την κύρωση διεθνών συνθηκών και την ενσωμάτωση του ενωσιακού δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι η νομοθετική λειτουργία του Κοινοβουλίου, το οποίο χαρακτήρισε «λίκνο της Δημοκρατίας», συνίσταται σε σημαντικό βαθμό στην κύρωση διεθνών και ευρωπαϊκών κειμένων. Κατά συνέπεια, όπως υποστήριξε, υπάρχει περιορισμός της κρατικής κυριαρχίας σε νομοθετικό επίπεδο. Παράλληλα, υπάρχει περιορισμός και σε δικαστικό επίπεδο, καθώς η Ελλάδα ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μπορεί να υποχρεωθεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία και τους κανόνες της.

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας άσκησε κριτική σε όσους, όπως είπε, διακατέχονται από έναν «περίεργο συνταγματικό πατριωτισμό» και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Σύνταγμα και το κράτος με όρους της δεκαετίας του 1970. «Κάνουν ένα λάθος και δεν προσφέρουν τίποτε στη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Απευθυνόμενος στον Μάκη Βορίδη, επισήμανε ότι, κατά την οργάνωση των εργασιών της συνταγματικής αναθεώρησης, θα πρέπει να υπάρχει στη διάθεση της Επιτροπής ένα οργανωμένο σώμα αποφάσεων από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ. Όπως εξήγησε, οι προτεινόμενες συνταγματικές ρυθμίσεις πρέπει να εξετάζονται και υπό το πρίσμα του τρόπου με τον οποίο ενδέχεται να αντιμετωπιστούν στο μέλλον από τα δύο ευρωπαϊκά δικαστήρια, καθώς και των πιθανοτήτων να οδηγήσουν σε καταδίκη της χώρας.

Το άρθρο 16 και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα

Αναφερόμενος στο άρθρο 16, ο Μιχάλης Πικραμένος έκανε λόγο για μία «ιστορική απόφαση», η οποία, όπως σημείωσε, επικρίθηκε από μερίδα της θεωρίας. Υποστήριξε ότι, αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά το σύνολο της απόφασης, θα διαπιστώσει ότι το άρθρο 16 «έχει ήδη σε σημαντικό βαθμό απονεκρωθεί», καθώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα ως προς τους τίτλους σπουδών που προέρχονται από το εξωτερικό.

Όπως ανέφερε, γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι και άλλοι επαγγελματίες διορίζονται και ασκούν το επάγγελμά τους με τίτλους σπουδών του εξωτερικού και με την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων. Πρόσθεσε ότι η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχθηκε ακόμη και τη λειτουργία των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών. Κατά τον ίδιο, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιχείρησε με την απόφαση αυτή να συγκρατήσει την κατάσταση και να διαμορφώσει μία ερμηνεία που συνδυάζει το Σύνταγμα με το ενωσιακό δίκαιο. Όπως τόνισε, η ερμηνεία αυτή λειτουργεί «μέσα σε μία ευρωπαϊκή προοπτική και όχι με μία τυφλή αντίληψη περί κράτους και Συντάγματος».

Η κανονιστική πυκνότητα του Συντάγματος

Ο Μιχάλης Πικραμένος τόνισε, στη συνέχεια, ότι πρέπει να διατηρηθεί η κανονιστική πυκνότητα του Συντάγματος. Υποστήριξε ότι δεν μπορούν να εντάσσονται στο συνταγματικό κείμενο διατάξεις που αποτελούν απλώς ευχές ή οι οποίες δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν στην πράξη. Αναφέρθηκε ειδικότερα στην πρόταση να περιληφθούν στο Σύνταγμα οι κανόνες καλής νομοθέτησης και διερωτήθηκε αν μία τέτοια ρύθμιση έχει πραγματικό νόημα.

Όπως επισήμανε, όσο περισσότερα στοιχεία εισάγονται στο Σύνταγμα μόνο και μόνο για να υπάρχουν γραμμένα, τόσο περισσότερο μειώνεται η αξία του συνταγματικού κειμένου. «Γιατί να επιβαρύνουμε το κείμενο με περιττά πράγματα, μόνο και μόνο για να λέμε ότι είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη;» διερωτήθηκε. Κατά την άποψή του, μία χώρα θα είναι πραγματικά πρώτη στην Ευρώπη όταν η νομολογία της θα αναδεικνύει και θα ερμηνεύει αποτελεσματικά τις θεμελιώδεις αρχές. «Εκεί φαίνεται το κράτος δικαίου», τόνισε. Όπως εξήγησε, το κράτος δικαίου δοκιμάζεται στην πράξη: στον κοινό νομοθέτη, στη διοίκηση και στη Δικαιοσύνη. «Δεν φαίνεται στα ευχολόγια που εντάσσονται στο Σύνταγμα», σημείωσε.

Συνταγματικό Δικαστήριο και ασφάλεια δικαίου

Αναφερόμενος στη συζήτηση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας υποστήριξε ότι η ασφάλεια δικαίου επιτυγχάνεται όταν η εκάστοτε κυβέρνηση διαβάζει, γνωρίζει και λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. «Δεν ευθύνεται το Συμβούλιο της Επικρατείας για την ανασφάλεια δικαίου», τόνισε. Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα προκαλείται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, όταν αγνοούν τη νομολογία και νομοθετούν «εν κενώ», ενδεχομένως και «υπό την πίεση της κοινής γνώμης».

Απευθυνόμενος και πάλι στον Μάκη Βορίδη, επισήμανε ότι «η δύναμη της Δημοκρατίας, η ψήφος, αποτελεί ταυτόχρονα και την αδυναμία της». Όπως εξήγησε, όταν πλησιάζει μία εκλογική αναμέτρηση, κυβερνητικές πολιτικές μεγάλης πνοής, οι οποίες έχουν πραγματικά βοηθήσει τη χώρα να προχωρήσει, μπορεί να ανατραπούν μέσα σε σαράντα ημέρες με τροπολογίες που αλλάζουν πλήρως τα δεδομένα. «Γιατί; Για να κερδηθούν συγκεκριμένα εκλογικά ακροατήρια», ανέφερε. Για τον λόγο αυτό, επέμεινε ότι η ανασφάλεια δικαίου δεν μπορεί να αποδίδεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Το όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών

Περνώντας στο θέμα του ορίου ηλικίας, ο Μιχάλης Πικραμένος επισήμανε ότι οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα εξακολουθούν, ακόμη και μετά τα εξήντα έτη και μέχρι την αποχώρησή τους στα εξήντα επτά, να εκτελούν πρωτογενή δικαστική εργασία. Σύγκρινε το ελληνικό σύστημα με εκείνο των μεγάλων ευρωπαϊκών δικαστηρίων, όπου, όπως ανέφερε, ο ανώτατος δικαστής έχει συνήθως μπροστά του ένα έτοιμο σχέδιο απόφασης, συμμετέχει στη διάσκεψη, κάνει τις παρατηρήσεις του, υπογράφει και μεταφέρει κυρίως την πείρα του.

Αντιθέτως, στην Ελλάδα οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί είναι μέλη της Ολομέλειας και των Τμημάτων, του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας, του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, του Ειδικού Δικαστηρίου, των υπηρεσιακών συμβουλίων και των δικαστικών συμβουλίων. «Και όλες αυτές τις αποφάσεις τις γράφουμε εμείς από την αρχή μέχρι το τέλος», τόνισε. Όπως επισήμανε, οι σύμβουλοι της Επικρατείας κάνουν οι ίδιοι τις διορθώσεις σε ολόκληρο το κείμενο των αποφάσεων. Πρόκειται, όπως είπε, για δύσκολη και βαριά εργασία, η οποία απαιτεί τη σύνταξη πρωτότυπων αποφάσεων από την αρχή έως το τέλος.

Κατά συνέπεια, απέρριψε το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο ένας δικαστής εβδομήντα ετών μεταφέρει απλώς τη σοφία και την εμπειρία του. «Δεν ισχύει για το ελληνικό δικαστικό σύστημα. Δεν ισχύει», τόνισε εμφατικά. Όπως εξήγησε, ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός δεν μεταφέρει μόνο τη σοφία του, αλλά συνεχίζει να εκτελεί το σύνολο της απαιτητικής δικαστικής εργασίας. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι ένας σύμβουλος της Επικρατείας μπορεί, από την άποψη του ωραρίου, να εργάζεται περισσότερο ακόμη και από έναν πρωτοδίκη. Το ίδιο, πρόσθεσε, ισχύει και για τους αρεοπαγίτες, οι οποίοι εργάζονται πολλές ώρες και έχουν πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις. «Αυτά πρέπει κάποια στιγμή να τα πούμε», ανέφερε.

Η επιλογή των επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων

Αναφερόμενος στην επιλογή των επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων, ο Μιχάλης Πικραμένος χαρακτήρισε το ζήτημα «πάρα πολύ σύνθετο». Παρατήρησε ότι όλα τα φώτα της επικαιρότητας έχουν στραφεί στα ανώτατα δικαστήρια, ενώ το πολιτικό σύστημα δεν εξετάζει με την ίδια ένταση όσα συμβαίνουν στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια. «Πρέπει κάποτε το πολιτικό σύστημα να σοβαρευτεί και να ασχοληθεί και με τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ακολούθως, τόνισε ότι, σύμφωνα με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος ενός ανώτατου δικαστηρίου λειτουργούν ως μάνατζερ. Παρέπεμψε στη φράση παλαιού προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος έλεγε: «Τι κάνει ο πρόεδρος; Προεδρεύει», για να υπογραμμίσει ότι η πραγματικότητα είναι πλέον εντελώς διαφορετική. Όπως εξήγησε, ο πρόεδρος ενός ανώτατου δικαστηρίου πρέπει να διαχειρίζεται το ανθρώπινο δυναμικό, να εξασφαλίζει τις αναγκαίες υλικοτεχνικές υποδομές, να χαράσσει πολιτική για το μέλλον, να θέτει στόχους και να εποπτεύει την επίτευξή τους. Ανέφερε ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εποπτεύει όλους τους διοικητικούς δικαστές και τους υπαλλήλους, δηλαδή περίπου δύο χιλιάδες πρόσωπα. Πρέπει, επομένως, να γνωρίζει και να παρακολουθεί την εργασία αυτού του ανθρώπινου δυναμικού και να μπορεί να αναπτύσσει πολιτική σε βάθος χρόνου.

Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι δεν μπορεί να επιλέγονται πρόεδροι και αντιπρόεδροι για θητεία μόλις ενός έτους, καθώς «στην ουσία δεν προλαβαίνουν να κάνουν τίποτε». Επανέλαβε ότι δεν προλαβαίνουν να υλοποιήσουν ουσιαστικό έργο και εκτίμησε ότι ακόμη και η τριετής θητεία είναι μικρή. Όπως εξήγησε, το κρίσιμο ζήτημα είναι το δημόσιο συμφέρον της Δικαιοσύνης και της χώρας. Το δημόσιο συμφέρον, κατά την άποψή του, δεν υπηρετείται με μικρές θητείες μόνο και μόνο για να ικανοποιούνται περισσότεροι δικαστικοί λειτουργοί, χωρίς τελικά να πραγματοποιείται ουσιαστικό έργο.

Ως προς το όργανο επιλογής, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα από τις ψηφοφορίες και τις ομαδοποιήσεις. «Το βλέπω να έρχεται», ανέφερε.

Τέλος, σχολιάζοντας την πρόταση του Δημήτρη Μάντζου για τη συγκρότηση μεικτής επιτροπής 19 μελών, επισήμανε ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πολυμελές όργανο. Ως βασικό κίνδυνο ανέδειξε τη δημιουργία υπονοιών για αδιαφανείς σχέσεις μεταξύ δικηγόρων, καθηγητών πανεπιστημίου και υποψηφίων για τις ανώτατες δικαστικές θέσεις.

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος: «Αυτή η ενοχοποίηση των ανώτατων δικαστών δεν μας οδηγεί πουθενά»

Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος ανέδειξε ως αφετηρία της τοποθέτησής του το υψηλό επίπεδο του ελληνικού νομικού πολιτισμού, υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν αποτελεί περιαυτολογία, αλλά μία πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Όπως επισήμανε, δεν πρέπει οι εκπρόσωποι των διαφορετικών θεσμών να «στήνουν ο ένας τον άλλον στον τοίχο», μεταβάλλοντας διαρκώς τους στόχους της κριτικής και αναζητώντας ποιος έχει την καλύτερη ή τη χειρότερη απόδοση. Τόνισε ότι αναπόσπαστο μέρος του νομικού πολιτισμού είναι και ο ίδιος ο πολίτης, ο οποίος αποτελεί τον τελικό αποδέκτη και χρήστη αυτού του, όπως χαρακτηριστικά είπε, «προϊόντος». Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι πρέπει να παρέχονται στους πολίτες τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να μπορούν να αξιολογούν, να αξιοποιούν και να ασκούν τεκμηριωμένη κριτική στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε αποτυχία το γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συχνά σε δυσμενείς κρίσεις για το διατακτικό μιας δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης, χωρίς να εξετάζεται το σκεπτικό της. «Συνήθως βολεύει να σταθούμε απέναντι στο διατακτικό», παρατήρησε, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον υπάρχει πραγματική πρόθεση ενίσχυσης του νομικού πολιτισμού, η συζήτηση πρέπει να μεταφερθεί στο σκεπτικό των αποφάσεων. Όπως εξήγησε, οι πολίτες πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να εξετάζουν τη συλλογιστική μιας απόφασης, ακόμη και όταν διαφωνούν με το αποτέλεσμά της. Το κρίσιμο, κατά τον ίδιο, είναι να μπορούν να αξιολογήσουν αν η απόφαση περιλαμβάνει δομημένα και λογικά επιχειρήματα. Αυτό, όπως τόνισε, είναι αναγκαίο για τη στήριξη του νομικού πολιτισμού σε μία περίοδο κατά την οποία κυριαρχεί η αμφισβήτηση, «και προφανώς όχι τυχαία».

Ο νέος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου παρατήρησε ότι οι τελευταίες αναθεωρήσεις του Συντάγματος είχαν, σε μεγάλο βαθμό, στο επίκεντρό τους το δικαστικό σύστημα. Έθεσε, μάλιστα, το ερώτημα αν αυτό συνέβη επειδή «όλα τα υπόλοιπα λειτουργούσαν τόσο καλά» και απάντησε ότι η ιδιαίτερη έμφαση στη Δικαιοσύνη είναι δικαιολογημένη λόγω της θέσης που κατέχει στο δημοκρατικό πολίτευμα. Όπως υποστήριξε, η Δικαιοσύνη αποτελεί «τον βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας», ίσως ισχυρότερο από τους υπόλοιπους, με την έννοια ότι φέρει και το βάρος του ελέγχου του έργου των άλλων κρατικών λειτουργιών. Για τον λόγο αυτό, εκτίμησε ότι δικαίως η Δικαιοσύνη βρέθηκε στο επίκεντρο των συνταγματικών αναθεωρήσεων των τελευταίων δεκαετιών.

Το άρθρο 86 και η ανάγκη μεικτού συστήματος

Περνώντας στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος παρουσίασε την πρόταση που διαμορφώθηκε έπειτα από συζητήσεις στον Άρειο Πάγο, χαρακτηρίζοντάς την «δομημένη».

Κεντρικό σημείο της πρότασης είναι η διατήρηση ενός μεικτού συστήματος, στο οποίο θα συνυπάρχουν η δικαστική και η κοινοβουλευτική λειτουργία. Ο ίδιος έθεσε το ερώτημα πότε και με ποιον τρόπο μπορεί ένας δικαστής να αξιολογήσει μία πολιτική απόφαση. Όπως εξήγησε, οι πολιτικοί λαμβάνουν καθημερινά αποφάσεις οι οποίες μπορεί να βρίσκονται «στην κόψη του ξυραφιού της νομιμότητας» και οι οποίες, τουλάχιστον στο επίπεδο της άσκησης ποινικής δίωξης, μπορεί να ερμηνευθούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πίσω από τις αποφάσεις αυτές, πρόσθεσε, υπάρχει πολλές φορές ένα πολιτικό διακύβευμα, το οποίο μπορεί να έχει ακόμη και εθνική διάσταση, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνεται εκείνος που είναι αρμόδιος να το διαχειριστεί.

Για να εξηγήσει τη δυσκολία, χρησιμοποίησε ως υποθετικό παράδειγμα έναν υπουργό ο οποίος είχε προμηθευτεί καλώδιο με σκοπό να το ποντίσει και να συνδέσει δύο νησιά, αλλά τελικά δεν προχώρησε στην πόντισή του, επειδή δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στις σχέσεις με γειτονική χώρα. Στην περίπτωση αυτή, όπως επισήμανε, ο φορολογούμενος έχει υποστεί ζημία, επειδή πλήρωσε την αγορά του καλωδίου χωρίς να ολοκληρωθεί το έργο. Μία τέτοια υπόθεση θα μπορούσε, κατά τον ίδιο, να οδηγήσει ακόμη και σε ποινική δίωξη.

Ο υπουργός, όμως, θα μπορούσε να υπερασπιστεί την επιλογή του στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας: «Είχα να σταθμίσω δύο αγαθά και επέλεξα το συγκεκριμένο, επειδή αυτή ήταν η δική μου πολιτική απόφαση ή, τέλος πάντων, η πολιτική απόφαση της κυβέρνησης». Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος υποστήριξε ότι, πριν μία τέτοια πολιτική απόφαση φτάσει στο δικαστήριο για ποινική αξιολόγηση, το μεικτό σύστημα μπορεί να εξισορροπήσει τη δυσκολία που συνδέεται με τη φύση της πολιτικής ευθύνης.

Αντιθέτως, προειδοποίησε ότι, χωρίς αυτό το φίλτρο, μπορεί να δημιουργηθεί μία κατάσταση στην οποία κανένας υπουργός δεν θα είναι πρόθυμος να υπογράψει ένα έργο ή να λάβει οποιαδήποτε απόφαση που θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει αντικείμενο ποινικού ελέγχου. Διευκρίνισε, πάντως, ότι η ανάγκη προστασίας της πολιτικής απόφασης δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση καθιέρωση ασυλίας.

Η κατάργηση του «αμελλητί»

Ως πρώτο συγκεκριμένο στοιχείο της πρότασης του Αρείου Πάγου παρουσίασε την κατάργηση του «αμελλητί». Όπως υποστήριξε, το «αμελλητί» δεν έχει πλέον τίποτε να προσφέρει και έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα στο παρελθόν, είτε επειδή παραβιάστηκε είτε επειδή εγκλώβισε τις δικαστικές αρχές σε μία συγκεκριμένη δικονομική ενέργεια. Η εφαρμογή του, όπως είπε, «άνοιξε περισσότερο τον ασκό του Αιόλου παρά λειτούργησε θεραπευτικά».

Σύμφωνα με την πρόταση που παρουσίασε, όταν ένας δικαστής ή εισαγγελέας, στο πλαίσιο μήνυσης, ανακριτικής ή προκαταρκτικής διαδικασίας ή μιας δίκης, συναντά το όνομα ενός υπουργού, ο φάκελος δεν θα διαβιβάζεται αμέσως στη Βουλή. Αντιθέτως, θα διαβιβάζεται στον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος θα έχει εκ του Συντάγματος την υποχρέωση να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση. Μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης, ο φάκελος θα διαβιβάζεται σε τριμελές συμβούλιο, αντίστοιχο με εκείνο που προβλέπει το άρθρο 86 για τις περιπτώσεις παραγραφής, άρσης ή ανάκλησης της ποινικής δίωξης. Το συμβούλιο θα αποτελείται από έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς Εφετών, οι οποίοι θα επιλέγονται με κλήρωση.

Οι τρεις εισαγγελικοί λειτουργοί θα μελετούν τη δικογραφία και θα κρίνουν αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη διαβίβαση της υπόθεσης στη Βουλή. Εφόσον διαπιστώνονται επαρκείς ενδείξεις, η Βουλή θα καλείται, με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες, να σταθμίσει αν η υπόθεση αφορά την ευθύνη μιας πολιτικής απόφασης ή αν πρόκειται καθαρά για ζήτημα ποινικής αξιολόγησης.

Το άρθρο 89 και η «περιστρεφόμενη πόρτα»

Αναφερόμενος στο άρθρο 89 και στη λεγόμενη «περιστρεφόμενη πόρτα», ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συνέδεσε τη συζήτηση με το άρθρο 86 και με τη γενικότερη καχυποψία που αναπτύσσεται απέναντι στους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς. Ο ίδιος δήλωσε ότι, στα 62 του χρόνια και έπειτα από 33 χρόνια υπηρεσίας, αισθάνεται εξαιρετικά δυσάρεστα όταν αντιμετωπίζεται εμμέσως ως ύποπτος διαφθοράς.

Όπως επισήμανε, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του έχει επανειλημμένως κριθεί από ανώτατα δικαστικά συμβούλια τόσο για τη νομική του επάρκεια όσο και για την ηθική του συγκρότηση και το ηθικό του αποτύπωμα. Παρά ταύτα, επειδή επιλέχθηκε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, από το Υπουργικό Συμβούλιο και κατόπιν δύο ψηφοφοριών, αντιμετωπίζεται κατά κάποιον τρόπο ως «οιονεί διεφθαρμένος». Όπως εξήγησε, η καχυποψία αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι ο επιλεγείς δικαστικός λειτουργός θα ανταλλάξει στο μέλλον την προαγωγή του με μία προνομιακή θέση. Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος υποστήριξε ότι με αυτή τη λογική ένας αρεοπαγίτης, ο οποίος έχει επιλεγεί και εξελιχθεί μέσα από ένα από τα πιο ανεξάρτητα συστήματα στην Ευρώπη, θεωρείται τελικά ύποπτος διαφθοράς μόνο και μόνο επειδή κατέλαβε μία ανώτατη θέση.

Υπενθύμισε ότι η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών διασφαλίζεται από ένα Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές. «Ας μην υποκρινόμαστε, επικαλούμενοι άλλα συστήματα», ανέφερε, θέτοντας το ερώτημα πόσα συστήματα επιλογής και εξέλιξης δικαστών έχουν αμιγώς δικαστική σύνθεση σε όλη τη διαδικασία. Παρατήρησε, μάλιστα, ότι σε χώρες που θεωρούνται προηγμένες ο Υπουργός Δικαιοσύνης συμμετέχει στις προαγωγές των δικαστών. «Αυτό, συγχωρέστε με, πώς το παραβλέπουμε;» διερωτήθηκε. Έθεσε, επίσης, το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να θεωρείται περισσότερο ευάλωτος στη διαφθορά ένας δικαστής μετά από τριάντα χρόνια υπηρεσίας και διαδοχικών ελέγχων, λόγω της επιλογής του από την κυβέρνηση, και όχι λόγω των καθημερινών επαγγελματικών και κοινωνικών συναναστροφών του. «Αυτή η ενοχοποίηση των ανώτατων δικαστών δεν μας οδηγεί πουθενά», τόνισε.

Αντίθεση στην περίοδο αδράνειας μετά την αφυπηρέτηση

Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου εξέφρασε σαφή αντίθεση στη θέσπιση χρονικού κωλύματος για την ανάληψη δημόσιων θέσεων από αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς. Παρατήρησε ότι η συζήτηση ξεκίνησε από τα δύο χρόνια, στη συνέχεια επεκτάθηκε στα τρία και πλέον γίνεται λόγος για τέσσερα χρόνια. «Αν θέλουμε, ας το πούμε ξεκάθαρα: να αποκλειστούν για πάντα. Καλύτερα να είμαστε ειλικρινείς», ανέφερε.

Ο ίδιος διερωτήθηκε αν ένας δικαστής που στα 67 του χρόνια εξακολουθεί να διαθέτει δυναμική, να βρίσκεται μέσα στην κοινωνία, να παρακολουθεί την επιστήμη του και να ενημερώνεται για τις εξελίξεις θα εξακολουθεί να μπορεί να προσφέρει το ίδιο στα 71 του. «Εάν με φωνάξει κανείς στα εβδομήντα μου, σας διαβεβαιώνω ότι, ακόμη και αν έχω την υγεία μου, πιθανόν θα έχω ξεχάσει την επιστήμη», είπε χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια, παρουσίασε ως προσωπική του άποψη, αλλά και ως μία από τις απόψεις που υποστηρίχθηκαν στον Άρειο Πάγο, ότι δεν πρέπει να θεσπιστεί οποιοδήποτε χρονικό όριο αδράνειας μετά την αφυπηρέτηση.

Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Αναφερόμενος στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος σημείωσε ότι θα τον εξυπηρετούσε προσωπικά να υποστηρίξει ένα σύστημα εκλογής αποκλειστικά από τους δικαστές. Υπενθύμισε ότι κατά την ψηφοφορία των συναδέλφων του, κάτι που χαρακτήρισε «εξαιρετική τιμή», αναδείχθηκε πρώτος σε ψήφους. Θα μπορούσε, επομένως, να χρησιμοποιήσει το προσωπικό αυτό αποτέλεσμα ως επιχείρημα υπέρ της συγκεκριμένης διαδικασίας. «Δεν το κάνω», τόνισε.

Όπως εξήγησε, η αντίθεσή του δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι ένα σύστημα αποκλειστικής επιλογής από τους δικαστές θα στερούνταν λαϊκής νομιμοποίησης. Αν οι δικαστές αποφασίζουν μόνοι τους για τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπάρχει και ένας ευρύτερος θεσμικός κίνδυνος. «Δεν πρέπει να έχουμε κράτος δικαστών», τόνισε.

Ο ίδιος αναφέρθηκε και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε προσωπικά την εσωτερική ψηφοφορία στον Άρειο Πάγο. Όπως είχε πράξει και όταν ήταν υποψήφιος στις εκλογές της Ένωσης Δικαστών, δεν τηλεφώνησε σε κανέναν συνάδελφο και δεν ζήτησε προσωπικά την ψήφο κανενός. «Δεν μπήκα στη λογική να πλησιάσω ούτε έναν συνάδελφο και να του πω από μόνος μου: “Ψήφισέ με”», ανέφερε.

Υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να πραγματοποιείται προεκλογικός αγώνας σε ένα ανώτατο δικαστήριο για μία τέτοια θέση και ότι η επιλογή δεν πρέπει να στηρίζεται σε προσωπικές σχέσεις. «Δεν θέλω να ψηφίζεις το φιλαράκι σου», είπε χαρακτηριστικά. Πρόσθεσε ότι γύρω από τις διαδικασίες αυτές έχει καλλιεργηθεί προσφάτως ένα κλίμα κακοπιστίας.

Οι δημοσκοπήσεις και η αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος αναφέρθηκε στις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη. Όπως υποστήριξε, οι πολλές αυτές δημοσκοπήσεις «ποτίζουν τη γλάστρα της αμφισβήτησης». Το βασικό τους ελάττωμα, κατά τον ίδιο, είναι ότι δεν συνοδεύονται από ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων τους. «Θέλω να δω ποιοτικές αναλύσεις αυτών των δημοσκοπήσεων και δεν τις βλέπω», τόνισε. Χαρακτήρισε την ερώτηση «Είστε ευχαριστημένος από τη Δικαιοσύνη;» ερώτηση-παγίδα, επειδή δεν διευκρινίζεται ποια ακριβώς έννοια της Δικαιοσύνης καλείται να αξιολογήσει ο πολίτης.

«Ποια Δικαιοσύνη εννοείς;» διερωτήθηκε. «Εννοείς το δικαστικό σύστημα; Το Εφετείο; Τον νόμο; Τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Βουλή;». Κατά συνέπεια, διερωτήθηκε γιατί από μία τόσο γενική ερώτηση, η οποία οδηγεί σε ποσοστό θετικών απαντήσεων της τάξης του 22%, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά τον δικαστή και τον εισαγγελέα.

Γιώργος Καραβοκύρης: «Η συζήτηση για τη Δικαιοσύνη έχει προσλάβει υπερβολικά ηθικολογικές διαστάσεις»

Ο Γιώργος Καραβοκύρης υποστήριξε ότι «στη Δικαιοσύνη εγγράφονται σήμερα όλες οι δημοκρατικές δυσφορίες», ενώ η ίδια καλείται να επιτελέσει έναν ρόλο πολύ ευρύτερο από την απλή επίλυση διαφορών. Όπως επισήμανε, η Δικαιοσύνη, όπως την οραματίστηκε ο συντακτικός νομοθέτης, «δεν καλείται απλώς να επιλύει τις διαφορές ούτε μόνο να ικανοποιεί ένα αίσθημα δικαίου», αλλά να απορροφά όλες τις κρίσεις και τις αντιθέσεις που ανακύπτουν σε κάθε στιγμή της Δημοκρατίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπως ανέφερε, έχει ανακύψει ένα διάχυτο αίτημα για αυτό που αποκαλείται «δικαιοσύνη», εντός και εκτός εισαγωγικών, το οποίο εκφράζεται με ιδιαίτερη ένταση στη δημόσια σφαίρα της χώρας. Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν υποτιμά το αίτημα αυτό, καθώς διαθέτει κοινωνική αναφορά και ερείδεται σε σημαντικές θεσμικές στρεβλώσεις, καθώς και σε συγκεκριμένα επεισόδια των τελευταίων ετών, αλλά και προηγούμενων περιόδων. Εξέφρασε, ωστόσο, την εκτίμηση ότι το αίτημα για δικαιοσύνη παραμορφώνεται μέσα στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία. Όπως επισήμανε, εντάσσεται σε ιδιαιτέρως σκληρά πολιτικά συμφραζόμενα και σε μία προεκλογική ατζέντα, με αποτέλεσμα να χάνεται «η μεγάλη εικόνα».

Κατά τον Γιώργο Καραβοκύρη, οι σχηματικοί και τοξικοί αφορισμοί, στους οποίους είχε αναφερθεί και η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, αδικούν συνολικά τόσο τη Δικαιοσύνη όσο και τη διαδρομή της κατά τη Μεταπολίτευση. Υπενθύμισε ότι η Μεταπολίτευση αποτελεί «την πιο προοδευτική και δημοκρατική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας» και τόνισε ότι υπάρχει πάντοτε μία ουσιώδης απόσταση ανάμεσα στην κριτική μιας συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης και στη συνολική απαξίωση της Δικαιοσύνης ως θεσμού. Η απόσταση αυτή, όπως παρατήρησε, δεν γίνεται πάντοτε σεβαστή.

Η θέση της Δικαιοσύνης στο δημοκρατικό πολίτευμα

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ανέδειξε ως ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα τη σύγχυση που επικρατεί σχετικά με τη θέση που έχει και πρέπει να έχει η Δικαιοσύνη στο δημοκρατικό πολίτευμα, στο Σύνταγμα του 1975 και, ευρύτερα, στη συνταγματική παράδοση της χώρας. Όπως τόνισε, συχνά παραβλέπεται ότι ο δικαστής, παρότι αποτελεί το ισχυρότερο ίσως αντίβαρο μέσα σε μία Δημοκρατία, δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτόνομος φορέας εξουσίας ούτε να υποκαθιστά την πολιτική.

Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε δύο βασικές μεθοδολογικές προϋποθέσεις, οι οποίες, όπως είπε, συχνά παραμερίζονται στον συνταγματικό διάλογο σχετικά με τη Δικαιοσύνη και τη συνταγματική αναθεώρηση. Η πρώτη είναι η ιστορική και θεσμική εμπειρία που προκύπτει από τα κεκτημένα της Μεταπολίτευσης. Η δεύτερη αφορά τον τρόπο με τον οποίο η δικαστική εξουσία εγγράφεται όχι μόνο στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων αλλά και στην πραγματική λειτουργία του πολιτεύματος, όπως θα έλεγε, κατά την αναφορά του, και ο Αντώνης Μανιτάκης. «Δίχως αυτές τις δύο προϋποθέσεις δεν μπορούμε να κάνουμε μία σωστή συζήτηση», τόνισε, προσθέτοντας ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να παραμείνουν σταθερές.

Υπό αυτό το πρίσμα, επικεντρώθηκε στα πλέον δημοφιλή άρθρα της συνταγματικής αναθεώρησης που αφορούν τη σχέση της Δικαιοσύνης με την πολιτική, δηλαδή στο άρθρο 90 και στο άρθρο 86. Όπως εξήγησε, τα δύο άρθρα ρυθμίζουν διαφορετικά ζητήματα, αλλά διατρέχονται από μία κοινή προβληματική: «τη σχέση μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας και τα όρια ανάμεσα στο δίκαιο και στην πολιτική».

Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Ο Γιώργος Καραβοκύρης επισήμανε ότι η δικαστική εξουσία τέμνεται με τη λαϊκή κυριαρχία, την οποία αναπόφευκτα συναντά και στην οποία αναφέρεται.

Κατά την άποψή του, αυτή ακριβώς τη λογική υπηρετεί και η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 90. Προχώρησε, μάλιστα, σε μία πιο αιχμηρή διατύπωση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι η ίδια η Δικαιοσύνη εκείνη που λογοδοτεί πολιτικά για τις αποφάσεις της ούτε ο δικαστής οφείλει να λογοδοτεί πολιτικά, ακόμη και όταν εκδίδει μία απόφαση που θεωρείται άδικη. Αντιθέτως, υπογράμμισε ότι η πολιτική ευθύνη για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ανήκει στην κυβέρνηση. Όταν μία κυβερνητική επιλογή για τη δικαστική ηγεσία αποδεικνύεται προβληματική, εκεί, κατά τον ίδιο, θα πρέπει να αναζητείται και να καταλογίζεται η πολιτική ευθύνη.

Υπενθύμισε ότι κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης έχουν επιλεγεί για την ηγεσία της Δικαιοσύνης τόσο εξαιρετικά άξιοι όσο και λιγότερο άξιοι δικαστικοί λειτουργοί. «Έχουμε καλές και κακές επιλογές», σημείωσε. Παράλληλα, τόνισε ότι ο ρόλος του δικαστή στη σύγχρονη Δημοκρατία έχει μεταλλαχθεί. Ο δικαστής δεν είναι πλέον απλώς «το στόμα του νόμου», κατά τη γνωστή διατύπωση του Μοντεσκιέ, αλλά πολλές φορές συναποφασίζει και λειτουργεί ως αρνητικός νομοθέτης σε κρίσιμα διοικητικά και πολιτικά ζητήματα. Η εξέλιξη αυτή, όπως υποστήριξε, καταδεικνύει ότι υπάρχει πάντοτε ένα στοιχείο πολιτικότητας στη δικαστική λειτουργία.

Διευκρίνισε ότι η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας από πολιτικό όργανο δεν αποτελεί κάποιο ιδιόμορφο στοιχείο του ελληνικού συντηρητισμού ούτε αποκλειστικά ελληνική πρακτική, καθώς αντίστοιχες παραδοχές υπάρχουν και στα γαλλικά και στα αμερικανικά θεσμικά συστήματα. Για τον λόγο αυτό, εξέφρασε επιφυλάξεις απέναντι στην πρόταση η ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται αποκλειστικά από τους ίδιους τους δικαστές. Όπως ανέφερε, ένα τέτοιο σύστημα είναι ευάλωτο σε συντεχνιακές και προσωπικές λογικές, τροφοδοτεί την εσωστρέφεια του δικαστικού σώματος και ενδέχεται να υπακούει σε μία λογική επετηρίδας.

Η κυβερνητική πρόταση και η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή

Περνώντας στην κυβερνητική πρόταση για τη μεταφορά της σχετικής αρμοδιότητας σε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, ο Γιώργος Καραβοκύρης υποστήριξε ότι αυτή δεν επιτυγχάνει πλήρως την αποδέσμευση της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την κυβερνητική βούληση. Όπως εξήγησε, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελεί σε μεγάλο βαθμό και την κυβερνητική πλειοψηφία. «Είναι το ίδιο πράγμα με διαφορετικό τρόπο», σημείωσε. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη πρόταση διαθέτει ένα πλεονέκτημα, καθώς συμβαδίζει περισσότερο με τις αρχές της διαφάνειας και της διαβούλευσης σε σχέση με μία διαδικασία επιλογής που διεξάγεται πίσω από τις κλειστές πόρτες του Υπουργικού Συμβουλίου.

Επισήμανε ακόμη ότι η πρόταση λαμβάνει δεσμευτικά υπόψη τις προτάσεις των ίδιων των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό η απόλυτη κυριαρχία του πολιτικού οργάνου. Υποστήριξε, πάντως, ότι πρέπει να αποφευχθεί οποιαδήποτε πρόβλεψη αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε θεσμικό μπλοκάρισμα και σε παρατάσεις θητειών, όπως έχει ήδη συμβεί στην περίπτωση των ανεξάρτητων αρχών.

Η πρόταση του ΠαΣοΚ για διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα

Αναφερόμενος στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη συγκρότηση διευρυμένου εκλεκτορικού σώματος, στο οποίο θα μετέχουν βουλευτές και εκπρόσωποι της νομικής κοινότητας, όπως καθηγητές Νομικής, ο Γιώργος Καραβοκύρης αναγνώρισε ότι παρουσιάζει θεσμικό ενδιαφέρον και μία πρωτοτυπία για τα ελληνικά δεδομένα.

Εξέφρασε, όμως, την εκτίμηση ότι ούτε αυτή η πρόταση αποφεύγει πλήρως την αναπαραγωγή αδιαφανών εξαρτήσεων. Όπως εξήγησε, μεταφέρει την ευθύνη της επιλογής σε πρόσωπα που δεν διαθέτουν πολιτική νομιμοποίηση. Τα πρόσωπα αυτά θα βρεθούν, θέλοντας και μη, στο επίκεντρο πολιτικών διαμεσολαβήσεων και πιέσεων. Ο ίδιος τάχθηκε τελικά υπέρ ενός μεικτού συστήματος, το οποίο θα συνδυάζει την πρόταση των δικαστηρίων με μία τελική πολιτική επιλογή. Υποστήριξε, όμως, ότι σημαντικότερο ακόμη και από το ζήτημα του οργάνου που θα πραγματοποιεί την επιλογή είναι να περιοριστεί η εμβέλεια της ίδιας της επιλογής. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε τη μείωση του υπερβολικά μεγάλου αριθμού των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, ώστε να διαμορφώνεται μία μικρότερη δεξαμενή προσώπων από την οποία θα γίνεται η τελική επιλογή.

Το κώλυμα μετά την αφυπηρέτηση των δικαστών

Ο Γιώργος Καραβοκύρης αναφέρθηκε επίσης στην πρόταση θέσπισης απαγόρευσης για την ανάληψη άλλων θέσεων από δικαστές μετά την αφυπηρέτησή τους, η οποία εντάσσεται στη συμβολική ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Ο ίδιος δήλωσε ότι διατηρεί πολλές αμφιβολίες ως προς τη συγκεκριμένη πρόταση. Επισήμανε ότι δεν πρόκειται για ζήτημα ήσσονος πρακτικής σημασίας, αλλά αναγνώρισε ότι στην κοινωνία ασκείται κριτική για την υπερβολική αξιοποίηση πρώην δικαστικών λειτουργών σε θέσεις ευθύνης. Εφόσον, λοιπόν, θεσπιστεί ένα σχετικό κώλυμα, υποστήριξε ότι πρέπει να έχει σχετικά σύντομη χρονική διάρκεια. «Όχι τρία ή τέσσερα χρόνια· ας είναι μικρότερο το διάστημα», ανέφερε, ζητώντας ιδιαίτερη προσοχή στη ρύθμιση του ζητήματος.

Οι αναγκαίες αλλαγές εκτός της συνταγματικής αναθεώρησης

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου υποστήριξε ότι πολλά από τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν τη δικαστική εξουσία πρέπει να αντιμετωπιστούν εκτός της συνταγματικής αναθεώρησης.

Εκτίμησε ότι η συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει λάβει μεγαλύτερη έκταση από εκείνη που πραγματικά απαιτείται. Πριν φτάσει η Πολιτεία στην επιλογή μεταξύ μιας περιορισμένης λίστας υποψηφίων για τις ανώτατες δικαστικές θέσεις, πρέπει, όπως είπε, να διαμορφωθεί προηγουμένως μία ευρύτερη δεξαμενή άξιων δικαστικών λειτουργών. Έθεσε, συνεπώς, μία σειρά κρίσιμων ερωτημάτων: «Πώς θα εμπεδώσουμε μία κουλτούρα αξιολόγησης, η οποία δεν υπάρχει στην Ελλάδα και στο δικαστικό σώμα; Πώς γίνονται γενικότερα οι προαγωγές; Πώς γίνεται η επιμόρφωση των δικαστών;». Δήλωσε ότι δεν είναι βέβαιος πως έχουν γίνει αρκετά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και εκτίμησε ότι υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν.

Το άρθρο 86 και η ποινική ευθύνη των υπουργών

Περνώντας στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ο Γιώργος Καραβοκύρης υπογράμμισε ότι και σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται το όριο ανάμεσα στη Δικαιοσύνη και στην πολιτική.

Παρέπεμψε σε προηγούμενη τοποθέτησή του σε άρθρο στο «Βήμα της Κυριακής», πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης, και υποστήριξε ότι η μεταπολιτευτική εμπειρία είναι απολύτως διδακτική. Κατά την άποψή του, στο άρθρο 86 «δεν ταιριάζει στη Βουλή ο ρόλος του ποινικού δικαστή». Οι ασάφειες και οι δυσκολίες ως προς την οριοθέτηση των υπουργικών καθηκόντων, αλλά και οι καταχρηστικές εφαρμογές του άρθρου 86 που παρατηρήθηκαν το τελευταίο διάστημα, επιβεβαιώνουν, όπως είπε, τη συγκεκριμένη θέση. Υποστήριξε ότι η λειτουργία των ειδικών κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν παραπέμπει σε μία ορθολογική και αμιγώς νομική διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών.

Αντιθέτως, τη χαρακτήρισε «θεατρική αναπαράσταση», η οποία εκτυλίσσεται με ιδιαίτερα έντονους όρους μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι η αρμοδιότητα για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή και να ανατεθεί στη δικαστική εξουσία. Τόνισε, ωστόσο, ότι στη Βουλή πρέπει να παραμείνει ένα πολιτικό φίλτρο και μία τελική άδεια για την κίνηση της δίωξης και την παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο και στο Ειδικό Δικαστήριο. Αναγνώρισε ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει τάση αποσύνδεσης της διαδικασίας από τη Βουλή.

Παρατήρησε, όμως, ότι σε πολλές χώρες η ευθύνη των υπουργών εξακολουθεί να συνιστά μία εξαιρετική διαδικασία, στην οποία υπάρχει πάντοτε πολιτική διαμεσολάβηση σε κάποιο στάδιό της. Ως παράδειγμα ανέφερε τη Γαλλία, όπου το πολιτικό στοιχείο αποτυπώνεται ακόμη και στη σύνθεση του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τον ίδιο, η πολιτική αυτή διαμεσολάβηση αποτελεί εύλογο χαρακτηριστικό της διαδικασίας, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πολιτικών καθηκόντων και της καλώς εννοούμενης προστασίας του πολιτικού προσώπου.

Η ηθικολογική διάσταση της συζήτησης για τη Δικαιοσύνη

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο Γιώργος Καραβοκύρης επισήμανε ότι η δημόσια συζήτηση για τη Δικαιοσύνη έχει προσλάβει υπερβολικά ηθικολογικές διαστάσεις. Όπως υποστήριξε, πίσω από αυτή τη συζήτηση κρύβεται μία «ολισθηρή απαξίωση» τόσο των πολιτικών όσο και των δικαστών. Αναφέρθηκε στην εδραιωμένη πεποίθηση ότι η εκτελεστική εξουσία θα επιλέξει δικαστές που της είναι αρεστοί και προειδοποίησε ότι δεν πρέπει η συζήτηση για το κράτος δικαίου και την ποιότητα της Δημοκρατίας να μετατρέπεται σε μία υπόθεση «δικαστικής ηθικής κάθαρσης». Καταλήγοντας, τόνισε ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί πράγματι θεματοφύλακα της Δημοκρατίας, αλλά οι συνολικές θεσμικές παθογένειες δεν πρέπει να συρρικνώνονται σε δικανικές κρίσεις ούτε μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά από τη δικαστική εξουσία.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version