Με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα κρίθηκε χθες Τρίτη 14/7 η προφυλάκιση των δύο ατόμων που συνελήφθησαν έπειτα από πολύμηνες και ενδελεχείς έρευνες των αστυνομικών αρχών για την υπόθεση της τραγωδίας στη Marfin, πριν από 16 χρόνια, όπου τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους από την πυρκαγιά που προκλήθηκε μετά τη ρίψη μολότοφ.
Οι δύο κατηγορούμενοι, ηλικίας 42 ετών σήμερα, ταυτοποιήθηκαν μέσω σύγχρονων τεχνολογικών μεθόδων ανάλυσης φωτογραφικού υλικού που υπήρχε στη διάθεση των Αρχών. Τα ευρήματα ενισχύθηκαν από καταθέσεις μαρτύρων, κυρίως ατόμων που βρίσκονταν απέναντι από το υποκατάστημα της τράπεζας.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν σε βάρος των δύο κατηγορουμένων αξιολογήθηκαν ως ιδιαίτερα σημαντικά από τις δικαστικές αρχές, οι οποίες αποφάσισαν την προφυλάκισή τους.
«Δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπων», λέει ο δικηγόρος των κατηγορούμενων
Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, μιλώντας στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές χειρίζονται την υπόθεση, προειδοποιώντας ότι η βιασύνη για «εξυγίανση επί δικαίων και αδίκων» απειλεί να οδηγήσει σε ένα νέο δικαστικό φιάσκο, αντίστοιχο με εκείνο του 2016, προκαλώντας νέο κύκλο οδύνης στους συγγενείς των θυμάτων.Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων Θανάσης Καμπαγιάννης μίλησε στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» για την υπόθεση.
«Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα θύματα της Marfin αν υπάρξει απλά μία «εξιχνίαση» της υπόθεσης επί δικαίων και αδίκων, και χωρίς στιβαρά αποδεικτικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία. Θέλω να πω μετά λόγου γνώσεως, ότι σε αυτή την υπόθεση, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δηλαδή η ίδια η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών λέει ότι δεν μπορεί να συναγάγει συμπέρασμα όσον αφορά την ταυτοποίηση, τόσο του δικού μου εντολέα όσο και των υπολοίπων που κατηγορούνται σε αυτή την υπόθεση. Γι’ αυτόν τον λόγο σας καλώ να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί έχουν ξαναϋπάρξει τέτοιου τύπου – και σε αυτή την υπόθεση – ασκήσεις ποινικής δίωξης που κατέληξαν σε φιάσκο το 2016. Και ταλαιπωρήθηκαν άνθρωποι, και ταλαιπωρήθηκαν και οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι κλήθηκαν να πάνε στο δικαστήριο να ξαναζήσουν το τραύμα εκείνης της ημέρας για να καταθέσουν, και στο τέλος αυτό κατέληξε σε μία πανηγυρική αθώωση γιατί η υπόθεση δεν ήταν δεμένη. Σας λέω λοιπόν ότι, αυτή τη στιγμή, ταυτοποίηση δεν υπάρχει», είπε αρχικά.
«Εγώ από τη δική μου την πλευρά, και η υπεράσπιση γενικότερα, δεν έχει δώσει οποιοδήποτε έγγραφο στη δημοσιότητα» τόνισε ο κ. Καμπαγιάννης και πρόσθεσε: Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι άλλοι έχουν τη σκοπιμότητα και έχουν δώσει έγγραφα αυτής της υπόθεσης στη δημοσιότητα, δεν θα το σχολιάσω. Αυτά τα πράγματα, έτσι όπως τα περιγράφετε, δείχνουν ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δείχνουν, λοιπόν, ότι υπάρχει μία αναφορά σε κάποια κινητά αντικείμενα. Και περιμένουμε, αυτή η ένδειξη να γίνει απόδειξη. Να θωρακιστεί με άλλα στοιχεία τα οποία θα υποδεικνύουν την παρουσία των συγκεκριμένων ανθρώπων. Σας το λέω αυτό διότι, ας πούμε, το άτομο το οποίο λέτε που αναφέρεται ότι έσπασε τη βιτρίνα, είναι ο τρίτος στη σειρά που έχει ταυτοποιήσει η αστυνομία. Δηλαδή, το 2016 η αστυνομία έλεγε ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Χ. Το 2020-2021 η αστυνομία έλεγε πάλι με βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Ψ. Και τώρα η αστυνομία λέει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ο Ω. Και μάλιστα να σας πω ότι, για συγκεκριμένα άτομα τα οποία κατηγορούνται, έχει στο παρελθόν υπάρξει εκτίμηση από τις αρχές ότι δεν είναι, και δεν ταυτοποιούνται ως αυτοί οι οποίοι ήταν στο σημείο. Υπάρχει ένα παράλογο».
«Ο πελάτης μου, όπως και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ήταν σε αυτή την πορεία. Ήταν σε αυτή τη διαδήλωση. Άρα, έχει ανθρώπους με τους οποίους ήταν μαζί. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα κληθεί και η ανάκριση να τα ερευνήσει, να εξετάσει τους μάρτυρες και ούτω καθεξής. Εντοπίζουμε όμως και το πρόβλημα ότι, όταν έχουν παρέλθει 16 χρόνια από ένα γεγονός, αντιλαμβάνεστε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ακόμα και για τον υπερασπιστή, και για τον άνθρωπο ο οποίος κατηγορείται, να ανατρέξει πίσω», σημείωσε.
Μπορούν να σταθούν σε μία δίκη τα στοιχεία αυτά;
Σύμφωνα με την εκτίμηση του κ. Καμπαγιάννη, «αυτά τα στοιχεία, έτσι όπως τα έχει τώρα η υπόθεση, δεν μπορούν να σταθούν από μόνα τους σε μία δίκη. Και κινδυνεύει να γίνει το ίδιο το οποίο συνέβη το 2016.
Και έχουν δίκιο και οι συγγενείς οι οποίοι έχουν βγει – κάποιες επιζήσασες που έχω ακούσει κι εγώ σε δημόσιες παρεμβάσεις τους – και λένε ότι «κινδυνεύουμε να ζούμε τον επανατραυματισμό μίας υπόθεσης ξανά και ξανά, άμα η υπόθεση δεν είναι με σαφήνεια δομημένη και δεμένη» – όπως λέμε δημοσιογραφικά και δικηγορικά.
Για το επιχείρημα του AI και της βοήθειας της τεχνολογίας ο συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι δεν του προκύπτει κάποια τέτοιου τύπου χρήση, σημειώνοντας ότι «εκτός από μία έκθεση η οποία υπάρχει από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Και ένα ανώνυμο e-mail το οποίο κατονομάζει κάποιους ανθρώπους. Αλλά για το συγκεκριμένο e-mail το πρώτο πρόσωπο που κατονομάζει ως έναν από αυτούς που έκαψαν τη Marfin, γνωρίζουμε – και το γνωρίζω και εγώ προσωπικά – ότι ήταν στη φυλακή εκείνη την περίοδο που έγινε, το 2010. Το e-mail, δηλαδή, κατονομάζει πρόσωπο το οποίο ήταν τότε φυλακή».
«Ανώμυμο το e–mail, να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας – Αναφέρεται ως δράστης άτομο που τότε ήταν στη φυλακή»
Ένα από τα πιο προβληματικά σημεία της δικογραφίας, σύμφωνα με την πλευρά της υπεράσπισης, είναι ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη πρόσφατα και το οποίο χρησιμοποιείται ως βασικό στοιχείο. Ο κ. Καμπαγιάννης αποκάλυψε ότι το συγκεκριμένο e-mail στερείται σοβαρότητας, καθώς το πρώτο όνομα που κατονομάζει ως δράστη της επίθεσης αφορά έναν άνθρωπο ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή τον Μάιο του 2010.
«Υπάρχει το συγκεκριμένο mail, αλλά εμείς το πρώτο πράγμα το οποίο ζητήσαμε – και το ζητάμε και δημόσια, το ζητήσαμε και χθες – είναι να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας του συγκεκριμένου e-mail από την αστυνομία. Και όμως, με έκπληξή μας, διαπιστώσαμε ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν κάνει καμία ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε ένα mail το οποίο είναι αστείο. Γιατί, σας ξαναλέω, αναφέρει ως υποτιθέμενο δράστη έναν άνθρωπο, που το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν στη φυλακή. Και έχουμε και φωτογραφίες, από τις οποίες δεν προκύπτει ταυτοποίηση όσον αφορά τον δικό μου εντολέα για παράδειγμα, αλλά και για τους υπόλοιπους. Η αναφορά είναι «inconclusive evidence». Δηλαδή: «στοιχείο το οποίο δεν καταλήγει σε συμπέρασμα».
«Αντιλαμβάνεστε ότι θέλω να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις δημόσιες αναφορές της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εδώ υπάρχει και μία συγκυρία χρονική. Και μάλιστα υπάρχει και μία σύγχυση, δηλαδή άκουσα την κυρία Δημογλίδου να λέει ότι το συγκεκριμένο e-mail έχει σταλεί πριν από ενάμιση χρόνο. Εμένα δεν μου προκύπτει αυτό. Εμένα μου προκύπτει πολύ πιο πρόσφατη αποστολή. Μετά άκουσα τον κύριο Χρυσοχοΐδη να λέει ότι είναι μύθος το συγκεκριμένο mail. Εγώ καταλαβαίνω ότι οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές, όταν έχουνε την πίεση μιας τόσο μεγάλης υπόθεσης, κι άλλες φορές με περιστασιακά στοιχεία, βασισμένα σε κινητά αντικείμενα, έχουν προχωρήσει στην απόφαση της προφυλάκισης».
Οι προφυλακίσεις και το παράδειγμα του Ρωμανού
Αναφερόμενος στην πίεση που δέχονται οι ανακριτικές αρχές λόγω της ιστορικότητας και της βαρύτητας της υπόθεσης, ο συνήγορος υπεράσπιση τόνισε ότι η επιλογή της προφυλάκισης με βάση απλές ενδείξεις ή «κινητά αντικείμενα» είναι μια εξαιρετικά επικίνδυνη πρακτική.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την πρόσφατη δικαστική περιπέτεια του Νίκου Ρωμανού, ο οποίος έμεινε προφυλακισμένος για 18 μήνες εξαιτίας ενός μόνο αποτυπώματος σε κινητό αντικείμενο, για να απαλλαγεί τελικά πανηγυρικά από το δικαστήριο.
«Πρόσφατη είναι η υπόθεση της απαλλαγής του Νίκου Ρωμανού, με ένα περιστασιακό στοιχείο, που ήταν ένα δακτυλικό αποτύπωμα σε ένα κινητό αντικείμενο. 18 μήνες ο συγκεκριμένος άνθρωπος έμεινε στη φυλακή, και ήρθε το δικαστήριο και τον αθώωσε. Δεν θεωρώ ότι είναι σωστή πρακτική. Άμα με ρωτάτε, θεωρώ ότι όταν υπάρχει περιστασιακό στοιχείο, φτάνουμε σε σημείο ένας άνθρωπος μετά από 18 μήνες στη φυλακή, να έρχεται το δικαστήριο και να λέει ότι, “ξέρετε τι, μόνο με αυτό το στοιχείο εγώ δεν μπορώ να τον καταδικάσω”. Και άρα, θεωρώ ότι από αυτή την άποψη θα έπρεπε να είναι πιο φειδωλές οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές. Από τη στιγμή που υπάρχουν και άλλες μέθοδοι, για παράδειγμα το βραχιολάκι ηλεκτρονικής επιτήρησης και ο κατ’ οίκον περιορισμός, που θα μπορούσαν να μη φτάνουν στον βαρύτερο καταναγκασμό, που είναι η προφυλάκιση», σημείωσε ο κ. Καμπαγιάννης.
«Δεν υπάρχει καμία ταυτοποίηση προσώπου. Κανένας από τους δύο οι οποίοι κατηγορούνται, δεν κατηγορείται γιατί έχει ρίξει τη μολότοφ. Κανένας, δεν έχει εντοπιστεί ως το συγκεκριμένο πρόσωπο. Και δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπου. Σας το λέω αυτό κατηγορηματικά, έτσι, προκειμένου να είναι ξεκάθαρος ο λόγος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Τι είπε για την 46χρονη
Ερωτηθείς για την 46χρονη, η οποία συνελήφθη στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ του Λονδίνου δυνάμει ελληνικού εντάλματος σύλληψης που φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση του εμπρησμού της τράπεζας Marfin τον Μάιο του 2010 δήλωσε ότι «είναι κρίμα» και ότι «δεν δικαιώνει του νεκρούς».
«Όσον αφορά στην κοπέλα, δεν την εκπροσωπώ. Αλλά είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει. Γιατί ένας άνθρωπος, για τον οποίο σε προγενέστερη φάση αυτής της έρευνας – η ίδια η αρχή έχει βεβαιώσει ότι δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί – αυτή τη στιγμή η ίδια αρχή λέει το αντίθετο! Είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει με την κοπέλα, και δεν νομίζω ότι δικαιώνει τους νεκρούς της Marfin, κάτι τέτοιο», είπε χαρακτηριστικά.
