«Με βαθύτατη λύπη ανακοινώνουμε ότι σήμερα 15.07.2026 κατά τις πρωινές ώρες, απεβίωσε η γνωστή ηθοποιός Μαριάνθη (Μάρω) Κοντού στο Γενικό Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών “Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ” μετά από σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και παρά τις επίμονες προσπάθειες των θεραπόντων Ιατρών».
Με την παραπάνω ανακοίνωση πληροφορήθηκε το πανελλήνιο για τον θάνατο της αγαπημένης ηθοποιού στην ηλικία των 92 ετών.
Η Μάρω Κοντού άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο, αλλά και τις καρδιές του ελληνικού κοινού. Με την κομψότητα, τη λάμψη και την αριστοκρατική παρουσία που φέρνει στον νου την Όντρεϊ Χέπμπορν δεν έκρυψε ποτέ την ευαλωτότητα μιας γυναίκας που έζησε και εργάστηκε σε εποχές οι οποίες ευνοούσαν περισσότερο τους άνδρες. Παρέμεινε, ωστόσο, τολμηρή και βαθιά ειλικρινής.
Διεκδίκησε το δικαίωμα να αγαπά, να αμφιβάλλει, να ωριμάζει και να αλλάζει, χωρίς να επιτρέπει σε κανέναν ρόλο και σε καμία εικόνα να την καθορίζει ολοκληρωτικά.
Με αφορμή τον θάνατό της, δύο συνεντεύξεις από το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», δημοσιευμένες με απόσταση σχεδόν δεκαεπτά ετών, φωτίζουν διαφορετικές περιόδους της ζωής της.
Μέσα από τις δύο αυτές συνεντεύξεις αναδύεται μια γυναίκα πολύ διαφορετική από την αριστοκρατική «κυρία Κοντού» που είχε δημιουργήσει η κινηματογραφική της εικόνα. Αποκαλύπτεται η πιο ανθρώπινη πλευρά της, αλλά και ο δυναμισμός με τον οποίο διαχειριζόταν τις δυσκολίες.
Παρουσιάζεται γεμάτη αμφιβολίες, αλλά ταυτόχρονα έτοιμη να αυτοσαρκαστεί και αποφασισμένη να υπερασπιστεί το δικαίωμα κάθε γυναίκας να ζει όπως επιθυμεί.
Η πρώτη συνέντευξη δημοσιεύθηκε στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» της 14ης Αυγούστου 1975. Η νιόπαντρη Μάρω Κοντού μιλούσε στην Έλενα Ακρίτα για τον έρωτα, τον γάμο, τις ανασφάλειες και την καριέρα της.
«Είμαι μία αστή νοικοκυρά»
Η ηθοποιός είχε παντρευτεί λίγους μήνες νωρίτερα τον Γιώργο Δόξα, εργαζόμενο σε διαφημιστικό γραφείο, και υποδεχόταν τη δημοσιογράφο στο σπίτι τους.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»,14.8.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η Μάρω Κοντού εξομολογούταν ότι στα νεανικά της χρόνια είχε συνδέσει την προσωπική της ασφάλεια με την ανάγκη να είναι συνεχώς ερωτευμένη:
«Για πολλούς μήνες ήμουνα αδέσμευτη. Αυτό όμως δε με πείραζε καθόλου. Ήτανε η ευκαιρία για ένα καλό μονόλογο. Η ευκαιρία για περισυλλογή, για μακριά ανασκόπηση της ζωής μου.
»Παλιά ήμουνα διαφορετική. Έπρεπε πάντα να πείθω τον εαυτό μου ότι είμαι μόνιμα ερωτευμένη. Κι’ αυτό είχε την πηγή του στα κόμπλεξ και στο αίσθημα ανασφάλειας που με κατείχε».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»,14.8.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
«Είχα ένα δισταγμό»
Πίσω από την ευτυχία του νέου γάμου υπήρχε, ωστόσο, ένας βαθύς δισταγμός. Η Μάρω Κοντού είχε ήδη βιώσει την αποτυχία του πρώτου της γάμου με τον σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουξ:
«Ένοιωθα ένα δισταγμό, ύστερα από την αποτυχία του πρώτου μου γάμου.. Είμασταν τότε πολύ νέοι, απόλυτοι […]
»Το σμίξιμο δυό ανθρώπων δεν έχει πάντα σχέση με το πάθος. Γιατί στο πάθος αγαπάς από σένα για σένα», έλεγε προσδιορίζοντας τη δική της ώριμη πλέον αντίληψη για την αγάπη.
«Δεν μπορώ να κάνω παιδιά»
Όταν η Έλενα Ακρίτα της έθεσε την αναμενόμενη για μια νεόνυμφη γυναίκα ερώτηση η οποία εξακολουθεί να διατυπώνεται ακόμη και σήμερα, παρά τον αδιάκριτο χαρακτήρα της- εκείνη δε δίστασε να μιλήσει ανοιχτά:
«Δεν μπορώ να κάνω παιδιά […] Όμως δε θα με πείραζε να κάνω παιδιά ανύπαντρη. Πιστεύω ότι σε δέκα-δεκαπέντε χρόνια οι αντιλήψεις θα έχουν αλλάξει. Κι’ αν το παιδί έχει μεγαλώσει σωστά μέσα στην οικογένεια κανείς δεν μπορεί να του κάνει κακό. Κι’ η κοινωνία θα είναι ανίκανη να το τραυματίσει».
Ήταν μια δήλωση τολμηρή για την Ελλάδα του 1975, μια κοινωνία στην οποία η ανύπαντρη μητέρα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται με βαθιά καχυποψία.
«Μετάνιωσα που έγινα ηθοποιός»
Η δημόσια εικόνα της Μάρως Κοντού ήταν συνδεδεμένη με την κομψότητα, την ομορφιά, το χιούμορ και τους ρόλους της δυναμικής αστής. Η ίδια, ωστόσο, έμοιαζε να αισθάνεται ότι η καλλιτεχνική ζωή δεν ταίριαζε πάντοτε στον χαρακτήρα της:
«Εγώ μετάνοιωσα που έγινα ηθοποιός. Έχω τόσο ριζωμένο το χαρακτήρα της αστής νοικοκυράς!».
Μιλώντας για τους ανθρώπους του θεάτρου, τους χαρακτήριζε ιδιόρρυθμους και ευάλωτους:
«Οι άνθρωποι της δουλειάς μου έχουν ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία. Είναι σαν παιδιά. Μέσα από τους ρόλους που ερμηνεύουν ψάχνουν συχνά να βρουν το στραπατσαρισμένο τους εγώ. Είναι μια ενστικτώδης κίνηση ψυχανάλυσης. Μετά υπάρχει έντονο το βεντετιλίκι ανάμεσά τους».
Η ανασφάλεια και τα κόμπλεξ
Η Έλενα Ακρίτα της υπενθύμιζε την εντυπωσιακή εμφάνισή της στο πλευρό του Δημήτρη Χορν στο «Ρομανσέρο» και την «κατηγορούσε» ότι στη συνέχεια παρασύρθηκε από το εμπορικό κύκλωμα, παραμένοντας απλώς μια «δροσερή παρουσία», ενώ θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο:
«Δεν αφέθηκα. Ήθελα να απορροφηθώ. Είχα οικονομικές ευθύνες που στάθηκαν τροχοπέδη στα όνειρά μου […] Έξ άλλου ένοιωθα πάντα μιά οικογενειακή ανασφάλεια. Και πολλά πολλά κόμπλεξ. Δεν είχα καμμιά έμπιστοσύνη στον εαυτό μου».
Η δημόσια λάμψη συνυπήρχε με τον φόβο της αποτυχίας και με την ανάγκη για σταθερότητα, την οποία η ίδια αναζητούσε περισσότερο μέσα σε ένα «σωστό σπίτι» παρά στην κορυφή της καλλιτεχνικής ιεραρχίας.

Η Μάρω Κοντού για την παράσταση «40 Καράτια», στο θέατρο Σμαρούλα, στην Αθήνα, το 1966.
Η Ελληνίδα του 1975
Η Μάρω Κοντού μιλούσε και για τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία. Αναγνώριζε ότι είχαν γίνει βήματα προόδου, θεωρούσε, όμως, ότι τα στερεότυπα παρέμεναν ισχυρά:
«Από σεξουαλική σκοπιά νομίζω ότι έχουμε προχωρήσει ελάχιστα. Στον τόπο μας έχουν βαθιά ριζώσει οι προκαταλήψεις και τα ταμπού. Όταν πάει να κάνει ένα θετικό βήμα, πνίγεται από τη γνώμη του κόσμου, από τον κοινωνικό παρωπιδισμό. Οπωσδήποτε, όμως, δεν είμαστε στην ίδια κατάσταση του ’55 ή του ’60».
Η τοποθέτησή αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν διαβάζεται μαζί με τη μεταγενέστερη συνέντευξή της, τον Μάιο του 1992. Σχεδόν δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Κοντού είχε αποφασίσει να αναμετρηθεί δημόσια με ένα ακόμη κοινωνικό ταμπού: τη γυναικεία ηλικία.
Δύο «πενηντάρες και…» στο Δελφινάριο
Στις 5 Αυγούστου 1992, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» συνάντησε τη Μάρω Κοντού και τη Μαίρη Χρονοπούλου στο Δελφινάριο, όπου εμφανίζονταν μαζί στην επιθεώρηση «Μωρά μας καλησπέρα… βογκάμε όλη μέρα», των Μιχαηλίδη, Μακρίδη και Παπαπέτρου.
Οι δύο ηθοποιοί ανέβαιναν στη σκηνή υποδυόμενες τους εαυτούς τους και μιλούσαν για όλα όσα λέγονταν και γράφονταν γι’ αυτές: την ηλικία, την εμφάνιση, τα λίφτινγκ, τους έρωτες και τη μοναξιά.
Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης παρατηρούσε ότι το ουσιαστικό στοιχείο του εγχειρήματος ήταν «το θάρρος που έχουν δύο “πενηντάρες και…” να βγουν να μιλήσουν για τα λίφτινγκ, για το πόσο ποθητές είναι ακόμη και, αν θέλετε, για το αν είναι μόνες ή όχι […] Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου φαινομένου: η πενηντάρα να παίρνει κουράγιο από την ηλικία της».
Η ιδέα για το νούμερο ανήκε στη Μάρω Κοντού. Όπως εξηγούσε, μέσα σε μόλις δεκατέσσερα λεπτά έθιγαν μια σειρά από γυναικεία ζητήματα:
«Θίγουμε τόσα γυναικεία θέματα και κυρίως γύρω από τη θεατρίνα, τη γυναίκα, ώστε ο θεατής να το αρπάζει αμέσως».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 5.8.1992, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Δεν επρόκειτο για μια γενική σάτιρα. Οι δύο ηθοποιοί μιλούσαν για τον εαυτό τους και χρησιμοποιούσαν ως θεατρικό υλικό ακριβώς εκείνα για τα οποία τις σχολίαζε ο κόσμος:
«Ξέρουμε τι λένε για μας […] Πάντως, εδώ που τα λέμε, θέλει και κότσια για να το κάνεις. Δεν νομίζω ότι καμιά από τις πρωταγωνίστριες της γενιάς μου θα δεχόταν να το κάνει.
«Δεν υπάρχει μέση πενηντάρα»
Η Μάρω Κοντού υποστήριζε το δικαίωμα κάθε γυναίκας να επεμβαίνει στην εμφάνισή της, εφόσον το επιθυμεί.
Όταν ρωτήθηκε αν ήταν αντίθετη με το λίφτινγκ, απάντησε:
«Δεν έχω κάνει, επειδή είμαι φοβιτσιάρα. Απεναντίας, δεν είμαι καθόλου κατά του φέις λίφτινγκ. Όποιος θέλει και μπορεί, είναι ελεύθερος να κάνει.
»Αν θες να αλλάξεις μια κουπ, να αλλάξεις ένα μακιγιάζ, να αλλάξεις το χρώμα των μαλλιών σου, να κάνεις κούρα, να αλλάξεις γενικά το ίματζ σου, νομίζω πως είσαι ελεύθερος».
Η ηθοποιός υπερασπιζόταν για άλλη μια φορά το δικαίωμα της γυναίκας να μεγαλώνει χωρίς να ορίζεται αποκλειστικά από την ηλικία της:
«Δεν υπάρχει μέση πενηντάρα. Υπάρχουν τόσες πενηντάρες όσα και τα δακτυλικά τους αποτυπώματα».
Θεωρούσε μάλιστα, ότι πολλές ηθοποιοί της γενιάς της είχαν παραμείνει «παγιδευμένες στο ίματζ του ’60».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 5.8.1992, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η ίδια και η Μαίρη Χρονοπούλου επιχειρούσαν να αποτινάξουν αυτήν την εικόνα μέσα από τον αυτοσαρκασμό. Δεν υποδύονταν πλέον τις αψεγάδιαστες κινηματογραφικές πρωταγωνίστριες. Έβγαιναν μπροστά στο κοινό ως γυναίκες που είχαν μεγαλώσει, είχαν αγαπήσει, είχαν απογοητευτεί και εξακολουθούσαν να διεκδικούν τη θέση τους στη σκηνή και στη ζωή.
Η επιτυχία που άφησε για έναν έρωτα
Η Μάρω Κοντού αναφερόταν και στην πορεία της στον εμπορικό κινηματογράφο και στο θέατρο. Απέρριπτε την άποψη ότι η ίδια και η Μαίρη Χρονοπούλου υπήρξαν σταρ με τη συμβατική έννοια:
«Κατ’ αρχήν εμείς δεν ήμασταν σταρ […] Έκανα τεράστια επιτυχία ως θιασάρχης το ’68 με το “Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη” και μου πρόσφερε 500 χιλιάρικα ο επιχειρηματίας του “Μίνως” για να συνεχίσω και καλοκαίρι. Εγώ όμως τότε ακολούθησα καποιον που ήμουν ερωτευμένη κι έφυγα μαζί του με ένα σκάφος».

Από την ταινία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», 1968.
Κατά την άποψή της, η αναγνώριση που δεν είχε έρθει πάντοτε στην εποχή της είχε δοθεί αργότερα, μέσα από τις συνεχείς τηλεοπτικές προβολές των παλιών ταινιών:
«Δεν ανταποκρινόμασταν στο μέσο γούστο του Έλληνα. Γι’ αυτό και δεν φτάσαμε στην υψηλότερη κορυφή. Σήμερα, που βλέπουν τις παλιές ταινίες μας, μας αγαπούν και μας εκτιμούν αναδρομικά».
«Φτου σου, πουτανάκι»
Πίσω από την ανάγκη της να αποτινάξει την ταμπέλα της «κυρίας» κρυβόταν μια παιδική ανάμνηση που, όπως αποκάλυπτε, την είχε σημαδέψει:
«Ήθελα κάποτε να ξεπεράσω την απόρριψη της γιαγιάς μου που, όταν ανακοίνωσα ότι θέλω να γίνω χορεύτρια, γύρισε και μου είπε “Φτου σου, πουτανάκι”.
»Για χρόνια το κουβάλαγα. Έβλεπα τους άνδρες συναδέλφους μου, τον Κωνσταντάρα, τον Βουτσά, να περπατάνε στον δρόμο κι ο κόσμος να τους χαιρετά στο στυλ “Γεια σου Λάμπρο, γεια σου Κώστα” και μένα με αποκαλούσαν “κυρία Κοντού”. Ήθελα να ξεπεράσω αυτό τον φόβο του να με θεωρούν “κυρία”».
Η φράση συνοψίζει μία από τις βασικές αντιφάσεις της ζωής της. Η ίδια γυναίκα που το 1975 δήλωνε ότι είχε «ριζωμένο τον χαρακτήρα της αστής νοικοκυράς» προσπαθούσε, χρόνια αργότερα, να αποδράσει από τον αυστηρό και απρόσιτο τίτλο της «κυρίας». Έμοιαζε να θέλει να αντιμετωπίζεται ως ένας οικείος άνθρωπος, όπως οι άνδρες συμπρωταγωνιστές της.
Συμφιλιωμένη με τον χρόνο
Το 1992, στα πενήντα οκτώ της χρόνια, δήλωνε ότι δεν αισθανόταν τον χρόνο να έχει περάσει από πάνω της:
«Νιώθω καλύτερα από ποτέ και ούτε αισθάνομαι ότι έχει περάσει από πάνω μου ο χρόνος».
Από τη νιόπαντρη γυναίκα του 1975, που μιλούσε για τις ανασφάλειες και τα κόμπλεξ της, έως την ώριμη ηθοποιό του 1992, που αυτοσαρκαζόταν για την εικόνα της στη σκηνή του Δελφιναρίου, η Μάρω Κοντού παρέμεινε αφοπλιστικά ειλικρινής.
Δεν έκρυψε τις επαγγελματικές επιλογές για τις οποίες είχε μετανιώσει. Δε δίστασε να μιλήσει για τους έρωτές της, την ατεκνία, την οικογενειακή ανασφάλεια, την κοινωνική καταπίεση των γυναικών και τον φόβο της απόρριψης.
Ίσως, γι αυτό να αγαπήθηκε τόσο από το ελληνικό κοινό και κέρδισε τον σεβασμό και την εκτίμησή του, που είχε ως συνέπεια την αντιμετώπισή της ως «Κυρία Κοντού».
