Η εξάλειψη της ιογενούς ηπατίτιδας έως το 2030 παραμένει ένας από τους πιο φιλόδοξους στόχους του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι οι περισσότερες χώρες εξακολουθούν να βρίσκονται αρκετά πίσω από το χρονοδιάγραμμα. Παρότι η επιστήμη διαθέτει πλέον θεραπείες που μπορούν να εκριζώσουν την Ηπατίτιδα C και αποτελεσματικά μέσα πρόληψης και ελέγχου της Ηπατίτιδας C, το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι πλέον η έλλειψη θεραπευτικών επιλογών, αλλά οι χιλιάδες άνθρωποι που παραμένουν αδιάγνωστοι ή χάνονται από την παρακολούθηση. Ο καθηγητής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Ήπατος, Ιωάννης Βλαχογιαννάκος, εξηγεί στο ΒΗΜΑ γιατί η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα δυναμική στρατηγική για την ιογενή ηπατίτιδα C.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ως στόχο την εξάλειψη της ιογενούς ηπατίτιδας ως απειλής για τη δημόσια υγεία έως το 2030. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο συνέδριο EASL δείχνουν ότι απέχουμε δραματικά από τον στόχο αυτό. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τις αιτίες;
Η απόσταση από τον στόχο του 2030 δεν οφείλεται στην έλλειψη επιστημονικών λύσεων. Οφείλεται κυρίως στην αδυναμία των συστημάτων υγείας να μετατρέψουν την επιστημονική πρόοδο σε οργανωμένη πολιτική δημόσιας υγείας.
Στην Ηπατίτιδα C διαθέτουμε σήμερα θεραπείες που εκριζώνουν τον ιό σε πολύ υψηλά ποσοστά. Στην Ηπατίτιδα Β διαθέτουμε αποτελεσματικά εμβόλια και θεραπείες που ελέγχουν τη νόσο.
Παρ’ όλα αυτά, διεθνώς πολλοί άνθρωποι παραμένουν αδιάγνωστοι ή δεν έχουν πρόσβαση σε παρακολούθηση και θεραπεία.
Οι βασικές αιτίες είναι τα χαμηλά ποσοστά διάγνωσης, η απουσία συστηματικών προγραμμάτων ελέγχου, η ανεπαρκής διασύνδεση των ασθενών με τη φροντίδα υγείας και οι ανισότητες στην πρόσβαση. Η πανδημία επιδείνωσε σημαντικά αυτή την εικόνα, καθώς πολλές δράσεις πρόληψης και προληπτικού ελέγχου έμειναν πίσω.
Όσον αφορά την Ελλάδα, πού βρίσκεται σήμερα η χώρα μας σε σχέση με τον στόχο αυτό ή την αναθεώρησή του;
Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα, κυρίως στο επίπεδο της θεραπευτικής πρόσβασης. Οι ασθενείς με Ηπατίτιδα C που διαγιγνώσκονται και φτάνουν στον ειδικό μπορούν σήμερα να λάβουν αποτελεσματική θεραπεία.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν φτάνουν όλοι στον ειδικό. Η χώρα μας εξακολουθεί να έχει αδιάγνωστους ασθενείς, αλλά και ασθενείς που έχουν διαγνωστεί στο παρελθόν και χάθηκαν από την παρακολούθηση. Αυτό είναι το μεγάλο κενό που πρέπει να καλυφθεί.
Ο στόχος του 2030 παραμένει σημαντικός, ακόμη κι αν χρειάζεται πλέον ρεαλιστική επαναξιολόγηση. Δεν πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ως απλή ημερομηνία, αλλά ως εργαλείο κινητοποίησης.
Η Ελλάδα χρειάζεται να ξαναβάλει την ιογενή ηπατίτιδα στις προτεραιότητες δημόσιας υγείας, με μετρήσιμους στόχους και συντονισμένη δράση.
Ποια είναι τα σημαντικότερα εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της Ηπατίτιδας C στη χώρα μας; Η πρόσβαση στις επαναστατικές θεραπείες εκρίζωσης της νόσου είναι εύκολη;
Η πρόσβαση στις θεραπείες έχει βελτιωθεί σημαντικά και αυτό είναι πολύ θετικό. Σήμερα, για τον ασθενή που έχει διαγνωστεί και βρίσκεται σε επαφή με το σύστημα υγείας, η θεραπεία είναι διαθέσιμη και αποτελεσματική.
Το βασικό εμπόδιο βρίσκεται πριν από τη θεραπεία. Είναι η διάγνωση. Πολλοί άνθρωποι δε γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί, γιατί η νόσος μπορεί να εξελίσσεται σιωπηλά για πολλά χρόνια.
Επιπλέον, υπάρχουν ακόμη οργανωτικές καθυστερήσεις στη διαδρομή από το θετικό τεστ μέχρι την έναρξη θεραπείας.
Χρειάζεται πιο απλό μοντέλο: έλεγχος, επιβεβαίωση της ενεργού λοίμωξης και γρήγορη σύνδεση με τη θεραπεία. Όσο περισσότερα βήματα βάζουμε ανάμεσα στον ασθενή και τη θεραπεία, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να τον χάσουμε.

Γαστρεντερολόγος – Ηπατολόγος, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Ήπατος
Εθνικό Σχέδιο Δράδης
Πριν από περίπου 10 χρόνια, η χώρα μας είχε εκπονήσει ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την καταπολέμηση της Ηπατίτιδας C. Τι συνέβη από τότε μέχρι σήμερα; Υπάρχουν κάποια αποτελέσματα;
Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης ήταν μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία. Δημιούργησε για πρώτη φορά ένα οργανωμένο πλαίσιο, έθεσε στόχους και έφερε στο ίδιο τραπέζι την Πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα και τους συλλόγους ασθενών.
Υπήρξαν αποτελέσματα, κυρίως στην πρόσβαση των ασθενών στις νεότερες θεραπείες και στην αύξηση της ευαισθητοποίησης γύρω από τη νόσο. Όμως η προσπάθεια δεν διατηρήθηκε με την ίδια ένταση. Η πανδημία λειτούργησε ως σημείο καμπής και αρκετές δράσεις πάγωσαν ή αποδυναμώθηκαν.
Σήμερα το ζητούμενο δεν είναι να ξεκινήσουμε από την αρχή. Είναι να αξιοποιήσουμε ό,τι χτίστηκε, να επικαιροποιήσουμε το σχέδιο και να περάσουμε σε πιο πρακτική εφαρμογή, με συγκεκριμένη χρηματοδότηση και με αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Ποιες πληθυσμιακές ομάδες θεωρείτε ότι πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα για τον εντοπισμό αδιάγνωστων περιστατικών και την ενίσχυση της πρόληψης;
Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις ομάδες όπου ο κίνδυνος λοίμωξης είναι υψηλότερος και η πρόσβαση στο σύστημα υγείας συχνά δυσκολότερη.
Σε αυτές περιλαμβάνονται οι άνθρωποι που κάνουν ή έχουν κάνει χρήση ενδοφλέβιων ουσιών, οι κρατούμενοι, οι άστεγοι, οι μετανάστες από χώρες υψηλότερου επιπολασμού, καθώς και άτομα που έχουν ιστορικό μεταγγίσεων ή ιατρικών πράξεων σε παλαιότερες περιόδους (πριν το 1990).
Σημαντικός είναι και ο έλεγχος σε άτομα με ανεξήγητα αυξημένες τρανσαμινάσες. Η ηπατίτιδα συχνά κρύβεται πίσω από απλά εργαστηριακά ευρήματα που μπορεί να υποτιμηθούν.
Στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Ηπατολογίας (EASL 2026) τονίσθηκε ξανά ότι οι σύγχρονες θεραπείες για την Ηπατίτιδα C είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές. Τι σημαίνει αυτό στην καθημερινή κλινική πράξη;
Σημαίνει ότι η Ηπατίτιδα C είναι σήμερα μία από τις λίγες χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις που μπορούμε πραγματικά να θεραπεύσουμε. Οι θεραπείες που διαθέτουμε είναι βραχείας διάρκειας, καλά ανεκτές και επιτυγχάνουν εκρίζωση του ιού στην πλειονότητα των ασθενών.
Αυτό έχει αλλάξει ριζικά την ηπατολογία. Παλαιότερα μιλούσαμε για δύσκολες θεραπείες, με σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες και όχι πάντα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Σήμερα μιλάμε για θεραπευτική ίαση.
Στην πράξη, όμως, αυτή η πρόοδος έχει αξία μόνο όταν φτάνει στον ασθενή. Το στοίχημα δεν είναι πια αν μπορούμε να θεραπεύσουμε την Ηπατίτιδα C. Το στοίχημα είναι να βρούμε εγκαίρως τους ανθρώπους που χρειάζονται θεραπεία.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου ανακοινώθηκε και μια σημαντική ευρωπαϊκή εξέλιξη για την οξεία Ηπατίτιδα C, με θετική γνωμοδότηση για επέκταση ένδειξης σύγχρονης θεραπείας και αναμενόμενη έγκριση από τον EMA. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
Είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη, γιατί μεταφέρει τη θεραπευτική παρέμβαση ακόμη νωρίτερα στη διαδρομή της νόσου.
Μέχρι σήμερα, δινόταν έμφαση στη χρόνια Ηπατίτιδα C. Η δυνατότητα θεραπείας και στην οξεία φάση σημαίνει ότι μπορούμε να παρέμβουμε πριν η λοίμωξη εγκατασταθεί χρονίως, προστατεύοντας τον ασθενή και μειώνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω μετάδοσης.
Πρακτικά, αυτό ενισχύει τη λογική της άμεσης διάγνωσης και της γρήγορης θεραπευτικής παρέμβασης. Όταν εντοπίζουμε έγκαιρα έναν άνθρωπο με πρόσφατη λοίμωξη, δε χρειάζεται να περιμένουμε να εξελιχθεί η νόσος. Μπορούμε να δράσουμε άμεσα.
Αυτή η εξέλιξη δείχνει πόσο γρήγορα προχωρά η επιστήμη και πόσο σημαντικό είναι τα συστήματα υγείας να μπορούν να ακολουθούν την πρόοδο.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους πολίτες και στους επαγγελματίες υγείας ώστε η Ελλάδα να επιταχύνει την πορεία της προς την εξάλειψη της ηπατίτιδας;
Το μήνυμα προς τους πολίτες είναι απλό: η Ηπατίτιδα C μπορεί να μη δίνει συμπτώματα αλλά μπορεί να διαγνωστεί εύκολα και να θεραπευθεί αποτελεσματικά. Όποιος έχει παράγοντες κινδύνου ή δεν έχει ελεγχθεί ποτέ, πρέπει να μιλήσει με το γιατρό του.
Το μήνυμα προς τους επαγγελματίες υγείας είναι ότι πρέπει να σκεφτόμαστε πιο ενεργά την ηπατίτιδα. Η προσεκτική λήψη του ιστορικού, η αξιολόγηση μια αυξημένης τρανσαμινάσης, η ανάδειξη ενός παράγοντα κινδύνου, μπορεί να είναι η ευκαιρία να διαγνωστεί ένας άνθρωπος εγκαίρως.
Τέλος, το μήνυμα προς την Πολιτεία είναι ότι η εξάλειψη της ηπατίτιδας δεν θα επιτευχθεί αυτόματα. Χρειάζεται οργάνωση, χρηματοδότηση, συνεργασία και συνέπεια. Η επιστήμη μάς έχει δώσει τα εργαλεία. Τώρα πρέπει να τα αξιοποιήσουμε.
