Διακοπές: Γιατί οι τουρίστες «κόβουν» τις μισές μέρες στην Ελλάδα

Οι αφίξεις αυξάνονται, αλλά οι μέρες διαμονής κατρακυλούν στο μισό. Πώς το αυξημένο κόστος ζωής αλλάζει τον τουρισμό και η λίστα με τις 36.000 κενές θέσεις εργασίας;

Διακοπές: Γιατί οι τουρίστες «κόβουν» τις μισές μέρες στην Ελλάδα

Ελαφρώς καλύτερη εικόνα από πέρυσι την ίδια περίοδο εμφανίζει η ελληνική ξενοδοχειακή αγορά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων. Τα στοιχεία, που παρουσιάσθηκαν τη Δευτέρα σε συνέντευξη τύπου, αποτυπώνουν έναν κλάδο που εξακολουθεί να επιδεικνύει ανθεκτικότητα, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις μεταβολές στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών.

Τον Μάιο του 2026 η μέση πληρότητα των ξενοδοχείων διαμορφώθηκε στο 63,2%, έναντι 62% τον ίδιο μήνα του 2025, ενώ η μέση τιμή του δίκλινου δωματίου αυξήθηκε στα 117 ευρώ από 112 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του πενταμήνου, η ζήτηση παρέμενε ισχυρή, χωρίς όμως να καταγράφεται θεαματική επιτάχυνση.

Ο κλάδος ξενοδοχείων εξακολουθεί να επιδεικνύει ανθεκτικότητα, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις μεταβολές στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών

Η πρόεδρος του ΙΤΕΠ, Χριστίνα Τετράδη, εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξη για τη συνέχεια της τουριστικής περιόδου, υπογραμμίζοντας ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, καθώς οι δύο ισχυρότεροι μήνες της σεζόν, ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, έχουν καθοριστική βαρύτητα για το τελικό αποτέλεσμα.

Όπως σημείωσε, η χρονιά χαρακτηρίστηκε από έντονες γεωπολιτικές αναταράξεις, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, το ελληνικό τουριστικό προϊόν διατήρησε μέχρι τον Μάιο τις επιδόσεις του στα επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς, γεγονός που θεωρείται ενθαρρυντικό.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής. Οι ταξιδιώτες καθυστερούν όλο και περισσότερο να οριστικοποιήσουν τις διακοπές τους, επιδιώκοντας καλύτερες τιμές και μεγαλύτερη ασφάλεια απέναντι στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι εγκαταλείπουν την πρόθεση να ταξιδέψουν. Όπως επισήμανε η κ. Τετράδη, ο τουρισμός έχει εξελιχθεί για μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων σε ανάγκη και οι καταναλωτές αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν το ταξίδι στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.

Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΤΕΠ και καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, Γιώργος Πετράκος, επισήμανε ότι τα στοιχεία του πρώτου πενταμήνου δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτες αποκλίσεις έναντι του 2025. Πίσω όμως από αυτή τη σταθερότητα εξελίσσονται σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται πλέον η πορεία του ελληνικού τουρισμού.

Η μείωση της διάρκειας παραμονής

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι η διαρκής μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής των επισκεπτών. Σύμφωνα με την κ. Τετράδη, η διάρκεια των διακοπών έχει περιοριστεί περίπου στο μισό σε σύγκριση με πριν από είκοσι χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την προσπάθεια των ταξιδιωτών να προσαρμοστούν στο αυξημένο κόστος ζωής, χωρίς να στερηθούν εντελώς τις διακοπές τους. Οι επισκέπτες μπορεί να ταξιδεύουν συχνότερα ή να επιλέγουν περισσότερους προορισμούς, αλλά παραμένουν λιγότερες ημέρες σε κάθε ταξίδι.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι αφίξεις από μόνες τους δεν αποτυπώνουν το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα. Ενδεικτικά, 1.000 επισκέπτες που παραμένουν δέκα ημέρες δημιουργούν 10.000 διανυκτερεύσεις. Εάν οι αφίξεις διπλασιαστούν σε 2.000, αλλά η μέση παραμονή περιοριστεί στις πέντε ημέρες, οι διανυκτερεύσεις παραμένουν και πάλι 10.000. Επομένως, μια αύξηση 100% στις αφίξεις δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχη αύξηση στην οικονομική δραστηριότητα, είπε η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ.

Για τον λόγο αυτόν, η αποτίμηση της τουριστικής επίδοσης δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον αριθμό των εισερχόμενων ταξιδιωτών. Χρειάζεται να συνεκτιμώνται η διάρκεια παραμονής, οι διανυκτερεύσεις, η δαπάνη ανά επισκέπτη, η εποχικότητα και η κατανομή της κίνησης στους προορισμούς.

Ποιοτική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού

Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος μετασχηματίζεται ποιοτικά. Τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία ως προς τον αριθμό των μονάδων, ενώ ο αριθμός των δωματίων τους έχει αυξηθεί κατά περίπου 80%. Σημαντική ενίσχυση εμφανίζουν και οι μονάδες τεσσάρων αστέρων, ενώ τα ξενοδοχεία χαμηλότερων κατηγοριών υποχωρούν σταδιακά.

Η ποιοτική αναβάθμιση συνδέεται άμεσα με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Οι σύγχρονες μονάδες επενδύουν περισσότερο στη γαστρονομία, στην ευεξία, στις προσωποποιημένες υπηρεσίες, στις ψηφιακές εφαρμογές και στη βιωσιμότητα, επιδιώκοντας να διαφοροποιηθούν από το παραδοσιακό μοντέλο του ήλιου και της θάλασσας.

Τζίρος 12,5 δισ. ευρώ και επενδύσεις-ρεκόρ

Η αναβάθμιση του ξενοδοχειακού προϊόντος αποτυπώνεται και στα οικονομικά μεγέθη του κλάδου. Ο συνολικός κύκλος εργασιών των ξενοδοχείων ανήλθε το 2025 στα 12,5 δισ. ευρώ, έναντι 11,5 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 8,7%.

Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η επενδυτική δραστηριότητα. Οι ξενοδοχειακές επενδύσεις έφθασαν το 2025 στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 1,5 δισ. ευρώ, από 1 δισ. ευρώ το 2024. Πρόκειται για αύξηση 50% σε έναν χρόνο και για την υψηλότερη επίδοση της περιόδου 2022-2025.

Από το συνολικό ποσό, το 20,7% κατευθύνθηκε σε επενδύσεις βιωσιμότητας. Πρόκειται για έργα ενεργειακής αναβάθμισης, εξοικονόμησης νερού και ενέργειας, περιορισμού αποβλήτων, χρήσης ανανεώσιμων πηγών και προσαρμογής στις απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης.

Ψηφιακή μετάβαση και τεχνητή νοημοσύνη

Σημαντικό μέρος των επενδύσεων αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τις νέες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη. Οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις επενδύουν σε προηγμένα συστήματα κρατήσεων, διαχείρισης εσόδων, προσωποποιημένης εξυπηρέτησης, ψηφιακού marketing και αυτοματοποίησης των εσωτερικών διαδικασιών.

Λιγότερες ελλείψεις, αλλά 36.145 κενές θέσεις

Βελτίωση καταγράφεται στην αγορά εργασίας, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί το πρόβλημα των ελλείψεων προσωπικού. Το 2025 τα ελληνικά ξενοδοχεία χρειάζονταν, σύμφωνα με τα οργανογράμματά τους, 263.026 εργαζομένους. Ο πραγματικός αριθμός των θέσεων που καλύφθηκαν ήταν 226.881, με αποτέλεσμα να παραμένουν κενές 36.145 θέσεις.

Το ποσοστό των ελλείψεων διαμορφώθηκε στο 13,7%, ή περίπου 14%, και ήταν το χαμηλότερο της τελευταίας πενταετίας. Παρά τη βελτίωση, οι ελλείψεις παραμένουν σημαντικές και διαφοροποιούνται ανά κατηγορία ξενοδοχείου. Στα ξενοδοχεία ενός αστεριού το ποσοστό των κενών θέσεων ήταν 9,1%, στα δύο αστέρια 20,2%, στα τρία αστέρια 18,9%, στα τέσσερα αστέρια 12,8% και στα πέντε αστέρια 8,5%.

Σημαντική είναι και η συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη στελέχωση των ξενοδοχείων. Το 85,9% των μονάδων προσέλαβε εργαζομένους από την τοπική αγορά, ενώ το 30,2% αναζήτησε προσωπικό από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Παράλληλα, το 26,6% προσέλαβε εργαζομένους από τρίτες χώρες, το 18,5% από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 15,4% από άλλες περιοχές της περιφέρειας.

Το 13,8% των ξενοδοχείων υπέβαλε αίτηση για την πρόσληψη εργαζομένων από τρίτες χώρες. Από τις επιχειρήσεις που προχώρησαν σε αίτηση, το 88,5% κατάφερε να προσλάβει τουλάχιστον έναν εργαζόμενο. Συνολικά ζητήθηκαν 11.875 εργαζόμενοι και προσλήφθηκαν 9.481, δηλαδή καλύφθηκε περίπου το 80% των αιτημάτων.

Οι νέες δεξιότητες που ζητεί ο κλάδος

Οι ανάγκες των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων δεν περιορίζονται πλέον στις παραδοσιακές ειδικότητες, όπως οι μάγειρες, οι σερβιτόροι και το προσωπικό καθαριότητας. Ο κλάδος αναζητεί ολοένα περισσότερο στελέχη με σύγχρονες διοικητικές και ψηφιακές δεξιότητες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΤΕΠ, το 33,4% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι πρέπει να ενισχυθούν οι δεξιότητες των διοικητικών στελεχών στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Ακολουθούν η διαχείριση κρίσεων και η αντιμετώπιση προβλημάτων με 32,9% και η ηγεσία ανθρώπινου δυναμικού με 32,7%.

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης αναφέρεται από το 24,9% των επιχειρήσεων, η οικονομική διαχείριση και το budgeting από το 24,4%, το digital marketing και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το 23,2% και η κουλτούρα και οι πρακτικές ESG από το 20%.

Από τους αριθμούς στην ποιότητα της ανάπτυξης

Η κ. Τετράδη υπογράμμισε ότι ο τουρισμός δεν μπορεί πλέον να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις αφίξεις, τις πληρότητες ή τα συνολικά έσοδα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν αναπτύσσεται ο τουρισμός, αλλά πώς αναπτύσσεται, με ποιους όρους, με ποιες επιπτώσεις και με ποια δυνατότητα να παραμείνει ανθεκτικός στον χρόνο. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενεργειακής αστάθειας, κλιματικής πίεσης και ταχύτατων αλλαγών στη ζήτηση, η στρατηγική για τον τουρισμό πρέπει να βασίζεται σε αξιόπιστη γνώση και όχι σε αποσπασματικές εντυπώσεις, σημείωσε.

Σε αυτό το πεδίο, πρόσθεσε, αναδεικνύεται ο ρόλος του ΙΤΕΠ. Μέσα από τη συλλογή πρωτογενών δεδομένων, τη μεθοδολογική τους επεξεργασία και την παραγωγή προβλέψεων, το Ινστιτούτο λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού για την Πολιτεία, τις επιχειρήσεις και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Πηγή: ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version