Στη μεσοβασιλεία των μετριοτήτων, η απομίμηση στο χώρο της πολιτικής είναι προσφιλής μέθοδος. Με την αναπαράσταση επιδιώκεται η κατασκευή μιας άλλης προσωπικής οντότητας. Και αυτό γιατί, η προσέλκυση ενδιαφέροντος και κατ’ επέκταση η αποδοχή της από την ευρύτερη κοινή γνώμη, καθιστά απαραίτητη τη διαμόρφωση μιας ελκυστικής εικόνας. Έτσι βλέπουμε ότι η απουσία ισχυρής ηγετικής υπόστασης στην εγχώρια πολιτική σκηνή, επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με την αντιγραφή.
Η επίκληση κάποιας κορυφαίας προσωπικότητας, αποσκοπεί στο να καλυφθούν τα υπαρκτά ελλείμματα και οι περιορισμένες ικανότητες. Η πολιτική σκηνή αποκτά στοιχεία θεατρικότητας. Όπως οι πρωταγωνιστές σε ένα θεατρικό έργο, υποδύονται ρόλους που στην πραγματικότητα δεν μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους, το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική κονίστρα. Οι τωρινές ηγεσίες επιδίδονται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να δείξουν πως είναι αντάξιες των προγενέστερων. Μιμούμενές τις, υποτιμούν το αυτονόητο. Και αυτό γιατί στερούμενες τα βασικά δομικά τους χαρακτηριστικά, κινδυνεύουν να εμφανιστούν ως απλές καρικατούρες.
Αναμφίβολα. Η πολιτική ηγεσία έχει έντονα τα στοιχεία της προσωπικής διάστασης. Δεν κατασκευάζεται σε κάποιο εργαστήριο. Ούτε μοντάρεται με τις βλέψεις και τις επιθυμίες, όσων αναζητούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ακόμη και αν αποκτήσουν την ιδιότητα του πολιτικού αρχηγού, η πράξη είναι εκείνη που πιστοποιεί αν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τις απαιτήσεις του αξιώματος τους.
Ασφαλώς και η ηγετικότητα, δεν προσδιορίζεται μόνο με την αποδοχή της από το εκλογικό σώμα. Πόσο μάλλον από το χάρισμα της επικοινωνίας. Απεναντίας πρόκειται για μια σύνθετη αξία. Ουσιαστικά καθορίζεται, από την προσωπική και διανοητική συγκρότηση των επίδοξων πρωταγωνιστών, την ικανότητα τους να αντιλαμβάνονται τις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, θεμελιώνοντας τη δική τους αυθύπαρκτη αφήγηση.
Επιπροσθέτως εξαρτάται από τη δυνατότητα τους να πείθουν για την πολιτική και διαχειριστική τους επάρκεια. Αρκεί να διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία. Αλλά και να διασφαλίζουν τις αναγκαίες συναισθηματικές ταυτίσεις με τους πολίτες που επιθυμούν να προσελκύσουν. Με άλλα λόγια, η ηγετικότητα είναι ένα κράμα ιδιαίτερων, ξεχωριστών και έμφυτων ικανοτήτων.
Πάντως, η έλλειψη ικανών ηγετών με αποδεδειγμένο μεγάλο διαμέτρημα και το απαιτούμενο πολιτικό βάθος, συνιστά μια αναμφισβήτητη αλήθεια. Και το κυριότερο, καθιστά αναπόφευκτη τη σύγκριση με κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες αναγνωρισμένης αξίας, που άφησαν το στίγμα τους στη σύγχρονη ιστορία του τόπου.
Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα οι ηγεσίες που ξεχώρισαν, ήταν εκείνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη. Αναμφισβήτητα, ο καθένας απ’ αυτούς διέθετε τα δικά του προσωπικά γνωρίσματα, διαφορετικό πολιτικό ανάστημα, ξεχωριστό ηγετικό προφίλ. Το βέβαιο είναι, πως και οι τρείς άφησαν πίσω τους μια χώρα καλύτερη από αυτή που παρέλαβαν. Οι διαφορές και οι ομοιότητες τους, ήταν κάτι παραπάνω από διακριτές. Δεν οφείλονταν μόνο στα ιδεολογικοπολιτικά φορτία που κουβαλούσαν. Ούτε στα διαμετρικά αντίθετα βιώματά τους.
Πρωτίστως διέθεταν ισχυρή ηγετικότητα. Το απέδειξαν με τις τολμηρές αποφάσεις τους, την προνοητικότητα τους και την αποφασιστικότητα που τους διέκρινε. Ασκούσαν πολιτική με ορίζοντα την ιστορία και όχι τη συγκυρία. Έθεσαν μεγάλους εθνικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους και τους πέτυχαν, αλλάζοντας τους προσανατολισμούς και την όψη του τόπου. Η αποτίμηση του κυβερνητικού τους έργου, τους κατατάσσει σε εκείνους που συνέβαλλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη και ευημερία του τόπου και της κοινωνίας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, εμφανίζοντας ένα νέο πολιτικό εαυτό, αξιοποίησε τα ηγετικά του προσόντα, διαδραματίζοντας καταλυτικό ρόλο στην αναίμακτη μετάβαση στη Δημοκρατία, καθώς και στην οργανική ένταξη της Ελλάδας στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες, στην ΕΟΚ. Αντιλαμβανόμενος την ανάγκη υπέρβασης των ιδεοληπτικών εμμονών και αγκυλώσεων της παλαιάς Ελλάδας, δεν δίστασε να πει πως οι Έλληνες χρειάζεται να μάθουν να κολυμπούν στα βαθιά νερά της Ευρώπης. Η ηγετικότητα του, είχε καταλυτική επίδραση στην υλοποίηση του εγχειρήματος του.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, με μια πρωτοφανή και υπερχειλίζουσα ηγετικότητα, έφερε την πολιτική ως ένας άλλος «Προμηθέας», από τον «Όλυμπο» μιας ελίτ στις καρδιές των ταπεινών ανθρώπων. Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Έθεσε τέλος στην καχεκτική μετεμφυλιακή Ελλάδας. Το αίτημα της αλλαγής που πρόταξε και ενσάρκωσε, στηρίζονταν στο ηγετικό του ανάστημα. Έτσι μπόρεσε να της προσδώσει τεράστιο πρακτικό αντίκρισμα, με κορυφαία επιτεύγματα, την αποκατάσταση του κράτους δικαίου και τη θεμελίωση ενός υβριδικού κοινωνικού κράτους. Με την επιστροφή του στη διακυβέρνηση της χώρας, επιβεβαίωσε την ηγετικότητά του επιδεικνύοντας πρωτοφανή προσαρμοστικότητα. Μάλιστα χάραξε το δρόμο της συμμετοχής της Ελλάδας, στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ο Κώστας Σημίτης, απέδειξε ότι διέθετε μια ξεχωριστή, ισχυρή και τολμηρή ηγετικότητα. Η ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση και η διαχειριστική του επάρκεια, προσέδωσαν στο πρόταγμα του εκσυγχρονισμού που εκείνος εμπνεύστηκε, δυναμική και δημιουργική ενέργεια. Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της ιδεοληψίας, του λαϊκισμού, του εθνικισμού της θρησκοληψίας και της κομματοκρατίας, ενίσχυσε περαιτέρω την ηγετική του παράσταση, «συνομιλώντας» με ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας. Εμπράκτως έδειξε ότι συνιστούσε μια διαφορετική ιδεολογικοπολιτική Ήπειρο. O πραγματισμός που εξέπεμπε εδράζονταν στην πεποίθηση, πως ο τόπος έχει ανάγκη από ένα άλλο ηγετικό μοντέλο.
Η πρωθυπουργία του, νοηματοδοτούσε την πολιτισμική αλλαγή, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα στενά όρια μιας εσωστρεφούς Ελλάδας, εγκλωβισμένης στα ιδεολογικοπολιτικά της μοναστήρια και στους μαρμαρωμένους θεσμούς της. Με την ηγετικότητα και την απαράμιλλη μεθοδικότητα του, έκανε πράξη κορυφαία επιτεύγματά. Την ανέλπιστη ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, στο στενό πυρήνα των προηγμένων οικονομικά και κοινωνικά χωρών της Ευρώπης, την ανέφικτη όπως αρκετοί διακήρυτταν, συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ιστορική συμφωνία του Ελσίνκι, που μετέτρεψε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ευρωτουρκικές. Και πέρα από τα Μάκρο επιτεύγματά του, πλειάδα είναι και εκείνα σε επίπεδο του Μίκρο.
Όπως πλέον φαίνεται, την εγνωσμένη αξία των πρωταγωνιστών που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμα τους στον τόπο, προσπαθούν σήμερα να οικειοποιηθούν οι τωρινές πολιτικές ηγεσίες. Με την απομίμηση, θεωρούν ότι μπορούν να αποκομίσουν μερίδιο από την επιτυχία τους, καλύπτοντας τις δικές τους αδυναμίες και ανεπάρκειες. Η ηγετικότητα δεν αντιγράφεται. Ούτε εμφυτεύεται. Συνιστά προνόμιο για εκείνους που την κατέχουν, αλλά και έλλειμμα για όσους τη στερούνται.
Από τη μια ο Αλέξης Τσίπρας, καιρό τώρα επιχειρεί να υποδυθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου. Από την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζει τον εαυτό του ως συνέχεια του Κώστα Σημίτη. Ωστόσο η απόσταση που τους χωρίζει, είναι απέραντη. Οι επιδιώξεις τους να συγκριθούν, αλλά και να ταυτιστούν με δύο κορυφαίες ηγετικές παρουσίες, είναι τουλάχιστον άτοπες.
Οι συγκρίσεις αυθαίρετες. Δεν τους συνδέουν κάποια κοινά στοιχεία, ως προς την ηγετικότητα. Ούτε διακατέχονται από τις ιδεολογικοπολιτικές αναζητήσεις και προσανατολισμούς του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη. Πόσο μάλλον να συγκριθούν με το έργο τους. Αρκεί να σκεφτούμε, τι θα απαντήσει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής στο ερώτημα, τι άφησε πίσω του ο Αλέξης Τσίπρας και τι αφήνει πίσω του ο Μητσοτάκης. Νομίζω ότι οι απαντήσεις είναι αυτονόητες.
Ο Αλέξης Τσίπρας συνδέει την επιστροφή του, με μια τουλάχιστον άτολμη και θολή πολιτικοϊδεολογική ανατοποθέτηση. Δίχως να επιχειρεί μια πραγματική τομή στη συνέχεια, για να θυμηθώ τον Αντόνιο Γκράμσι, τον οποίο συχνά επικαλείται. Το ηγετικό κεφάλαιο του Ανδρέα Παπανδρέου δεν μεταμοσχεύεται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαίωσε και τους πιο σκληρούς επικριτές του. Η διακυβέρνηση του, απέχει παρασάγγας από το μύθευμα της κεντρώας φυσιογνωμίας. Απλώς άντεξε, γιατί του προσφέρθηκε απλόχερα η αξιοποίηση του τεράστιου αντισύριζα κύματος. Η σύγκρισή του με τον Κώστα Σημίτη, μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται. Οι διαφορές τους είναι ριζικές. Ο Σημίτης ενσάρκωνε όπως είχε υποστηρίξει ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, τη βιοπολιτική.
Ο Μητσοτάκης βρίσκεται στον αντίποδα, ενσαρκώνει τη βιοεξουσία. Πρόκειται για δύο εντελώς αντίθετες αντιλήψεις και πρακτικές. Ο τωρινός Πρωθυπουργός πολιτεύεται με τη βουλιμία της εξουσίας, αλλά και με την Τεχνητή Νοημοσύνη, που όπως είναι γνωστό παραλύει τη δημιουργικότητα και την έμπνευση, την αυθυπαρξία και την ικανότητα, το πνεύμα και τις ιδέες.
Το βέβαιο είναι, ότι οι απομιμήσεις κάθε άλλο παρά πείθουν. Και το χειρότερο εκθέτουν τους μιμητές, αποκαλύπτοντας την τεράστια απόσταση που τους χωρίζει με εκείνους που επιχειρούν να αντιγράψουν. Υποδυόμενοι ανύπαρκτες ομοιότητες, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να δείχνουν την έλλειψη οράματος.
*Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας
