«Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ είναι τόσο οργισμένος με την Ισπανία και τον Πέδρο Σάντσεθ;» ήταν ο τίτλος χθεσινού ρεπορτάζ της γερμανικής Deutsche Welle, λίγο αφότου ο αμερικανός πρόεδρος είχε καταφερθεί εναντίον της χώρας από την Άγκυρα, απειλώντας για ακόμη μια φορά με διακοπή του εμπορίου.
Η απάντηση στο ερώτημα της DW ενδεχομένως συνοψίζεται στον τίτλο ενός δημοσιεύματος του βρετανικού Guardian από τον περασμένο Μάρτιο: «Γιατί ο Πέδρο Σάντσεθ είναι ο μόνος ευρωπαίος ηγέτης που πάει κόντρα στον Τραμπ;»
Τα σημεία τριβής
Η χθεσινή ρητορική του Τραμπ για τους «απελπισμένους» και «κακούς» Ισπανούς στους οποίους σκοπεύει να επιβάλει εμπάργκο δεν ήταν κάποιο πρωτοφανές φαινόμενο, αφού το ρήγμα στη σχέση μεταξύ των δυο χωρών εμφανίστηκε ήδη από τις αρχές της δεύτερης θητείας του αμερικανού προέδρου.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει την Ισπανία επειδή αρνείται να δεσμευθεί στον στόχο που έθεσε για τα μέλη του ΝΑΤΟ και τις αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Η κυβέρνηση Σάντσεθ είναι η μόνη που επιμένει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στη Συμμαχία διαθέτοντας περίπου το 2,1%, στάση που συγκρούεται ευθέως με τις αμερικανικές απαιτήσεις. Όταν ο ισπανός πρωθυπουργός εξέφρασε για πρώτη φορά αυτή τη θέση, πέρυσι στη Χάγη, ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με την απειλή για εμπάργκο.
Αλλά, οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Μαδρίτης επιδεινώθηκαν σημαντικά κατά τον πόλεμο στο Ιράν, όταν ο Σάντσεθ αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο έντονους επικριτές της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης.
Ο ισπανός πρωθυπουργός σε μια 10λεπτη ομιλία του είχε χαρακτηρίσει τον πόλεμο παράνομο, κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι οδήγησαν τον κόσμο σε μια σύγκρουση που έφερε μόνο «ανασφάλεια και πόνο». Παράλληλα, η Μαδρίτη αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση των κοινών αμερικανοϊσπανικών στρατιωτικών βάσεων για επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν και έκλεισε τον εναέριο χώρο της σε αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις.
Η αμερικανική αντίδραση; Απειλή για διακοπή του εμπορίου.
Πέραν αυτών, είναι σαφές πως οι ιδεολογίες των δυο ηγετών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, κάτι που σύμφωνα με τους New York Times επηρεάζει τη μεταξύ τους σχέση.
Ο σοσιαλιστής Σάντσεθ ήταν ο πρώτος ευρωπαίος ηγέτης που μίλησε για γενοκτονία στη Γάζα, έχει αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης, ακολουθεί μια πολύ πιο προοδευτική μεταναστευτική πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ του Τραμπ, ενώ πριν από μερικούς μήνες είχε γράψει και ένα άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα, στο οποίο παρουσίαζε το δικό του μοντέλο διακυβέρνησης ως εναλλακτική απέναντι στις πολιτικές του κινήματος MAGA.
Η ισπανική κοινή γνώμη και τα προβλήματα στο εσωτερικό
Όπως επισημαίνει ο Guardian, ο ισπανός πρωθυπουργός έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια ένα σαφές πολιτικό προφίλ απέναντι στον αμερικανό πρόεδρο, αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους ευρωπαίους ηγέτες που τον αμφισβητούν ανοιχτά – ακόμα και αποφεύγοντας να λέει το όνομά του.
Η στάση αυτή, όμως, ακόμη και αν εξηγείται από ιδεολογικές διαφωνίες, υπαγορεύεται και από τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό της Ισπανίας.
Ο Σάντσεθ, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά σκανδάλων στη χώρα του, ηγείται μιας εύθραυστης κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία στηρίζεται τόσο στα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο και σε καταλανικά και βασκικά εθνικιστικά κόμματα. Οι κυβερνητικοί του εταίροι πολύ δύσκολα θα δέχονταν την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, θεωρώντας ότι θα γίνει σε βάρος των κοινωνικών δαπανών, ενώ ορισμένοι απορρίπτουν ανοιχτά την ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Ανάλογη ωστόσο είναι και η εικόνα στην κοινή γνώμη. Το Atlantic Council επισημαίνει ότι μόλις ένα μικρό ποσοστό των Ισπανών τάσσεται υπέρ μιας σημαντικής αύξησης των αμυντικών δαπανών, καθώς η πλειονότητα εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στην υγεία και την παιδεία. Η στάση αυτή συνδέεται και με την ιστορική δυσπιστία απέναντι στον στρατό που άφησε ως παρακαταθήκη η περίοδος της δικτατορίας του Φράνκο.
Επιπλέον, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ στην Ισπανία παραμένει εξαιρετικά αρνητική. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της El País, το 81% των Ισπανών θεωρεί τον αμερικανό πρόεδρο τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη – μεγαλύτερη από τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
«Ακόμα και πριν τον πόλεμο, η Ισπανία ήταν παραδοσιακά υπέρ της Παλαιστίνης. Η πλειονότητα των πολιτών τρέφει βαθιά δυσαρέσκεια για τον Τραμπ. Στο εσωτερικό ο Σάντσεθ έχει πολλούς επικριτές, ειδικά για ζητήματα διαφθοράς, όμως για την εξωτερική του πολιτική έχει ευρεία υποστήριξη γιατί αντανακλά την κοινή γνώμη» εξηγεί η αρχισυντάκτρια της ισπανικής El Diario Μαρία Ραμίρεζ, μιλώντας στην DW.
Μπορεί πράγματι ο Τραμπ να διακόψει το εμπόριο με την Ισπανία;
Όπως και τις προηγούμενες φορές, έτσι και τώρα, η ιδέα για εμπάργκο δεν φαίνεται πως θα προχωρήσει, αφού ήδη λίγες ώρες μετά από το ξέσπασμά του και λίγο πριν από την επιστροφή του από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, ο αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τελικά την Ισπανία «γενναιόδωρη», καθώς όπως μεταδίδεται η χώρα δεσμεύτηκε σε μια σημαντική πληρωμή.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ προετοιμάζουν μια λίστα ισπανικών προϊόντων για την περίπτωση που ο Τραμπ αποφασίσει τελικά να επιβάλει εμπορικές κυρώσεις στην Ισπανία – αλλά κάτι τέτοιο δεν θεωρείται πιθανό σύμφωνα με αναλυτές.
Αρχικά, η Ισπανία αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εμπορική πολιτική καθορίζεται από τις συμφωνίες που συνάπτει η ΕΕ συνολικά και όχι από κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε μονομερής κίνηση κατά της Ισπανίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα εμπορική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, επηρεάζοντας συναλλαγές αξίας περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων.
Παράλληλα, αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times εκφράζουν αμφιβολίες τόσο για τη νομική δυνατότητα του προέδρου να προχωρήσει σε αυτήν την πράξη όσο και για το κατά πόσο θα άντεχε μια τέτοια απόφαση στις αντιδράσεις των αγορών.
Αν και οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ-Ισπανίας είναι σχετικά περιορισμένες συγκριτικά με άλλες χώρες, οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στη χώρα, η Ισπανία προσελκύει ολοένα και περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια χάρη στις ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, ενώ είναι λιγότερο εκτεθειμένη στις αμερικανικές πιέσεις από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς είναι μία από τις χώρες που εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα έναντι των ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικά, ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν έγραψε χθες μεταξύ άλλων πως «αυτό δεν πρόκειται να συμβεί».
«Οι πρόεδροι έχουν μεγάλη διακριτική εξουσία σχετικά με τους δασμούς και το εμπόριο, περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά δεν έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν δασμούς σε μια χώρα μόνο και μόνο επειδή δεν τους αρέσουν οι αμυντικές της δαπάνες ή επειδή πιστεύουν ότι δεν ήταν αρκετά καλοί μαζί τους.
Αυτό δεν θα ήταν εφικτό ούτε καν στην κυβέρνηση Τραμπ. Ακόμα και με ένα αδιάλλακτο Κογκρέσο και ένα επιεικές Ανώτατο Δικαστήριο, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί».
