Αναταράξεις προκαλεί στην κυβέρνηση η ένταση των παρεμβάσεων του Αντώνη Σαμαρά οι οποίες ξεκίνησαν το σαββατοκύριακο με τον σχολιασμό της επικαιρότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κατέληξαν με την αίτηση στον Αρειο Πάγο για τη διερεύνηση της υπόθεσης παρακολούθησης του τηλεφώνου του με το λογισμικό predator.
Oλα δείχνουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός ανεβάζει στροφές και στρέφει τα βέλη του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη με έναν περίτεχνο τρόπο καθώς είναι εμφανές ότι για τον ίδιο αντίπαλός του δεν είναι η Νέα Δημοκρατία αλλά ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον οποίο εγκαλεί για την αλλοίωση του χαρακτήρα του κόμματος στο οποίο υπήρξε πρόεδρος και εκλεγμένος πρωθυπουργός.
Η αντίδραση της κυβέρνησης
Η πρωτοβουλία του κ. Σαμαρά προκάλεσε άμεση αντίδραση από την κυβέρνηση, η οποία επιχείρησε να αποσυνδέσει την υπόθεση από τη σημερινή πολιτική συγκυρία, υπενθυμίζοντας ότι το ζήτημα των παρακολουθήσεων είναι γνωστό από το 2022 και θέτοντας το ερώτημα γιατί ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται τώρα, ενώ το 2023 ήταν υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία.
Η συγκεκριμένη αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη αποτέλεσε, ωστόσο, το σημείο στο οποίο εστίασαν οι συνεργάτες του κ. Σαμαρά, δίνοντας στην αντιπαράθεση σαφώς πιο προσωπικά χαρακτηριστικά.
Αιχμές Σαμαρά για την υπόθεση
«Ο κ. Μαρινάκης είπε ότι “το 2023 ο κ. Σαμαράς ήταν και υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία”. Αν θυμόμαστε καλά, τότε πρόεδρος της ΝΔ ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Έχει κάποια σχέση η Νέα Δημοκρατία με την υπόθεση; Έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μήπως; Γιατί λοιπόν ο κ. Μαρινάκης συσχετίζει την παρακολούθηση του κ. Σαμαρά με τη Νέα Δημοκρατία και τις εκλογές του 2023;», ανέφεραν χαρακτηριστικά συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού.
Με αυτόν τον τρόπο, το περιβάλλον Σαμαρά υποστηρίζει ότι δεν ήταν ο ίδιος που συνέδεσε την υπόθεση των υποκλοπών με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά ότι αυτό έγινε από την κυβερνητική πλευρά, αφήνοντας αιχμές ότι η κυβέρνηση γνωρίζει περισσότερα για την υπόθεση.
Στόχος ο Μητσοτάκης και όχι η Νέα Δημοκρατία
Σύμφωνα με πληροφορίες, η στρατηγική που διαμορφώνεται στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού είναι να προσωποποιηθεί η σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και όχι με τη Νέα Δημοκρατία ως παράταξη.
Συνεργάτες του κ. Σαμαρά εκτιμούν ότι στις μετρήσεις της κοινής γνώμης ο πρωθυπουργός αποτελεί τον «αδύναμο κρίκο» απέναντι στη δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται σε τμήμα των δεξιών ψηφοφόρων και σίγουρα για εκείνους τους ψηφοφόρους που στις προηγούμενες εκλογές ψήφισαν ΝΔ αλλά τώρα δεν προτίθενται να το πράξουν.
Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρούν ότι μια πιθανή μελλοντική πολιτική κίνηση δε θα πρέπει να εμφανιστεί ως αντιπαράθεση με τη Νέα Δημοκρατία συνολικά, αλλά ως
σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον οποίο θεωρούν υπεύθυνο για την πορεία της κυβέρνησης και υπενθυμίζουν ότι ήταν εκείνος που προχώρησε στη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά εξαιτίας της δημόσιας κριτικής που ασκούσε.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η επιλογή αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά εντάσσεται σε μια συνολικότερη πολιτική στόχευση, καθώς στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού θεωρούν ότι η κριτική προς τον ίδιο τον πρωθυπουργό μπορεί να συσπειρώσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της κεντροδεξιάς χωρίς να εμφανιστεί ως επίθεση στην ιστορική παράταξη της Νέας Δημοκρατίας.
Η απάντηση της κυβέρνησης
Από την κυβερνητική πλευρά απορρίπτουν τις αιχμές και συνδέουν την αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης με προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις του πρώην πρωθυπουργού.
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η Νέα Δημοκρατία, με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει πετύχει διαδοχικές εκλογικές νίκες με από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της παράταξης και υπογραμμίζουν ότι «δεν απασχολεί τους πολίτες η προσωπική ατζέντα κανενός».
Παράλληλα, τονίζουν ότι η υπόθεση των παρακολουθήσεων έχει ήδη απασχολήσει τη Δικαιοσύνη, η οποία έχει εκδώσει σειρά διατάξεων, ενώ υπενθυμίζουν ότι το θέμα είναι γνωστό από το 2022. Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνουν ότι ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς είχε επανειλημμένα αναφερθεί δημοσίως στις υποκλοπές, ακόμη και πρόσφατα από το βήμα της Βουλής, γεγονός που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, εξηγεί και την απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου στο σημερινό αίτημά του προς τον Άρειο Πάγο.
Οι ίδιες πηγές προσθέτουν ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει μια μεγάλη παράταξη με διαφορετικές φωνές, αλλά «στο τέλος της ημέρας ο στόχος είναι να ενισχύεται και όχι να πληγώνεται», απορρίπτοντας τα σενάρια περί νέας πολιτικής κίνησης και υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην υλοποίηση του προγράμματός της και όχι στις προσωπικές πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Πάντως, η ένταση που προκλήθηκε από την κίνηση του Αντώνη Σαμαρά αναζωπυρώνει τα σενάρια για τις επόμενες κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις του με το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων ετών.
Ως προς την ουσία τώρα των αντεγκλήσεων, δηλαδή το ερώτημα “γιατί τώρα θυμήθηκε ο κ. Σαμαράς μία υπόθεση που τρέχει από το 2022” οι συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού απαντούν οτι “το 2022 υπήρχε μόνο η υπόθεση των νόμιμων παρακολουθήσεων από την ΕΥΠ και ο κ. Σαμαράς, όπως και οι υπόλοιποι που έπεσαν θύματα υποκλοπών από το παράνομο λογισμικό predator, ενημερώθηκαν από το πόρισμα Μενουδάκου αρκετά μετά τις εκλογές του 2023”.
Οι εκατέρωθεν αιχμές δείχνουν ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στην ουσία της υπόθεσης των υποκλοπών, αλλά αποκτά ολοένα και περισσότερο
χαρακτηριστικά ευρύτερης πολιτικής και προσωπικής σύγκρουσης στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς.
