Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας θεσμοθετήθηκε με σκοπό την προαγωγή της επιστήμης, της τεχνικής και της τεχνολογίας προς όφελος της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας. Προβλέπεται να λειτουργεί και ως τεχνικός σύμβουλος της κυβέρνησης. Ο ρόλος αυτός προϋποθέτει ανεξαρτησία γνώμης, συλλογική λειτουργία, επιστημονική τεκμηρίωση, διάχυση της πληροφορίας και δημόσια λογοδοσία.
1.Η συλλογική επιστημονική έκφραση ως δημοκρατική προϋπόθεση
Οι τεχνικές, τεχνολογικές και τεχνοκρατικές αποφάσεις δεν είναι ουδέτερες. Ενσωματώνουν επιλογές ισχύος, κατανομής πόρων και θεσμικών προτεραιοτήτων. Δημιουργούν και στηρίζονται σε αφηγήσεις νομιμοποίησης. Γι’ αυτό η συλλογική έκφραση των επιστημόνων γενικά, των μηχανικών ειδικότερα, δεν αποτελεί συντεχνιακή πολυτέλεια, αλλά δημοκρατική αναγκαιότητα. Η αξία μιας επιστημονικής συλλογικότητας δε βρίσκεται μόνο στο ότι συγκεντρώνει ειδικούς. Ένας επιστημονικός φορέας αποκτά βαρύτητα όταν οργανώνει τη διαφορά των ειδικοτήτων, των εμπειριών και των απόψεων• όταν δηλώνει τις παραδοχές του, καταγράφει τις αντιρρήσεις και παράγει δημόσιο λόγο τεκμηριωμένο και ικανό να ελέγχει την εξουσία.
Αυτόν τον ρόλο υπηρέτησε ιστορικά το ΤΕΕ στις καλύτερες στιγμές του. Δεν ιδρύθηκε και δεν υπήρξε απλώς ένας επαγγελματικός φορέας. Υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των μελών του ως αναγκαιότητα και ως απόρροια της σύνδεσής τους με την ανάπτυξη της χώρας. Ήταν χώρος συλλογικής σκέψης, δημόσιας διαβούλευσης, μόνιμων θεματικών και επιστημονικών επιτροπών, τεκμηριωμένων θέσεων, περιφερειακής συμμετοχής και σύνδεσης της τεχνικής γνώσης με την κοινωνική λογοδοσία. Η γνώση των μηχανικών δε βρίσκεται μόνο στα κεντρικά όργανα, αλλά και στα εργοτάξια, στις υπηρεσίες, στα περιφερειακά τμήματα, στα πολυτεχνεία και τα πανεπιστήμια, στους ελεύθερους επαγγελματίες, στους νέους μηχανικούς, στους επαγγελματικούς συλλόγους.
2.Η υποχώρηση του θεσμοθετημένου και επιστημονικού ρόλου του ΤΕΕ
Από το 2020 καταγράφεται μείωση των δαπανών για τον θεσμικό, επιστημονικό και συμβουλευτικό ρόλο του ΤΕΕ. Οι σχετικές πιστώσεις όχι μόνο δεν αυξάνονται, παρά την αύξηση του συνολικού του προϋπολογισμού, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνονται απόλυτα. Το 2025, μόλις το 0,27% του προϋπολογισμού των 2,23 δισ. αφορούσε το επιστημονικό του έργο και την έρευνα. Στις προηγούμενες δεκαετίες το αντίστοιχο ποσοστό κυμαινόταν στο 30% του ετήσιου προϋπολογισμού, ύψους περίπου 22 εκατομμυρίων. Η επιδότηση των περιφερειακών του τμημάτων την προηγούμενη διετία, σε απόλυτες τιμές, ανήλθε στο 25% της αντίστοιχης επιδότησης των προγενέστερων δεκαετιών. Ο απολογισμός μιας Νομαρχιακής Επιτροπής του ΤΕΕ (Πρέβεζας) για το διάστημα 1998–2010, που πρόσφατα κυκλοφόρησε ως ιστορικό αποτύπωμα (Μάιος 2026), καταγράφει παραγωγή μελετών συγκρίσιμη με εκείνη του κεντρικού ΤΕΕ την τελευταία πενταετία (εξαιρουμένων των έργων Ταμείου Ανάκαμψης). Οι σύλλογοι των μηχανικών, στενά συνδεδεμένοι στη δράση τους με το ΤΕΕ, κινούνται στο φάσμα μεταξύ υπολειτουργίας και απόλυτης αδράνειας. Ο διάλογος στα όργανα του ΤΕΕ έχει συρρικνωθεί. Οι μόνιμες επιτροπές αρχίζουν να συνεδριάζουν δύο χρόνια μετά τις εκλογές, ταυτόχρονα με τη λήξη της προθεσμίας για τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.
3.Η δημοσιονομική διόγκωση και η μετατροπή του ΤΕΕ σε αναθέτουσα αρχή
Την περίοδο 2021–2026 στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας παρουσιάζεται μια εικόνα πρωτοφανούς διόγκωσης του προϋπολογισμού του. Το 2020, στον Απολογισμό Οικονομικής Χρήσης, καταγράφονται δαπάνες 24,5 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, από το 2021 και μετά, ο προϋπολογισμός του ΤΕΕ αυξάνεται απότομα: 245 εκατομμύρια για το 2021, 420 εκατομμύρια για το 2022, 744 εκατομμύρια για το 2023, 1,36 δισ. για το 2024, 2,23 δισ. για το 2025, 3,57 δισ. για το 2026.
Ο προϋπολογισμός του ΤΕΕ για το 2026 είναι μεγαλύτερος από εκείνον δεκατριών υπουργείων και υπολείπεται μόνον από επτά. Το ΤΕΕ διαχειρίζεται ένα σημαντικό μέρος του συνολικού εθνικού σχεδίου του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η εκτίναξη του προϋπολογισμού δεν σχετίζεται με τους σκοπούς του. Οφείλεται στην ανάθεση στο ΤΕΕ καθηκόντων αναθέτουσας αρχής και τεχνικής διαχείρισης έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Αντανακλά μια στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης να αναθέσει στο ΤΕΕ τον ρόλο της αναθέτουσας αρχής. Ένας τεράστιος όγκος έργων μεταφέρεται από υπουργεία που είχαν παράδοση, υποδομές επίβλεψης, εμπειρία, υπηρεσιακή μνήμη και ενδεχομένως εσωτερικές αντιστάσεις, σε έναν φορέα χωρίς την αναγκαία διοικητική και τεχνική δομή. Ωστόσο, αυτό συνιστά απόκλιση από το νομικό πλαίσιο: ο νόμος επιτρέπει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μόνον σε φορείς που διαθέτουν τεχνική επάρκεια. Κυρίως συνιστά ένα μεγάλο ερωτηματικό για την ικανότητα επίβλεψης των έργων και πιστοποίησης της πληρότητας τους κατά την παραλαβή.
Το ΤΕΕ διαθέτει ικανότατα στελέχη, αλλά δε διέθετε ούτε διαθέτει τη συγκεκριμένη επάρκεια, ούτε λήφθηκε μέριμνα για τη συγκρότηση εσωτερικής τεχνογνωσίας κατά την αναλογία των έργων που διαχειρίζεται. Ο αριθμός των εργαζομένων με σταθερή σχέση εργασίας παραμένει ο ίδιος, τη στιγμή που ο προϋπολογισμός του υπερεκατονταπλασιάσθηκε (το 2026 175 φορές πάνω).
Το ζήτημα δεν είναι η δυνατότητα του ΤΕΕ να υπηρετήσει κάτι για το οποίο δεν είναι ταγμένο. Είναι η μεταβολή του ίδιου του θεσμικού υποκειμένου χωρίς αντίστοιχη θεσμική αλλαγή. Το ΤΕΕ δεν καλείται πλέον να μιλήσει ανεξάρτητα, εξωτερικά προς την εκτελεστική εξουσία, ως τεχνικός σύμβουλος της Πολιτείας. Καλείται να σιωπά και εσωτερικά, επειδή έχει γίνει μέρος της εξουσίας που όφειλε να ελέγχει.
4.Η αποδυνάμωση με ενσωμάτωση, όχι με διάλυση
Η περίπτωση του ΤΕΕ δείχνει πώς μια ευρύτερη διεθνής τάση αποδυνάμωσης των ενδιάμεσων θεσμών της δημοκρατίας μπορεί να λάβει συγκεκριμένη εθνική μορφή: όχι με διάλυση, αλλά με απορρόφηση• όχι με φίμωση, αλλά με ανάθεση• όχι με σύγκρουση, αλλά με μετατροπή του θεσμού σε μέρος του μηχανισμού που όφειλε να ελέγχει. Οι χώροι συλλογικής διαμόρφωσης γνώμης, ελέγχου και αντιπαράθεσης, με ανοιχτά δεδομένα, πρόσβαση στα στοιχεία και θεσμική καταγραφή μειοψηφιών, μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαχείρισης, επικύρωσης ή σιωπηρής νομιμοποίησης αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί.
Η επιλογή να αξιοποιηθεί το ΤΕΕ ως κεντρικός φορέας αναθέσεων και υλοποίησης έργων είναι συγκεκριμένη πολιτική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης. Η αποδυνάμωσή του δεν επήλθε με ευθεία σύγκρουση ή θεσμική κατάργηση, αλλά με ενσωμάτωση, χρηματοδοτική διόγκωση και ανάθεση διαχειριστικής ισχύος. Αντί το ΤΕΕ να υποβάλλει προτάσεις για τα έργα που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης και να αξιολογήσει τη σύνταξή του, να αξιοποιηθεί στην υλοποίησή του με διαφανείς μηχανισμούς παρακολούθησης και να το κρίνει απολογιστικά ως αξιόπιστος παρατηρητής, επιλέχθηκε να καταστεί εκτελεστικός βραχίονας. Με κριτήριο τις κυβερνητικές στοχεύσεις, ο νέος ρόλος του ΤΕΕ αποδεικνύεται λειτουργικός: συμβάλλει στη δημιουργία ολιγοπωλιακών συγκεντρώσεων στα ψηφιακά έργα και στην πληροφορική, επιτρέπει μερική και επιλεκτική διασπορά σε μελέτες, μικρά έργα, προμήθειες και δράσεις, και ενισχύει την εξάρτηση από συγκεκριμένους εξωτερικούς συμβούλους.
Η κυβέρνηση δεν αποδυνάμωσε απλώς τη δημιουργική και κριτική λειτουργία του ΤΕΕ. Την κατέστησε ασύμβατη με τον νέο του ρόλο. Ένας φορέας που αναθέτει, διαχειρίζεται και παραλαμβάνει κυβερνητικά έργα αδυνατεί πλέον να κρίνει δημόσια τις ίδιες πολιτικές από τις οποίες αντλεί πόρους, αντικείμενο και διοικητική ισχύ.
5.Η παραγωγή σιωπής σε θεσμό με εσωτερική δημοκρατία
Η εσωτερική δημοκρατία δεν καταργήθηκε τυπικά. Αποσυνδέθηκε όμως από τις κρίσιμες πληροφορίες, τον κρίσιμο χρόνο και τα πραγματικά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Πώς αδρανοποιείται το σύστημα εσωτερικής δημοκρατίας ενός φορέα με παράδοση τεκμηριωμένης δημόσιας κριτικής, με θεσμική αποδοχή και διεθνή αναγνώριση; Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη συμμετοχή σε ένα μοίρασμα πόρων και εξουσίας. Τέτοιες διαστάσεις μπορεί να υπάρχουν, αλλά δεν εξηγούν τα πάντα — γιατί δεν συμμετέχουν και δεν ωφελούνται όλοι, και γιατί όσοι σιωπούν δεν σημαίνει ότι συναινούν.
Η σιωπή παράγεται από έναν συνδυασμό: απώλεια αυτονομίας του φορέα, συντριπτική οργανωτική υπεροχή της διοίκησης, έλεγχος της ημερήσιας διάταξης, δυσκολία πρόσβασης στην πληροφόρηση και αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης. Κυρίως όμως από τη μετατροπή της κριτικής σε πολιτικά «άβολη» στάση: η άσκησή της αντιμετωπίζεται ως υπονόμευση της «αναβάθμισης» του φορέα σε μεγάλο διαχειριστή. Στην αδυναμία να γίνει η αντίθεση αποτελεσματική συμβάλλουν και όσοι αντιμετωπίζουν το ΤΕΕ ως πεδίο παραταξιακής καταγραφής παρά ως αυτόνομο συλλογικό διανοούμενο.
Δεν σιωπούν όλοι. Συναντούν, όμως, ένα απαγορευτικό πρόσβασης στα στοιχεία, το οποίο υψώνουν, σε σύμπνοια και με αλληλοκάλυψη, κυβέρνηση και ΤΕΕ. Παράδειγμα αποτελεί το αίτημα πέντε παρατάξεων στην Αντιπροσωπεία του ΤΕΕ, ανώτατο και ελεγκτικό όργανό του, να δοθούν απολογιστικά στοιχεία για μια ανάθεση όπου η συνολική εικόνα δημιούργησε την εντύπωση ότι ελάχιστα στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν ταυτόχρονα θεσμικά ορθά, νόμιμα και δεοντολογικά επαρκή (οι εκδηλώσεις για τα εκατό χρόνια από την ίδρυση του ΤΕΕ). Η Διοικούσα Επιτροπή αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει τα απολογιστικά στοιχεία του έργου, καταπατώντας όχι μόνο τις θεσμικές δεσμεύσεις αλλά και το άτυπο «εθιμικό δίκαιο» διαφάνειας της κοινότητας των μηχανικών. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να τοποθετηθεί στα αιτήματα κατάθεσης εγγράφων, σε ερωτήσεις και επερωτήσεις που υποβλήθηκαν στη Βουλή με αφορμή αυτό, αλλά και για άλλα θέματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του ΤΕΕ.
6.Η ρήξη της σχέσης ΤΕΕ – μελών και η απώλεια αυτονομίας
Το ΤΕΕ, πολλές φορές στην ιστορική του διαδρομή, ήταν χρήσιμο και απρόβλεπτο επειδή έκανε προτάσεις και μπορούσε να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με την κυβέρνηση και με κόμματα, με βάση την τεχνική τεκμηρίωση, τον ανεξάρτητο επιστημονικό λόγο, το δημόσιο συμφέρον και τη συλλογική κρίση των μηχανικών. Όσο περισσότεροι μηχανικοί συμμετείχαν στις διαδικασίες του πανελλαδικά, τόσο πιο ασφαλής και αποδοτική ήταν η θέση του ΤΕΕ. Τόσο πληρέστερα αποτυπώνονταν οι θέσεις που συνδέονταν με την κοινωνική διαστρωμάτωση των μελών του, τόσο περισσότερο οι ίδιοι γίνονταν καλύτεροι επιστήμονες χρόνο με τον χρόνο και τόσο πιο κοντά ερχόταν το ΤΕΕ στην κοινωνική σύνθεση του συνόλου των πολιτών.
Όλοι όσοι συμμετείχαν στα όργανα διοίκησής του δεν ήταν αγγελικά πλάσματα. Σκληρές κομματικές διασυνδέσεις υπήρχαν, προσωπικές σχέσεις εξυπηρετούνταν, συμφέροντα υποκρύπτονταν και προωθούνταν. Σε μεγάλο βαθμό αυτά τα φαινόμενα ατονούσαν κάτω από το κυρίαρχο πλέγμα σχέσεων που συνέδεε το Τεχνικό Επιμελητήριο με τα μέλη του. Το ΤΕΕ ήταν οικονομικά αυτοδύναμο χάρη στις θεσμοθετημένες εισφορές των μελών του, τις οποίες οι ίδιοι αποδέχονταν, ενώ παράλληλα αντλούσε πολιτική δύναμη από την επαφή με τα μέλη του και από τις εκδόσεις του, κυρίως το εβδομαδιαίο ενημερωτικό δελτίο. Ήταν πρότυπο, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα διάχυσης της πληροφόρησης και προβολής κάθε άποψης.
Αυτό το πλέγμα διερράγη (αρκετά πριν από το 2020). Η κρίσιμη σχέση του ΤΕΕ με τα μέλη του δεν υπάρχει, η άσκηση της επιστήμης και του επαγγέλματος δεν υποστηρίζεται, το ίδιο έπαψε να είναι οικονομικά ανεξάρτητο και οι εκδόσεις του καταργήθηκαν.
Η συνύπαρξη κυβέρνησης – ΤΕΕ αυτή την περίοδο δεν υπηρετεί ούτε τη δημοκρατία ούτε τη χρηστή διοίκηση. Δεν ενισχύει την ανάπτυξη, δεν βελτιώνει την οικονομική θέση της χώρας, δεν διασφαλίζει τη βέλτιστη χρήση του δημόσιου χρήματος, δεν προάγει την επιστήμη και δεν στηρίζει εκείνους που είναι ταγμένοι να την υπηρετούν. Δεν καλλιεργεί στους μηχανικούς συνεταιριστικό πνεύμα και επιχειρηματική πρακτική ευρύτερα στο πλαίσιο του ρόλου τους ως οικονομικών πολιτών. Ακόμη και στην άσκηση του πυρήνα του επαγγέλματος, τους ωθεί σε μειονεκτική θέση (συν)εργασίας, προπάντων έναντι των ολιγοπωλιακών συγκεντρώσεων.
Τα εξελισσόμενα μέτρα περιορισμού της εσωτερικής δημοκρατίας στο ΤΕΕ είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Για πρώτη φορά υπό ομαλές συνθήκες, σε καταφανή απόκλιση από το γράμμα του νόμου, με προφανή κίνδυνο να μεθοδεύεται, «από κέντρα εξ αποστάσεως», η ψήφος των μελών της, τον Ιούνιο του 2026, συγκαλείται η Αντιπροσωπεία, η Βουλή των Ελλήνων μηχανικών, διαδικτυακά. Ο φόβος δεν είναι καλή ένδειξη για κανέναν θεσμό. Και όταν ένας φορέας με την ιστορία, τη νομοθετική κατοχύρωση, το δημοκρατικό βάρος του ΤΕΕ, την παράδοση και εμπειρία από φορτισμένες συνεδριάσεις, δείχνει να φοβάται τη φυσική παρουσία, τη συζήτηση, την αντιπαράθεση και τη συμμετοχή των ίδιων των εκλεγμένων μελών του, τότε το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Οι μηχανικοί, μέλη του ΤΕΕ εκ του νόμου, επιλέγουν, σε μεγάλη πλειοψηφία, την αποχή. Καθόλου δεν δυσαρεστούνται οι διοικούντες. Αλλά αν θα συνεχίσει να υπάρχει ως ισχυρός θεσμός Δημοκρατίας το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, και πώς, παραμένει θέμα των πολιτών και των μελών του.
Η χώρα δεν χρειάζεται ένα ΤΕΕ φοβισμένο, εξαρτημένο και διοικητικά ενσωματωμένο. Χρειάζεται ένα ΤΕΕ ελεύθερο, τεκμηριωμένο, δημοκρατικό και ικανό να ασκήσει τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε: να υπηρετήσει την επιστήμη, το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνία.
